Ο
συνομιλητής μου παρέθεσε το ακόλουθο επιχείρημα στην προσπάθεια του να
υποστηρίξει την Καντιανή ηθική του:
«Ας
υποθέσουμε ότι κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατο να αντισταθεί στον πόθο
του όταν το επιθυμητό αντικείμενο και η ευκαιρία είναι παρόντα. Ρωτήστε τον αν
θα ήλεγχε τα πάθη του στην περίπτωση που μπροστά στο σπίτι όπου θα είχε αυτή
την ευκαιρία είχε στηθεί μία αγχόνη στην οποία θα απαγχονιζόταν αμέσως μόλις
ικανοποιήσει τον πόθο του. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε πολύ για να
μαντέψουμε ποια θα ήταν η απάντησή του».
Το
αντεπιχείρημα μου, στην προσπάθεια μου να υποστηρίξω την ψυχαναλυτική ηθική
ήταν:
«Και αν συναντούσαμε ένα υποκείμενο (όπως
συχνά συμβαίνει στην ψυχανάλυση) που μπορεί να απολαύσει πλήρως ένα βράδυ
πάθους μόνο αν κάποια μορφή «αγχόνης» το απειλεί, δηλαδή όταν ικανοποιείται
μόνο παραβιάζοντας κάποιας μορφής απαγόρευση;»
Με
το αντεπιχείρημα μου δεν προσπάθησα να οδηγήσω την συζήτηση μας στο
απλουστευτικό συμπέρασμα ότι κάθε ηθική πράξη, όσο αγνή και ανιδιοτελής και αν
φαίνεται, στηρίζεται σε κάποιο «παθολογικό» κίνητρο (το μακροπρόθεσμο συμφέρον
του φορέα, τον θαυμασμό του περιβάλλοντος, έως και την «αρνητική» ικανοποίηση
την οποία προσφέρουν τα πάθη και οι ψυχαναγκασμοί που απαιτούν συχνά οι ηθικές
πράξεις). Όχι, δεν είχα τέτοια πρόθεση. Εκεί που εστίασα ήταν στην παράδοξη
αντιστροφή μέσω της οποίας η επιθυμία καθεαυτή (δηλ. το πράττειν με μόνη βάση
την επιθυμία, χωρίς εξωτερικούς συμβιβασμούς και μεσολαβήσεις) δεν μπορεί πλέον να θεμελιωθεί σε
«παθολογικά» συμφέροντα και κίνητρα. Βλέπετε, ο συνομιλητής μου – οπαδός της
καντιανής ηθικής (τουλάχιστον έτσι όπως την «διάβαζε» εκείνος) – επέμεινε στην
θέση ότι υπάρχει ένα απόλυτο χάσμα μεταξύ των παθολογικών συναισθημάτων και του
καθαρού τύπου του ηθικού νόμου. Ισχυρίζονταν δηλαδή, ότι το «να κάνει κανείς το
καθήκον του» έχει τεράστια απόσταση από το «να ακολουθεί κανείς την επιθυμία
του».
