Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019

Το «ακολουθώ την επιθυμία μου» συμπίπτει με το «κάνω το καθήκον μου»;

Ο συνομιλητής μου παρέθεσε το ακόλουθο επιχείρημα στην προσπάθεια του να υποστηρίξει την Καντιανή ηθική του:

 «Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατο να αντισταθεί στον πόθο του όταν το επιθυμητό αντικείμενο και η ευκαιρία είναι παρόντα. Ρωτήστε τον αν θα ήλεγχε τα πάθη του στην περίπτωση που μπροστά στο σπίτι όπου θα είχε αυτή την ευκαιρία είχε στηθεί μία αγχόνη στην οποία θα απαγχονιζόταν αμέσως μόλις ικανοποιήσει τον πόθο του. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε πολύ για να μαντέψουμε ποια θα ήταν η απάντησή του».

Το αντεπιχείρημα μου, στην προσπάθεια μου να υποστηρίξω την ψυχαναλυτική ηθική ήταν:

«Και αν συναντούσαμε ένα υποκείμενο (όπως συχνά συμβαίνει στην ψυχανάλυση) που μπορεί να απολαύσει πλήρως ένα βράδυ πάθους μόνο αν κάποια μορφή «αγχόνης» το απειλεί, δηλαδή όταν ικανοποιείται μόνο παραβιάζοντας κάποιας μορφής απαγόρευση;»

Με το αντεπιχείρημα μου δεν προσπάθησα να οδηγήσω την συζήτηση μας στο απλουστευτικό συμπέρασμα ότι κάθε ηθική πράξη, όσο αγνή και ανιδιοτελής και αν φαίνεται, στηρίζεται σε κάποιο «παθολογικό» κίνητρο (το μακροπρόθεσμο συμφέρον του φορέα, τον θαυμασμό του περιβάλλοντος, έως και την «αρνητική» ικανοποίηση την οποία προσφέρουν τα πάθη και οι ψυχαναγκασμοί που απαιτούν συχνά οι ηθικές πράξεις). Όχι, δεν είχα τέτοια πρόθεση. Εκεί που εστίασα ήταν στην παράδοξη αντιστροφή μέσω της οποίας η επιθυμία καθεαυτή (δηλ. το πράττειν με μόνη βάση την επιθυμία, χωρίς εξωτερικούς συμβιβασμούς και μεσολαβήσεις) δεν μπορεί πλέον να θεμελιωθεί σε «παθολογικά» συμφέροντα και κίνητρα. Βλέπετε, ο συνομιλητής μου – οπαδός της καντιανής ηθικής (τουλάχιστον έτσι όπως την «διάβαζε» εκείνος) – επέμεινε στην θέση ότι υπάρχει ένα απόλυτο χάσμα μεταξύ των παθολογικών συναισθημάτων και του καθαρού τύπου του ηθικού νόμου. Ισχυρίζονταν δηλαδή, ότι το «να κάνει κανείς το καθήκον του» έχει τεράστια απόσταση από το «να ακολουθεί κανείς την επιθυμία του».

Για να μην αδικήσω όμως, τον συνομιλητή μου πρέπει, οφείλω να ομολογήσω ότι η «ανάγνωσή του» δεν στερείται «αντικειμενικής» βάσης. Πράγματι, δεν ήταν μήπως ο Sade εκείνος που ανέπτυξε με συνέπεια την εσωτερική δυνατότητα της καντιανής φιλοσοφικής επανάστασης, με την ακριβή σημασία ότι εξωτερίκευσε με ειλικρινή τρόπο τη Φωνή της Συνείδησης; Μήπως δεν αποτελεί – τουλάχιστον για πολλούς από εμάς – την αλήθεια της καντιανής ηθικής προσταγής ο σαδισμός του νόμου, δηλαδή ότι ο καντιανός νόμος είναι ένας φορέας του υπερεγώ που σαδιστικά απολαμβάνει το αδιέξοδο του υποκειμένου, την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στις αδυσώπητες απαιτήσεις του, όπως ο δάσκαλος που βασανίζει τους μαθητές του με αδύνατα καθήκοντα, ενώ κρυφά επιδιώκει την απογοήτευσή τους; Σας καλώ να θυμηθείτε, σε αυτό το σημείο, την προηγούμενη ανάρτηση μου με τίτλο «Το παρόν και το μέλλον μιας … τρίχρονης Μαρίνας» όπου διαπίστωνα σκιαγραφώντας το «μέλλον» της τρίχρονης – σήμερα – Μαρίνας: «Το υπερεγώ της τώρα θα τιμωρήσει αυτές τις επιθετικές τάσεις του «εγώ» της καθώς και τον «υποβιβασμό» του αντικειμένου του γεμίζοντας την με αισθήματα ενοχής. Το αδίστακτο υπερεγώ της, όσο το άμοιρο «εγώ» της θα προσπαθεί, στο όνομα του Ιδεώδους, να περιορίσει τις επιθετικές, καταστροφικές, ακόμα και φονικές τάσεις που του επιβάλλει η ασυνείδητη – απωθημένη επιθυμία προς το αντικείμενο της, μεταβάλλοντας αυτές τις τάσεις σε θυμό, σε ύβρεις, σε υπερκινητικότητα κ.λπ. τόσο πιο αυστηρό και τιμωρητικό θα γίνεται σε βάρος της. Βλέπετε, το υπερεγώ παίρνει ως αφορμή για την «δράση» του τις ιδεαλιστικές, ουτοπικές απαιτήσεις του Ιδεώδους του Εγώ. Έτσι, η επιθετικότητα του υποκειμένου Μαρίνα αντί να στραφεί ενάντια στους άλλους θα στρέφεται ενάντια στο ίδιο». Μήπως αυτός, ο εσωτερικός πόνος τον οποίο βιώνει η κάθε Μαρίνα που «έκανε το καθήκον της», δεν συγγενεύει με τον σαδικό πόνο που ο Μαρκήσιος εκτιμά τόσο πολύ αντιμετωπίζοντας τον ως σημαντική προτεραιότητα έναντι της ικανοποίησης που ακολουθεί;

