Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Η ανατομία της σαγήνης

Σαγήνη: Επεισόδιο που θεωρείται εναρκτήριο (αλλά που ενδέχεται
να ανασυντίθεται εκ των υστέρων). Κατά τη διάρκεια
του το ερωτευμένο υποκείμενο «σαγηνεύεται» (αιχμαλωτίζεται
και μαγεύεται) από την εικόνα του αγαπημένου αντικειμέ-
νου (λαϊκή ονομασία: κεραυνοβόλος ερωτας, λόγια ονομασία:
ερωτοπληξία).

Το γλωσσικό όργανο (το λεξιλόγιο) καθιέρωσε από παλιά
την ισοδυναμία μεταξύ έρωτα και πολέμου: και στις
δυό περιπτώσεις το θέμα είναι να κατακτήσεις, να σαγηνεύσεις,
να αιχμαλωτίσεις, κλπ. Κάθε φορά που ένα
υποκείμενο «πέφτει» στά δίχτυα του έρωτα, επαναφέρει
στο σήμερα ένα κομμάτι από την αρχαϊκή εποχή, οπότε
οι άντρες όφειλαν νά κλέβουν τις γυναίκες (για να εξασφαλίζεται
η εξωγαμία): κάθε ερωτευμένος που δέχεται
το πλήγμα του κεραυνοβόλου έρωτα έχει κάτι από μια
Σαβίνη[1] (ή όποιαδήποτε άλλη από τις διάσημες Απαχθείσες).
Κι όμως, τι περίεργη αλλαγή θέσεων! Στον αρχαίο μύθο,
ο σαγηνευτής είναι ενεργητικός, θέλει ν’ αρπάξει τη
λεία του, είναι υποκείμενο της απαγωγής (της οποίας το
αντικείμενο είναι, όπως το ξέρουμε όλοι, μια Γυναίκα,
πάντοτε παθητική). Στο σύγχρονο μύθο (το μύθο του
έρωτα-πάθους) ισχύει το αντίθετο: ο σαγηνευτής δε θέλει
τίποτε, δεν κάνει τίποτε: παραμένει ακίνητος (σαν μια εικόνα), ενώ το σαγηνευτικό αντικείμενο είναι στην πραγματικότητα το υποκείμενο της απαγωγής. Το Αντικείμενο
της αιχμαλωσίας γίνεται υποκείμενο του έρωτα,
ενώ το υποκείμενο της κατάκτησης περνά στην τάξη του
αγαπημένου Αντικειμένου. (Ωστόσο, από το αρχαϊκό
πρότυπο εξακολουθεί να επιζεί ένα δημόσιο ίχνος: ο ερωτευμένος - αύτός πού σαγηνεύθηκε – υπονοείται πάντα ως θηλυκοποιημένος).
Αυτή ή μοναδική αντιστροφή προέρχεται, ίσως, από το
ότι για μας (από το χριστιανισμό και εντεύθεν) «υποκείμενο»
 είναι αυτός που υποφέρει: όπου υπάρχει πληγή,
υπάρχει και υποκείμενο.
Κι όσο πιο χαίνουσα[2] είναι αυτή η πληγή, όσο περισσότερο
προς το κέντρο του σώματος (στην «καρδιά») κείται,
τόσο περισσότερο το υποκείμενο αποβαίνει υποκείμενο:
γιατί υποκείμενο είναι το ενδόμυχο («Η πληγή [...] είναι
τρομερά ενδόμυχη»). Αυτό είναι η ερωτική πληγή:
ένα ριζικό χάσμα (στις «ρίζες» του όντος), που δεν καταφέρνει
να κλείσει κι άπ’ όπου το υποκείμενο εκχέεται, και συγκροτείται ως υποκείμενο μέσα σ’ αυτήν
ακριβώς τήν έκχυση.

Αρκεί νά φανταστούμε τή Σαβίνη μας λαβωμένη για να την κάνουμε το υποκείμενο μιας
ερωτικής ιστορίας.