Για
να μην αδικήσω όμως, τον συνομιλητή μου πρέπει, οφείλω να ομολογήσω ότι η «ανάγνωσή
του» δεν στερείται «αντικειμενικής» βάσης. Πράγματι, δεν ήταν μήπως ο Sade εκείνος
που ανέπτυξε με συνέπεια την εσωτερική δυνατότητα της καντιανής φιλοσοφικής
επανάστασης, με την ακριβή σημασία ότι εξωτερίκευσε με ειλικρινή τρόπο τη Φωνή
της Συνείδησης; Μήπως δεν αποτελεί – τουλάχιστον για πολλούς από εμάς – την αλήθεια
της καντιανής ηθικής προσταγής ο σαδισμός του νόμου, δηλαδή ότι ο καντιανός
νόμος είναι ένας φορέας του υπερεγώ που σαδιστικά απολαμβάνει το αδιέξοδο του
υποκειμένου, την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στις αδυσώπητες απαιτήσεις του,
όπως ο δάσκαλος που βασανίζει τους μαθητές του με αδύνατα καθήκοντα, ενώ κρυφά
επιδιώκει την απογοήτευσή τους; Σας καλώ να θυμηθείτε, σε αυτό το σημείο, την
προηγούμενη ανάρτηση μου με τίτλο «Το παρόν και το μέλλον μιας … τρίχρονης
Μαρίνας» όπου διαπίστωνα σκιαγραφώντας το «μέλλον» της τρίχρονης – σήμερα –
Μαρίνας: «Το υπερεγώ της τώρα θα τιμωρήσει αυτές τις επιθετικές τάσεις του
«εγώ» της καθώς και τον «υποβιβασμό» του αντικειμένου του γεμίζοντας την με
αισθήματα ενοχής. Το αδίστακτο υπερεγώ της, όσο το άμοιρο «εγώ» της θα
προσπαθεί, στο όνομα του Ιδεώδους, να περιορίσει τις επιθετικές, καταστροφικές,
ακόμα και φονικές τάσεις που του επιβάλλει η ασυνείδητη – απωθημένη επιθυμία
προς το αντικείμενο της, μεταβάλλοντας αυτές τις τάσεις σε θυμό, σε ύβρεις, σε
υπερκινητικότητα κ.λπ. τόσο πιο αυστηρό και τιμωρητικό θα γίνεται σε βάρος της.
Βλέπετε, το υπερεγώ παίρνει ως αφορμή για την «δράση» του τις ιδεαλιστικές,
ουτοπικές απαιτήσεις του Ιδεώδους του Εγώ. Έτσι, η επιθετικότητα του
υποκειμένου Μαρίνα αντί να στραφεί ενάντια στους άλλους θα στρέφεται ενάντια
στο ίδιο». Μήπως αυτός, ο εσωτερικός πόνος τον οποίο βιώνει η κάθε Μαρίνα που «έκανε
το καθήκον της», δεν συγγενεύει με τον σαδικό πόνο που ο Μαρκήσιος εκτιμά τόσο
πολύ αντιμετωπίζοντας τον ως σημαντική προτεραιότητα έναντι της ικανοποίησης
που ακολουθεί;
Η
θέση της ηθικής της ψυχανάλυσης είναι ότι αυτή
η συγκαλυμμένη σαδική διάσταση ενός «ηθικού (σεξουαλικού) πάθους» είναι εσωτερική
στο καντιανό θεωρητικό οικοδόμημα. Ας θυμηθούμε εδώ τον καντιανό ορισμό του
γάμου: «το συμβόλαιο μεταξύ δύο ενηλίκων του αντίθετου φύλου για την αμοιβαία
χρήση των σεξουαλικών τους οργάνων». Μήπως αυτός ο ορισμός δεν είναι εξ
ολοκλήρου σαδικός, αφού υποβιβάζει τον Άλλο, τον σεξουαλικό σύντροφο του
υποκειμένου, σ' ένα μερικό αντικείμενο, στο σωματικό του/της όργανο που
προσφέρει απόλαυση, αγνοώντας τον/την ως την ολότητα του ανθρώπινου προσώπου; Εκείνο
που ήθελα να τονίσω με το παραπάνω αντεπιχείρημα ήταν ότι: παρόλο που ο ο Kant
επιμένει στο απόλυτο χάσμα μεταξύ των παθολογικών συναισθημάτων και του καθαρού
τύπου του ηθικού νόμου, υπάρχει ένα a priori συναίσθημα που το υποκείμενο
βιώνει αναγκαία όταν έρχεται αντιμέτωπο με τον ηθικό νόμο: ο πόνος της
ταπείνωσης (λόγω της πληγωμένης ανθρώπινης υπερηφάνειας, η οποία πηγάζει από
το «ριζικό κακό» της ανθρώπινης φύσης). Για την ψυχανάλυση, αυτή η καντιανή
προτεραιότητα του πόνου ως του μόνου a priori συναισθήματος είναι στενά
συνδεδεμένη με την έννοια του πόνου στον Sade (βασανισμός και ταπείνωση του
άλλου, βασανισμός και ταπείνωση από τον άλλον), ως ο προνομιακός τρόπος
πρόσβασης στη σεξουαλική απόλαυση [jouissance] (το επιχείρημα του Sade είναι
βεβαίως ότι ο πόνος πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι της ευχαρίστησης,
λαμβάνοντας υπόψη τη μεγαλύτερη διάρκειά του – η ευχαρίστηση περνάει, ενώ ο
πόνος μπορεί να διαρκέσει επ' αόριστον).