Η θέση της ηθικής της ψυχανάλυσης είναι ότι αυτή η συγκαλυμμένη σαδική διάσταση ενός «ηθικού (σεξουαλικού) πάθους» είναι εσωτερική στο καντιανό θεωρητικό οικοδόμημα. Ας θυμηθούμε εδώ  τον καντιανό ορισμό του γάμου: «το συμβόλαιο μεταξύ δύο ενηλίκων του αντίθετου φύλου για την αμοιβαία χρήση των σεξουαλικών τους οργάνων». Μήπως αυτός ο ορισμός δεν είναι εξ ολοκλήρου σαδικός, αφού υποβιβάζει τον Άλλο, τον σεξουαλικό σύντροφο του υποκειμένου, σ' ένα μερικό αντικείμενο, στο σωματικό του/της όργανο που προσφέρει απόλαυση, αγνοώντας τον/την ως την ολότητα του ανθρώπινου προσώπου; Εκείνο που ήθελα να τονίσω με το παραπάνω αντεπιχείρημα ήταν ότι: παρόλο που ο ο Kant επιμένει στο απόλυτο χάσμα μεταξύ των παθολογικών συναισθημάτων και του καθαρού τύπου του ηθικού νόμου, υπάρχει ένα a priori συναίσθημα που το υποκείμενο βιώνει αναγκαία όταν έρχεται αντιμέτωπο με τον ηθικό νόμο: ο πόνος της ταπείνωσης (λόγω της πληγωμένης ανθρώπινης υπερηφάνειας, η οποία πηγάζει από το «ριζικό κακό» της ανθρώπινης φύσης). Για την ψυχανάλυση, αυτή η καντιανή προτεραιότητα του πόνου ως του μόνου a priori συναισθήματος είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια του πόνου στον Sade (βασανισμός και ταπείνωση του άλλου, βασανισμός και ταπείνωση από τον άλλον), ως ο προνομιακός τρόπος πρόσβασης στη σεξουαλική απόλαυση [jouissance] (το επιχείρημα του Sade είναι βεβαίως ότι ο πόνος πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι της ευχαρίστησης, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη διάρκειά του – η ευχαρίστηση περνάει, ενώ ο πόνος μπορεί να διαρκέσει επ' αόριστον).

Από την άλλη, υπάρχει και μια άλλη συμπληρωματική παράμετρος που ακολουθεί τον ηθικό νόμο: ο Kant δεν θέτει το ερώτημα ποιος είναι το υποκείμενο που εκφέρει τον ηθικό νόμο. Ποιος είναι ο φορέας της απροϋπόθετης ηθικής προσταγής. Μέσα στον δικό του ορίζοντα αυτή η ερώτηση είναι άνευ νοήματος, εφόσον ο ηθικός νόμος είναι μια απρόσωπη επιταγή «που δεν προέρχεται από πουθενά», δηλαδή είναι τελικά αυτοτιθέμενος, προϋποτιθέμενος από το ίδιο το υποκείμενο ως αυτόνομος. Η ψυχανάλυση στην αναφορά της στον Sade, διαβάζει αυτή την απουσία ως μια πράξη εξαφάνισης, «απώθησης» του φορέα του ηθικού νόμου, και είναι ο Sade εκείνος ο οποίος τον καθιστά ορατό στη φιγούρα του «σαδιστή» εκτελεστή-βασανιστή. Τούτος ο εκτελεστής είναι αυτός που φέρει τον ηθικό νόμο, αυτός που βρίσκει ευχαρίστηση στον πόνο και στον εξευτελισμό των ηθικών υποκειμένων.

Θα μου πείτε βέβαια, ίσως και με το δίκιο σας, ότι το ίδιο δεν κάνει και ο Μαρκήσιος αλλά από την ανάποδη; Εκεί δηλαδή που ο ηθικός νόμος προστάζει – απροϋπόθετα – το υποκείμενο «κάνε το καθήκον σου!», ο Sade τοποθετεί – το ίδιο απροϋπόθετα με τον ηθικό νόμο – το πιο ριζικό του αντίθετό, την διαταγή να ακολουθήσεις στο έσχατο όριο τα εξ ολοκλήρου παθολογικά, συμπτωματικά καπρίτσια που προκαλούν ευχαρίστηση, υποβιβάζοντας ανελέητα όλους τους συνανθρώπους σου σε όργανα της απόλαυσής σου; Μήπως ο δεύτερος καταδεικνύει, τάχα, τον φορέα της προσταγής;

Όμως, είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε τη σύνδεση ανάμεσα στη φιγούρα του «σαδιστή» βασανιστή-εκτελεστή ως το πραγματικό «υποκείμενο της διατύπωσης» της καθολικής ηθικής προσταγής. Η σαδική μετακίνηση από τον καντιανό σεβασμό στη βλασφημία –δηλαδή από τον σεβασμό στον Άλλο (τον συνάνθρωπο), στην ελευθερία του και την αυτονομία του, και επίσης τη συμπεριφορά προς αυτόν ως συμπεριφορά προς κάτι αυτοτελές– ακριβώς στον υποβιβασμό όλων των Άλλων σε αναλώσιμα όργανα προς ανελέητη εκμετάλλευση, είναι αυστηρώς συνδεδεμένη με το γεγονός ότι το «υποκείμενο της εκφοράς» της ηθικής προσταγής, που είναι αόρατο στον ηθικό νόμο, προϋποθέτει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του σαδικού εκτελεστή.

Με άλλα λόγια, η κρισιμότητα αυτού που ισχυρίζομαι είναι ότι εκείνο το οποίο επιτυγχάνει ο Sade είναι να διαρρήξει τον δεσμό των δύο στοιχείων που στα μάτια του ηθικού νόμου είναι συνώνυμα και αλληλοκαλυπτόμενα: της αυτοτελούς ηθικής προσταγής από την μια και της ηθικής καθολικότητας αυτής της προσταγής από την άλλη. Ο Sade διατηρεί τη δομή μιας απροϋπόθετης προσταγής, θέτοντας όμως ως περιεχόμενό της την έσχατη παθολογική μοναδικότητα. Και αυτό είναι το σπουδαίο του εγχειρήματος του. Αυτή η «συγκάλυψη» των δύο στοιχείων είναι που οδήγησε μια αναλυόμενη, σε μια πρόσφατη συνεδρία, να διατυπώσει με έκπληξη την ερώτηση προς τον αναλυτή της: «Μα αυτό που συμβαίνει σε μένα, αυτό που ακολουθώ εγώ, δεν συμβαίνει και στους άλλους ανθρώπους (!!!);».

 Πάντως, το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Η αποφασιστική ερώτηση είναι η εξής: Είναι ο καντιανός ηθικός νόμος μεταφράσιμος στη φροϋδική έννοια του υπερεγώ ή όχι; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε πράγματι ο Sade αποτελεί την αλήθεια της καντιανής ηθικής. Αν, ωστόσο, ο καντιανός ηθικός νόμος δεν μπορεί να ταυτιστεί με το υπερεγώ [εφόσον, όπως το θέτει η ψυχανάλυση, ο ηθικός νόμος είναι ταυτόσημος με την επιθυμία καθεαυτή, ενώ το υπερεγώ τροφοδοτείται ακριβώς από τον συμβιβασμό του υποκειμένου ως προς την επιθυμία του/της – η ενοχή που διατηρείται από το υπερεγώ, μαρτυράει το γεγονός ότι το υποκείμενο έχει κάπου προδώσει (ή συμβιβαστεί ως προς) την επιθυμία του], τότε ο Sade δεν είναι όλη η αλήθεια της καντιανής ηθικής, αλλά μια μορφή διεστραμμένης πραγματοποίησης της. Εν συντομία, μακράν από το να είναι «πιο ριζοσπαστικός από τον Kant», ο Sade καταδεικνύει τι συμβαίνει όταν το υποκείμενο προδίδει την αληθινή αυστηρότητα της καντιανής ηθικής.

Αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη στις πολιτικές της συνέπειες: στο βαθμό που η λιβιδική δομή των «ολοκληρωτικών» καθεστώτων είναι διεστραμμένη (το υποκείμενο του ολοκληρωτισμού λαμβάνει τη θέση του αντικειμένου-οργάνου της απόλαυσης [jouissance] του Άλλου), η πρόταση «ο Sade είναι η αλήθεια του Kant» θα σήμαινε ότι η καντιανή ηθική πράγματι υποκρύπτει δυνατότητες ολοκληρωτισμού. Ωστόσο, στον βαθμό που προσλαμβάνουμε την καντιανή ηθική ακριβώς ως απαγόρευση του υποκειμένου να λάβει τη θέση του αντικειμένου-οργάνου της απόλαυσης [jouissance] του Άλλου, δηλαδή το υποκείμενο καλείται να αναλάβει την πλήρη ευθύνη για όσα ισχυρίζεται ότι είναι το Καθήκον του, τότε ο Kant είναι κατ' εξοχήν αντι-ολοκληρωτιστής!