Από
την άλλη, υπάρχει και μια άλλη συμπληρωματική παράμετρος που ακολουθεί τον
ηθικό νόμο: ο Kant δεν θέτει το ερώτημα ποιος είναι το υποκείμενο που εκφέρει
τον ηθικό νόμο. Ποιος είναι ο φορέας της απροϋπόθετης ηθικής προσταγής. Μέσα
στον δικό του ορίζοντα αυτή η ερώτηση είναι άνευ νοήματος, εφόσον ο ηθικός
νόμος είναι μια απρόσωπη επιταγή «που δεν προέρχεται από πουθενά», δηλαδή είναι
τελικά αυτοτιθέμενος, προϋποτιθέμενος από το ίδιο το υποκείμενο ως αυτόνομος. Η
ψυχανάλυση στην αναφορά της στον Sade, διαβάζει αυτή την απουσία ως μια πράξη
εξαφάνισης, «απώθησης» του φορέα του ηθικού νόμου, και είναι ο Sade εκείνος ο
οποίος τον καθιστά ορατό στη φιγούρα του «σαδιστή» εκτελεστή-βασανιστή. Τούτος
ο εκτελεστής είναι αυτός που φέρει τον ηθικό νόμο, αυτός που βρίσκει
ευχαρίστηση στον πόνο και στον εξευτελισμό των ηθικών υποκειμένων.
Θα
μου πείτε βέβαια, ίσως και με το δίκιο σας, ότι το ίδιο δεν κάνει και ο
Μαρκήσιος αλλά από την ανάποδη; Εκεί δηλαδή που ο ηθικός νόμος προστάζει –
απροϋπόθετα – το υποκείμενο «κάνε το καθήκον σου!», ο Sade τοποθετεί
– το ίδιο απροϋπόθετα με τον ηθικό νόμο – το πιο ριζικό του αντίθετό, την
διαταγή να ακολουθήσεις στο έσχατο όριο τα εξ ολοκλήρου παθολογικά,
συμπτωματικά καπρίτσια που προκαλούν ευχαρίστηση, υποβιβάζοντας ανελέητα όλους
τους συνανθρώπους σου σε όργανα της απόλαυσής σου; Μήπως ο δεύτερος καταδεικνύει,
τάχα, τον φορέα της προσταγής;
Όμως,
είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε τη σύνδεση ανάμεσα στη φιγούρα του «σαδιστή»
βασανιστή-εκτελεστή ως το πραγματικό «υποκείμενο της διατύπωσης» της καθολικής
ηθικής προσταγής. Η σαδική μετακίνηση από τον καντιανό σεβασμό στη βλασφημία
–δηλαδή από τον σεβασμό στον Άλλο (τον συνάνθρωπο), στην ελευθερία του και την
αυτονομία του, και επίσης τη συμπεριφορά προς αυτόν ως συμπεριφορά προς κάτι
αυτοτελές– ακριβώς στον υποβιβασμό όλων των Άλλων σε αναλώσιμα όργανα προς
ανελέητη εκμετάλλευση, είναι αυστηρώς
συνδεδεμένη με το γεγονός ότι το «υποκείμενο της εκφοράς» της ηθικής προσταγής,
που είναι αόρατο στον ηθικό νόμο, προϋποθέτει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά
του σαδικού εκτελεστή.