Αλλά, πως πρέπει να αντιληφθούμε την «ανάληψη της πλήρους ευθύνης» από μέρους του υποκειμένου «για όσα ισχυρίζεται ότι είναι το Καθήκον του»; Πως θα αποφύγουμε την υπαρξιακή παγίδα «δεν φταίω εγώ, τι να κάνω, είναι στην φύση μου να πράττω έτσι, Άνθρωπος είμαι..! Μόνο έτσι δεν νιώθω άδειος!»; Υπόδειγμα αυτής της παγίδας, περίπτωσης του «παθολογικού» συμπτωματικού στοιχείου που υψώνεται στο επίπεδο μιας άνευ όρων απαίτησης είναι, φυσικά, αυτή ενός καλλιτέχνη απόλυτα ταυτισμένου με την καλλιτεχνική του αποστολή, την οποία ακολουθεί ελεύθερα χωρίς καμιά ενοχή ως εσωτερικό περιορισμό, και είναι ανίκανος να επιβιώσει χωρίς αυτή. Επίσης πως θα αποφύγουμε την αντίθετη παγίδα της «ρίψης της ευθύνης στον Άλλο» («αφού το Ασυνείδητο είναι ο λόγος [discourse] του Άλλου – δεν είμαι υπεύθυνος για τους σχηματισμούς του, είναι ο μεγάλος Άλλος που μιλά μέσα από εμένα, εγώ είμαι απλά το όργανό του...»);

Η ψυχανάλυση απαντάει εδώ: η καντιανή καθολική ηθική της κατηγορικής προσταγής αποτυγχάνει να λάβει υπ' όψη της τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση στην οποία εμπλέκεται το υποκείμενο, που παρέχει το καθορισμένο περιεχόμενο του Καλού: εκείνο το οποίο διαφεύγει από τον καντιανό ηθικό νόμο είναι η καθορισμένη ιστορικά συγκεκριμένη Υπόσταση της ηθικής ζωής. Ωστόσο, σ' αυτή την προσέγγιση μπορεί να αντιπαρατεθεί ο ισχυρισμός ότι η μοναδική δύναμη της καντιανής ηθικής βρίσκεται στην ίδια την αφηρημένη μορφή: ο ηθικός νόμος δεν μου λέει ποιο είναι το καθήκον μου, απλώς μου λέει ότι πρέπει να το φέρω εις πέρας. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν οι συγκεκριμένες νόρμες που πρέπει να ακολουθήσω στην ιδιαίτερη κατάστασή μου από τον ηθικό νόμο καθεαυτόν – αυτό σημαίνει ότι το υποκείμενο πρέπει να λάβει αφ' εαυτού του την ευθύνη της «μετάφρασης» της αφηρημένης προσταγής του ηθικού νόμου σε μια σειρά από συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

Όχι, δεν πρόκειται περί αυτού αλλά υπάρχει και μια άλλη ερμηνεία που έχουμε να προτείνουμε: αντί για την απλή εφαρμογή μιας καθολικής κατηγορίας σ' ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ή την υπαγωγή του αντικειμένου σ' έναν ήδη δεδομένο καθολικό προσδιορισμό: το Εγώ κατά κάποιον τρόπο επινοεί την καθολική-αναγκαία-υποχρεωτική του διάσταση και έτσι υψώνει αυτό το συγκεκριμένο-τυχαίο αντικείμενο (πράξη) στο αξιακό επίπεδο του ηθικού Πράγματος.

Συνεπώς, υπάρχει πάντα κάτι υψηλό στη διακήρυξη μιας κρίσης που καθορίζει το καθήκον μας: μέσα σε αυτήν «εξυψώνω ένα αντικείμενο στο επίπεδο του Πράγματος» (ο λακανικός ορισμός της μετουσίωσης). Η πλήρης παραδοχή αυτού του παραδόξου μας υποχρεώνει επίσης να απορρίψουμε κάθε αναφορά στο καθήκον σαν δικαιολογία: «Ξέρω ότι είναι δύσκολο και μπορεί να είναι επίπονο, αλλά τι να κάνω, είναι το καθήκον μου...». Το κοινότοπο σύνθημα της ηθικής αυστηρότητας είναι: «Δεν υπάρχει δικαιολογία για τη μη εκπλήρωση του καθήκοντος!» Η αναφορά στο καθήκον σαν δικαιολογία για να κάνουμε το καθήκον μας πρέπει να απορριφθεί ως υποκριτική. Αρκεί να ανακαλέσουμε το παροιμιώδες παράδειγμα ενός αυστηρού σαδιστή δασκάλου που υποβάλλει τους μαθητές του σε ανελέητη πειθαρχία και βασανισμό. Φυσικά, η δικαιολογία του στον εαυτό του (και στους άλλους) είναι: «Εγώ ο ίδιος το βρίσκω δύσκολο να ασκώ τέτοια πίεση στα καημένα παιδιά, αλλά τι μπορώ να κάνω – είναι το καθήκον μου!». Το πιο συναφές παράδειγμα είναι αυτό ενός σταλινικού πολιτικού που αγαπά την ανθρωπότητα, αλλά παρ' όλα αυτά εκτελεί φριχτές εκκαθαρίσεις και εκτελέσεις. Η καρδιά του πονάει καθώς το κάνει αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι γι' αυτό, είναι το καθήκον του προς την πρόοδο της Ανθρωπότητας.

Αυτό το οποίο συναντούμε εδώ είναι η σωστή διεστραμμένη συμπεριφορά της υιοθέτησης της θέσης του καθαρού οργάνου της Βούλησης του μεγάλου Άλλου: δεν είναι ευθύνη μου, δεν είμαι εγώ που πράγματι κάνω κάτι, εγώ είμαι απλά ένα όργανο της υψηλότερης Ιστορικής Αναγκαιότητας… Η αισχρή απόλαυση [jouissance] αυτής της κατάστασης γεννάται από το γεγονός ότι εκλαμβάνω τον εαυτό μου ως αθωωμένο για ό,τι κάνω: δεν είναι ωραίο να είμαι ικανός να προκαλώ πόνο στους άλλους με την πλήρη επίγνωση ότι δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για αυτό, ότι απλώς εκπληρώνω τη Βούληση του Άλλου… Αυτό είναι που η καντιανή ηθική απαγορεύει. Αυτή η θέση του διαστροφικού σαδιστή παρέχει την απάντηση στο ερώτημα: πώς μπορεί το υποκείμενο να είναι ένοχο όταν απλά συνειδητοποιεί μια «αντικειμενική», εξωτερικά επιβαλλόμενη αναγκαιότητα; Με την υποκειμενική πρόσληψη μιας «αναγκαίας αντικειμενικότητας», δηλαδή βρίσκοντας απόλαυση σε αυτό που του επιβάλλεται. Έτσι, στην πιο ριζική της εκδοχή, η καντιανή ηθική ΔΕΝ είναι «σαδιστική», αλλά διατυπώνει ακριβώς εκείνο το οποίο απαγορεύει: τη λήψη της θέσης ενός σαδικού εκτελεστή.

Σε μια τελική ανατροπή, η ψυχανάλυση παρ' όλα αυτά υπονομεύει τη θέση: «Sade ως η αλήθεια του ηθικού νόμου». Η κύρια προσπάθεια της είναι ακριβώς η κατάλυση του φαύλου κύκλου του Kant με τον Sade. Πώς είναι αυτό δυνατόν; Μόνο αν – σε αντίθεση με τον Kant – δεχθεί κανείς ότι η δύναμη της επιθυμίας δεν είναι «παθολογική» καθεαυτή. Εν συντομία, η ψυχανάλυση υποστηρίζει την αναγκαιότητα μιας «κριτικής της καθαρής επιθυμίας»: σε αντίθεση με τον Kant, για τον οποίο η ικανότητα να επιθυμούμε είναι εξ ολοκλήρου «παθολογική».

Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Το παρόν και το μέλλον μιας … τρίχρονης Μαρίνας

«Μαμά, μπορούμε να βγάλουμε το μωράκι μας έξω στο δρόμο για να το σπάσουν τα αυτοκίνητα…!» είπε η τριανταοκτώ μηνών Μαρίνα στην μαμά της όταν ρωτήθηκε από την τελευταία αν αγαπάει το μόλις τριών μηνών αδελφάκι της.

Το πρωτότοκο παιδί φθονεί ή ζηλεύει το δευτερότοκο και τα επόμενα αδέλφια του. Ο φθόνος αποτελεί πρωταρχικό συναίσθημα για κάθε άνθρωπο που έρχεται σε τούτη εδώ την ζωή. Πρωτογενής μορφή απόρριψης και αντιπάθειας του διαφορετικού άλλου, ο φθόνος, διαδραματίζει έναν θεμελιακό ρόλο στην ανάδυση κοινωνικών στάσεων και θεσμών, ως μια αντίδραση της κοινότητας ενάντια στην «διαλυτική» τάση του ατόμου.

«Αντίδραση» έγραψα, ας δούμε όμως, από πιο κοντά, πως και με ποιο αποτέλεσμα δημιουργείται αυτή η αντίδραση απέναντι στο πρωταρχικό και θεμελιώδες συναίσθημα της επιθετικότητας, του φθόνου προς τον άλλο.