Με
άλλα λόγια, η κρισιμότητα αυτού που ισχυρίζομαι είναι ότι εκείνο το οποίο
επιτυγχάνει ο Sade είναι να διαρρήξει τον δεσμό των δύο στοιχείων που στα μάτια
του ηθικού νόμου είναι συνώνυμα και αλληλοκαλυπτόμενα: της αυτοτελούς ηθικής
προσταγής από την μια και της ηθικής καθολικότητας αυτής της προσταγής από την
άλλη. Ο Sade διατηρεί τη δομή μιας απροϋπόθετης προσταγής, θέτοντας όμως ως
περιεχόμενό της την έσχατη παθολογική μοναδικότητα. Και αυτό είναι το σπουδαίο
του εγχειρήματος του. Αυτή η «συγκάλυψη» των δύο στοιχείων είναι που οδήγησε
μια αναλυόμενη, σε μια πρόσφατη συνεδρία, να διατυπώσει με έκπληξη την ερώτηση προς
τον αναλυτή της: «Μα αυτό που συμβαίνει
σε μένα, αυτό που ακολουθώ εγώ, δεν συμβαίνει και στους άλλους ανθρώπους (!!!);».
Πάντως, το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Η
αποφασιστική ερώτηση είναι η εξής: Είναι ο καντιανός ηθικός νόμος μεταφράσιμος
στη φροϋδική έννοια του υπερεγώ ή όχι; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε πράγματι ο
Sade αποτελεί την αλήθεια της καντιανής ηθικής. Αν, ωστόσο, ο καντιανός ηθικός
νόμος δεν μπορεί να ταυτιστεί με το υπερεγώ [εφόσον, όπως το θέτει η ψυχανάλυση,
ο ηθικός νόμος είναι ταυτόσημος με την επιθυμία καθεαυτή, ενώ το υπερεγώ
τροφοδοτείται ακριβώς από τον συμβιβασμό του υποκειμένου ως προς την επιθυμία
του/της – η ενοχή που διατηρείται από το υπερεγώ, μαρτυράει το γεγονός ότι το
υποκείμενο έχει κάπου προδώσει (ή
συμβιβαστεί ως προς) την επιθυμία του], τότε ο Sade δεν είναι όλη η αλήθεια της
καντιανής ηθικής, αλλά μια μορφή διεστραμμένης πραγματοποίησης της. Εν
συντομία, μακράν από το να είναι «πιο ριζοσπαστικός από τον Kant», ο Sade
καταδεικνύει τι συμβαίνει όταν το υποκείμενο προδίδει την αληθινή αυστηρότητα της καντιανής ηθικής.
Αυτή
η διαφορά είναι κρίσιμη στις πολιτικές της συνέπειες: στο βαθμό που η λιβιδική
δομή των «ολοκληρωτικών» καθεστώτων είναι διεστραμμένη (το υποκείμενο του
ολοκληρωτισμού λαμβάνει τη θέση του αντικειμένου-οργάνου της απόλαυσης
[jouissance] του Άλλου), η πρόταση «ο Sade είναι η αλήθεια του Kant» θα σήμαινε
ότι η καντιανή ηθική πράγματι υποκρύπτει δυνατότητες ολοκληρωτισμού. Ωστόσο, στον βαθμό που προσλαμβάνουμε την καντιανή
ηθική ακριβώς ως απαγόρευση του υποκειμένου να λάβει τη θέση του
αντικειμένου-οργάνου της απόλαυσης [jouissance] του Άλλου, δηλαδή το υποκείμενο
καλείται να αναλάβει την πλήρη ευθύνη για όσα ισχυρίζεται ότι είναι το Καθήκον
του, τότε ο Kant είναι κατ' εξοχήν αντι-ολοκληρωτιστής!