Η Μαρίνα εχθρεύεται το μικρό αδελφάκι της διότι αυτό «κατέχει» την προσοχή των γονιών. Το βλέμμα τους που είναι στραμμένο προς εκείνο δημιουργεί ένταση στο «εγώ» της και γίνεται αιτία σύγκρουσης μαζί τους. Το αδελφάκι της «επιλέγεται» από το «εγώ» της να γίνει το «αντικείμενο του φθόνου της» και της επιθετικότητας που συνεπάγεται αυτός ο φθόνος. Η λίμπιντο της μόνο έτσι θα εκτονώσει την ένταση της, καταστρέφοντας το «αντικείμενο». Αυτό το «σπάσιμο» που χρησιμοποιεί η γλώσσα της μικρής Μαρίνας μας λέει την «αλήθεια» της: πρόκειται για ένα αντικείμενο που – ως τέτοιο – μπορούν να «το σπάσουν τα αυτοκίνητα». Μα δεν μπορεί να μας ξεγελάσει η Μαρίνα. Το μικρό της αδελφάκι δεν αποτελεί το «αντικείμενο της ενόρμησης» της. Η ενόρμηση δεν αναζητά κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο. Το ξέρουμε πια καλά αυτό: η ενόρμηση αναζητά το «αντικείμενο λίμπιντο». Αυτό δεν είναι υλικό. Η ενόρμηση αναζητά την ικανοποίηση αυτή καθαυτή, από όπου και όπως και αν προέρχεται. Ναι, η ικανοποίηση είναι ο στόχος της ενόρμησης και για αυτό αποκλείεται να κάνει λάθος. Η ενόρμηση ξέρει τον δρόμο της για να φτάσει στον στόχο της. Η ικανοποίηση είναι το αντικείμενο της και, άρα, ο στόχος της. Η ικανοποίηση δεν έχει υλικότητα. Δεν στοχεύει σε κανένα υλικό αντικείμενο. Εκείνη που κάνει λάθος είναι η επιθυμία. Μάλιστα, αυτή ναι, έχει όλη την πιθανότητα του λάθους. Η επιθυμία ναι, παρασύρεται από το ρεύμα και, ως εκ τούτου, μπορεί να πάρει λάθος δρόμο. Το μικρό αδελφάκι της Μαρίνας είναι το «αντικείμενο της επιθυμίας της». Το «μικρό αντικείμενο α», που θα μας έλεγε και ο Λακάν. Μιας επιθυμίας που στην ηλικία της (την φυσική) είναι διεστραμμένη και ως εκ τούτου καθόλου μετουσιωμένη. Αυτή η διεστραμμένη επιθυμία της κάνει λάθος: επιδιώκει την σύγκρουση με τους γονείς και έχει ως στόχο την καταστροφή του αντικειμένου της (που στην προκειμένη περίπτωση είναι το μικρό αδελφάκι της). Βλέπετε, τα παιδιά είναι από την φύση τους διεστραμμένα. Για την ψυχανάλυση η διαστροφή είναι φυσική, δηλαδή πρωτογενής. Η διαστροφική επιθυμία της Μαρίνας έχει όνομα και λέγεται φθόνος. Είναι πιο πρωτογενής από την ομαλότητα, το ομαλό είναι δευτερεύον. Η ενόρμηση είναι από την φύση της διεστραμμένη, ή αν προτιμάτε, η διαστροφή είναι η κανονικότητα της ενόρμησης. Τώρα μου έρχεται στο νου μια αναλυόμενη που συνήθιζε να λέει: «ακούστε, εγώ, πάντα, υπακούω στα συναισθήματα μου, κάνω ό,τι αυτά μου υπαγορεύουν!». Εκείνη ήταν μαζοχίστρια και ως εκ τούτου πολύ πιο κοντά στην μη μετουσιωμένη (δεν λέω «απωθημένη», δεν είναι το ίδιο) επιθυμία. Ήταν, με άλλα λόγια, στην ίδιας τάξης επιθυμία με εκείνη της Μαρίνας.

Ας προχωρήσουμε όμως λίγο επιχειρώντας μια προβολή στο μέλλον για να δούμε πως μπορεί να εξελιχθεί τούτη η διεστραμμένη επιθυμία της μικρής Μαρίνας. Απέναντι στην ευχή της για «σπάσιμο από τα αυτοκίνητα» του μικρού αδελφού της, η Μαρίνα συναντά την εκφορά του λόγου των γονιών της προς εκείνη: «Μαρίνα μου, είναι αδελφάκι σου και εμείς σας αγαπάμε και τα δύο εξίσου. Αγάπησε τον αδελφό σου και εσύ όπως σας αγαπάμε και εμείς». Τούτος ο λόγος εναντιώνεται στην ικανοποίηση της ενόρμησης της Μαρίνας και την καλεί – ως εκ τούτου – βίαια να ταυτιστεί με το αδελφάκι της. Για να συμβεί αυτή η ταύτιση – στο όνομα του λόγου του μεγάλου Άλλου, πλέον – η μικρή Μαρίνα πρέπει να δεχθεί να περικόψει την ικανοποίηση της ενόρμησης της προς χάρη του γονεϊκού μεγάλου Άλλου. Αν η Μαρίνα αποδεχθεί αυτήν την περικοπή τότε θα πάψει πια να είναι διεστραμμένη και θα οδηγηθεί στον ευνουχισμό. Θα αναγνωρίσει, δηλαδή τον μεγάλο Άλλο (τον Πατέρα), θα εντάξει τον «εγώ» της στην γλώσσα και θα ενεργοποιήσει έναν μηχανισμό που ονομάζουμε «απώθηση». Δηλαδή, αγαπημένη μας Μαρίνα «καλώς ήλθες στην νεύρωση!». Η απώθηση είναι ένας αμυντικός μηχανισμός ο οποίος έχει ως στόχο να αποσύρει το φθονερό συναίσθημα της διεστραμμένης – επί του παρόντος – Μαρίνας στο ασυνείδητο της. Λέω «αμυντικός» εννοώντας απέναντι στην ικανοποίηση της ενόρμησης. Η επιθετικότητα και η καταστροφή, βλέπετε, ουδόλως ενδιαφέρουν την ενόρμηση. Η τελευταία, όπως προ-είπα, ενδιαφέρεται μόνο για την ικανοποίηση (αντικείμενο – λίμπιντο) και δεν την απασχολεί καν ούτε ο τρόπος ούτε τα μέσα που θα φθάσει σε εκείνη. Τα τελευταία, είναι κρίσιμα μόνο για τον μεγάλο Άλλο (τον Πατέρα, πάει να πει).

Η απώθηση – ο μηχανισμός – έχει ως στόχο την απόσυρση του φθόνου και της επιθυμίας που τον συνιστά. Το αντικείμενο του φθόνου που είναι «το μισητό αδελφάκι της Μαρίνας» οφείλει να αποσυρθεί στο ασυνείδητο. Αν συμβεί κάτι τέτοιο τότε η θέση που καταλάμβανε στην ψυχή της τούτο το σημαίνον θα μείνει κενή. Άρα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέο-δημιουργημένη έλλειψη. Μια καινούργια επιθυμία πάει να δομηθεί τώρα και ένα νέο – αντικείμενο θα είναι ο στόχος αυτής της «νέας» επιθυμίας και αυτό διότι η ψυχή δεν αντέχει το κενό. Αυτό το νέο σημαίνον που θα έλθει να υποκαταστήσει το παλιό – απωθημένο είναι «το αγαπημένο αδελφάκι μου που όπως και εγώ είμαστε ένα – εξίσου μπροστά στην αγάπη των γονέων μας». Το «μισητό» θα γίνει «αγαπημένο» (εισαγωγή της «αγάπης» έναντι του «μίσους»). Το «αδελφάκι» και το «εγώ» από δύο που ήμαστε – το ένα απέναντι στο άλλο ένα – θα γίνουν «ένα», συσσωμάτωση πάει να πει. Το «ανώτερο» εγώ μου σε βάρος του «κατώτερου» άλλου που είναι το αδελφάκι μου θα γίνει «εξίσου» με μένα (δικαιοσύνη – ισότητα). Ο σχηματισμός αυτού του «ιδεώδους του εγώ» συνιστά έναν παράλληλο της απώθησης μηχανισμό τον οποίο, στην ψυχανάλυση, ονομάζουμε «αντίδραση». Πρόκειται για έναν μηχανισμό που «συνοδεύει» την απώθηση και έχει ως στόχο να «καλύψει» το κενό (την έλλειψη, την απωθημένη επιθυμία) που αφήνει η τελευταία.