Αλλά,
πως πρέπει να αντιληφθούμε την «ανάληψη της πλήρους ευθύνης» από μέρους του
υποκειμένου «για όσα ισχυρίζεται ότι είναι το Καθήκον του»; Πως θα αποφύγουμε
την υπαρξιακή παγίδα «δεν φταίω εγώ, τι να κάνω, είναι στην φύση μου να πράττω
έτσι, Άνθρωπος είμαι..! Μόνο έτσι δεν νιώθω άδειος!»; Υπόδειγμα αυτής της παγίδας,
περίπτωσης του «παθολογικού» συμπτωματικού στοιχείου που υψώνεται στο επίπεδο
μιας άνευ όρων απαίτησης είναι, φυσικά, αυτή ενός καλλιτέχνη απόλυτα
ταυτισμένου με την καλλιτεχνική του αποστολή, την οποία ακολουθεί ελεύθερα
χωρίς καμιά ενοχή ως εσωτερικό περιορισμό, και είναι ανίκανος να επιβιώσει
χωρίς αυτή. Επίσης πως θα αποφύγουμε την αντίθετη παγίδα της «ρίψης της ευθύνης
στον Άλλο» («αφού το Ασυνείδητο είναι ο λόγος [discourse] του Άλλου – δεν είμαι
υπεύθυνος για τους σχηματισμούς του, είναι ο μεγάλος Άλλος που μιλά μέσα από
εμένα, εγώ είμαι απλά το όργανό του...»);
Η
ψυχανάλυση απαντάει εδώ: η καντιανή καθολική ηθική της κατηγορικής προσταγής
αποτυγχάνει να λάβει υπ' όψη της τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση στην οποία
εμπλέκεται το υποκείμενο, που παρέχει το καθορισμένο περιεχόμενο του Καλού:
εκείνο το οποίο διαφεύγει από τον καντιανό ηθικό νόμο είναι η καθορισμένη
ιστορικά συγκεκριμένη Υπόσταση της ηθικής ζωής. Ωστόσο, σ' αυτή την προσέγγιση
μπορεί να αντιπαρατεθεί ο ισχυρισμός ότι η μοναδική δύναμη της καντιανής ηθικής
βρίσκεται στην ίδια την αφηρημένη μορφή: ο ηθικός νόμος δεν μου λέει ποιο είναι
το καθήκον μου, απλώς μου λέει ότι πρέπει να το φέρω εις πέρας. Δηλαδή, δεν
είναι δυνατόν να εξαχθούν οι συγκεκριμένες νόρμες που πρέπει να ακολουθήσω στην
ιδιαίτερη κατάστασή μου από τον ηθικό νόμο καθεαυτόν – αυτό σημαίνει ότι το
υποκείμενο πρέπει να λάβει αφ' εαυτού του την ευθύνη της «μετάφρασης» της
αφηρημένης προσταγής του ηθικού νόμου σε μια σειρά από συγκεκριμένες
υποχρεώσεις.
Όχι,
δεν πρόκειται περί αυτού αλλά υπάρχει και μια άλλη ερμηνεία που έχουμε να
προτείνουμε: αντί για την απλή εφαρμογή μιας καθολικής κατηγορίας σ' ένα
συγκεκριμένο αντικείμενο ή την υπαγωγή του αντικειμένου σ' έναν ήδη δεδομένο
καθολικό προσδιορισμό: το Εγώ κατά
κάποιον τρόπο επινοεί την καθολική-αναγκαία-υποχρεωτική του διάσταση και έτσι
υψώνει αυτό το συγκεκριμένο-τυχαίο αντικείμενο (πράξη) στο αξιακό επίπεδο του
ηθικού Πράγματος.