Ο σχηματισμός «αντίδρασης» σημαίνει ότι εντείνεται η ευσυνειδησία ως αυτοσκοπός. Μπορεί, για παράδειγμα, να γίνουμε μάρτυρες μιας Μαρίνας που υπό την ιδιότητα της ως νομικού να υπηρετεί την δικαιοσύνη σε ακραίο βαθμό (τυπολατρικά) μέχρι του σημείου να είναι αδιάφορη απέναντι στο πραγματικό πρόβλημα που καλείται η δικαιοσύνη να δώσει λύση. Η ματαίωση της ενορμητικής ικανοποίησης (του φθόνου και της επιθετικότητας) οδηγεί την αποσυρθείσα λίμπιντο στον σχηματισμό μιας αντίδρασης μέσω της ισχυροποίησης – σε υπερβολικό συχνά βαθμό – του αντίθετου συναισθήματος. Η αμφιρροπία των συναισθημάτων η οποία επέτρεψε την απώθηση μέσω του σχηματισμού της αντίδρασης, αποτελεί το σημείο όπου επιτυγχάνεται η επιστροφή του απωθημένου. Το εξαφανισμένο συναίσθημα επανέρχεται μεταμορφωμένο ως «κοινωνικό άγχος», ως «συνειδησιακό άγχος», ως κριτική και κατηγορία του άλλου, ενώ η απωθημένη εικόνα μετατίθεται από το αρχικό, το κύριο αντικείμενο («το μισητό αδελφάκι»), σε άλλα άσχετα αντικείμενα.
Στην ψυχανάλυση, γνωρίζουμε πια ότι οι σχηματισμοί αντιδράσεων είναι ανεπαρκείς για να εξαφανίσουν την ένταση της απωθημένης ενόρμησης. Ιδιαίτερα, αν η άμοιρη Μαρίνα οδηγηθεί στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση, το «υπερεγώ» της θα αποτελεί τον κύριο μηχανισμό αντίδρασης. Η πρωταρχική σύγκρουση της Μαρίνας με τους γονείς της θα προεκταθεί και θα εσωτερικευθεί στην συνέχεια της ως συγκρούση ανάμεσα στο «υπερεγώ» και στο «εγώ» της. Το υπερεγώ σε αντίθεση με τον Ηθικό Νόμο (που είναι ένας μετουσιωτικός μηχανισμός, τον οποίο εγώ προτείνω ανεπιφύλακτα σε σχέση με την απώθηση) συγκροτεί το ασυνείδητο αίσθημα ενοχής, καθώς και τα ψυχαναγκαστικά στοιχεία κάθε ηθικής συνείδησης, κριτικής και ηθικού νόμου (κατηγορικής προσταγής, κατά τον Καντ). Το υπερεγώ έχει πάντα μια αρνητική όψη, όμως συχνά εμφανίζει μια αμφιρροπία, η οποία εκφράζεται ως η άλλη, η θετική όψη του, ως το Ιδεώδες του Εγώ. Εδώ οφείλω ίσως μια διευκρίνηση: ο Ηθικός Νόμος δεν είναι προϊόν εσωτερίκευσης αλλά οφείλεται στην ίδια ασυνείδητη δομή της γλώσσας. Στον βαθμό που η υπέρβαση (όχι απλώς η απώθηση) του οιδιπόδειου συμπλέγματος αποτυγχάνει, τότε η ενέργεια της απωθημένης ενόρμησης οδηγεί στον σχηματισμό αντίδρασης, στο Ιδεώδες του Εγώ. Η ψυχανάλυση τονίζει όμως πως αν η προσπάθεια μετουσίωσης και ταύτισης με τον άλλο αποτύχει, τότε η ένταση που υπάρχει εντός της ψυχής μετατίθεται σε πιο «υψηλές περιοχές», στον χώρο της εξιδανίκευσης, του Ιδεώδους του Εγώ (που δεν είναι το ίδιο με την δημιουργικότητα της μετουσίωσης).

Ως ιδεοψυχαναγκαστική η Μαρίνα μας, θα διατηρεί το «αντικείμενο της ασυνείδητης – απωθημένης επιθυμίας της» αλλά θα το μικραίνει, θα το υποβιβάζει, θα το ταπεινώνει γιατί μόνο έτσι μπορεί να το απολαύσει. Ακόμα και στο «ευχαριστώ» του άλλου η απάντηση της θα είναι του τύπου «σιγά, δεν ήταν και τίποτε σπουδαίο…σιγά το κατόρθωμα που με ευχαριστείς για αυτό!». Ο σεξουαλικός σύντροφος της θα υποβιβαστεί προκειμένου η απόλαυση του σώματος του να γίνει η μικρότερη δυνατή. Ενώ οι σεξουαλικές τάσεις θα μεταβληθούν σε επιθετικές εναντίον της επιθυμίας του αντικειμένου. Αυτό είναι το τίμημα που θα πληρώσει η ιδεοψυχαναγκαστική Μαρίνα για να «σώσει» την νευρωτική της επιθυμία. Το υπερεγώ της τώρα θα τιμωρήσει αυτές τις επιθετικές τάσεις του «εγώ» της καθώς και τον «υποβιβασμό» του αντικειμένου του γεμίζοντας την με αισθήματα ενοχής. Το αδίστακτο υπερεγώ της, όσο το άμοιρο «εγώ» της θα προσπαθεί, στο όνομα του Ιδεώδους, να περιορίσει τις επιθετικές, καταστροφικές, ακόμα και φονικές τάσεις που του επιβάλλει η ασυνείδητη – απωθημένη επιθυμία προς το αντικείμενο της, μεταβάλλοντας αυτές τις τάσεις σε θυμό, σε ύβρεις, σε υπερκινητικότητα κ.λπ. τόσο πιο αυστηρό και τιμωρητικό θα γίνεται σε βάρος της. Βλέπετε, το υπερεγώ παίρνει ως αφορμή για την «δράση» του τις ιδεαλιστικές, ουτοπικές απαιτήσεις του Ιδεώδους του Εγώ. Έτσι, η επιθετικότητα του υποκειμένου Μαρίνα αντί να στραφεί ενάντια στους άλλους θα στρέφεται ενάντια στο ίδιο.               
Να λοιπόν, πως ο φθόνος, ως πρωταρχικό συναίσθημα καθορίζει το παρόν και το μέλλον της Μαρίνας η οποία δεν έχει «κλείσει» καλά – καλά ούτε τον τέταρτο χρόνο της ζωής της!