Συνεπώς,
υπάρχει πάντα κάτι υψηλό στη διακήρυξη μιας κρίσης που καθορίζει το καθήκον
μας: μέσα σε αυτήν «εξυψώνω ένα αντικείμενο στο επίπεδο του Πράγματος» (ο
λακανικός ορισμός της μετουσίωσης). Η πλήρης παραδοχή
αυτού του παραδόξου μας υποχρεώνει επίσης να απορρίψουμε κάθε αναφορά στο
καθήκον σαν δικαιολογία: «Ξέρω ότι είναι δύσκολο και μπορεί να είναι επίπονο,
αλλά τι να κάνω, είναι το καθήκον μου...». Το κοινότοπο σύνθημα της ηθικής
αυστηρότητας είναι: «Δεν υπάρχει δικαιολογία για τη μη εκπλήρωση του
καθήκοντος!» Η αναφορά στο καθήκον σαν δικαιολογία για να κάνουμε το καθήκον
μας πρέπει να απορριφθεί ως υποκριτική. Αρκεί να ανακαλέσουμε το παροιμιώδες
παράδειγμα ενός αυστηρού σαδιστή δασκάλου που υποβάλλει τους μαθητές του σε
ανελέητη πειθαρχία και βασανισμό. Φυσικά, η δικαιολογία του στον εαυτό του (και
στους άλλους) είναι: «Εγώ ο ίδιος το βρίσκω δύσκολο να ασκώ τέτοια πίεση στα
καημένα παιδιά, αλλά τι μπορώ να κάνω – είναι το καθήκον μου!». Το πιο συναφές
παράδειγμα είναι αυτό ενός σταλινικού πολιτικού που αγαπά την ανθρωπότητα, αλλά
παρ' όλα αυτά εκτελεί φριχτές εκκαθαρίσεις και εκτελέσεις. Η καρδιά του πονάει
καθώς το κάνει αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι γι' αυτό, είναι το καθήκον του
προς την πρόοδο της Ανθρωπότητας.
Αυτό
το οποίο συναντούμε εδώ είναι η σωστή διεστραμμένη συμπεριφορά της υιοθέτησης
της θέσης του καθαρού οργάνου της Βούλησης του μεγάλου Άλλου: δεν είναι ευθύνη
μου, δεν είμαι εγώ που πράγματι κάνω κάτι, εγώ είμαι απλά ένα όργανο της
υψηλότερης Ιστορικής Αναγκαιότητας… Η αισχρή απόλαυση [jouissance] αυτής της
κατάστασης γεννάται από το γεγονός ότι εκλαμβάνω τον εαυτό μου ως αθωωμένο για
ό,τι κάνω: δεν είναι ωραίο να είμαι ικανός να προκαλώ πόνο στους άλλους με την
πλήρη επίγνωση ότι δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για αυτό, ότι απλώς εκπληρώνω τη
Βούληση του Άλλου… Αυτό είναι που η καντιανή ηθική απαγορεύει. Αυτή η θέση του
διαστροφικού σαδιστή παρέχει την απάντηση στο ερώτημα: πώς μπορεί το υποκείμενο
να είναι ένοχο όταν απλά συνειδητοποιεί μια «αντικειμενική», εξωτερικά
επιβαλλόμενη αναγκαιότητα; Με την υποκειμενική πρόσληψη μιας «αναγκαίας
αντικειμενικότητας», δηλαδή βρίσκοντας απόλαυση σε αυτό που του επιβάλλεται.
Έτσι, στην πιο ριζική της εκδοχή, η καντιανή ηθική ΔΕΝ είναι «σαδιστική», αλλά διατυπώνει
ακριβώς εκείνο το οποίο απαγορεύει: τη λήψη της θέσης ενός σαδικού εκτελεστή.
Σε
μια τελική ανατροπή, η ψυχανάλυση παρ' όλα αυτά υπονομεύει τη θέση: «Sade ως η
αλήθεια του ηθικού νόμου». Η κύρια προσπάθεια της είναι ακριβώς η κατάλυση του
φαύλου κύκλου του Kant με τον Sade. Πώς είναι αυτό δυνατόν; Μόνο αν – σε αντίθεση με τον Kant – δεχθεί
κανείς ότι η δύναμη της επιθυμίας δεν είναι «παθολογική» καθεαυτή. Εν συντομία,
η ψυχανάλυση υποστηρίζει την αναγκαιότητα μιας «κριτικής της καθαρής
επιθυμίας»: σε αντίθεση με τον Kant, για τον οποίο η ικανότητα να επιθυμούμε
είναι εξ ολοκλήρου «παθολογική».