Ο κεραυνοβόλος έρωτας είναι μια ύπνωση: γοητεύομαι
από μιαν εικόνα: αρχικά, συγκλονίζομαι, ηλεκτρίζομαι,
μετατίθεμαι, ανατρέπομαι, «τορπιλλίζομαι», πράγμα
που έπαθε ό Μένων από τον Σωκράτη, το πρότυπο αυτό
των αγαπημένων αντικειμένων, των σαγηνευτικών εικόνων,
ή και προσηλυτίζομαι από μιαν οπτασία, γιατί
σε τίποτε δεν ξεχωρίζει η οδός προς την έρωτοπληξία από την οδό προς τη Δαμασκό,
στη συνέχεια, παγιδεύομαι,
συμπιέζομαι, ακινητοποιούμαι με τη μύτη κολλημένη
στην εικόνα (στον καθρέφτη).

Λένε ότι πριν από το υπνωτικό επεισόδιο επέρχεται μια
κατάπτωση: το υποκείμενο, κατά κάποιον τρόπο, α-
δειάζει, γίνεται διαθέσιμο, προσφέρεται, δίχως να το
ξέρει, στην απαγωγή που θά ’ρθει να το ξαφνιάσει.
Αυτή η «εξαίσια γαλήνη» δεν
είναι παρά μια αναμονή - ένας πόθος: ποτέ δεν πέφτω
στά δίχτυα του έρωτα εφόσον προηγουμένως δεν το έχω
ποθήσει. Το κενό που παράγω μέσα μου (και για το
οποίο αλαζονεύομαι αθώα) δεν είναι παρά αυτό το μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
κατά το οποίο, χωρίς να δείχνω τίποτε εξωτερικά,
ψάχνω μέ τά μάτια ολόγυρά μου να δω ποιόν Θ’ Αγαπήσω.

«Τον κοροίδευα τον έρωτα, δεν τον πίστευα…», λέει ο ποιητής της θάλασσας ο Καβαδίας (Κόλιας για τους πιο δικούς) «…Ίσως τον φοβόμουνα, γιατί όχι; Και χθες πήγα στον Πειραιά, κι έψαχνα να βρω κάτι … μια γυναίκα που μου πε μια φορά: «Σε καταριέμαι να αγαπήσεις εξήντα χρονών και να δούμε τότε πως θα γελάς τώρα που φεύγεις!» Και πήγα στο νεκροταφείο να της ανάψω ένα κερί παρόλο που δεν πιστεύω στο θεό. Ήμουν, τότε εγώ είκοσι και ήταν αυτή πενήντα».
«Φυσικό ήτανε τότε να φύγεις» του απαντά ο συνομιλητής του. «Φυσικά ναι. Αλλά τώρα η κοπέλα που αγαπάω εγώ είναι 25 και εγώ 60!» ανταπαντά ο Κόλιας.

Βέβαια, στον έρωτα, όπως και στην απαγωγή στο
ζωικό βασίλειο, χρειάζεται ένας πυροδότης* το δέλεαρ
είναι περιστασιακό, αλλά η δομή είναι βαθιά, κανονική,
όπως εποχιακό είναι το ζευγάρωμα. Ωστόσο, ο μύθος
του «κεραυνοβόλου έρωτα» είναι τόσο ισχυρός (το
πράγμα μου ’ρχεται κατακέφαλα, χωρίς να το περιμένω,
χωρίς να το θέλω, χωρίς να έχω την παραμικρή συμμετοχή),
ώστε μένουμε κατάπληκτοι όταν τυχόν ακούμε
κάποιον να λέει ότι Αποφάσισε να ερωτευτεί: Πώς! Να
πάρω απόφαση αν πρέπει να τρελαθώ (λες ο έρωτας να
είναι η τρέλα που εγώ θέλω);

Στο ζωικό κόσμο, ο πυροδότης του σεξουαλικού μηχανισμού
δέν είναι μια ξεχωριστή ατομική οντότητα, αλλά
μια μορφή, ένα χρωματιστό φετίχ (έτσι άρχίζει να κάνει
πανιά το Φαντασιακό). Στην ελκυστική εικόνα δε με εντυπωσιάζει
(σαν ένα ευαίσθητο χαρτί) το άθροισμα των
λεπτομερειών της, αλλά η τάδε ή δείνα καμπύλη της.
Αυτό που εκπορεύεται ξάφνου από τον άλλον για να με
πλήξει (να με σαγηνεύσει) είναι η φωνή, η κάμψη των
ώμων, η λιγνάδα της σιλουέτας, η χλιαρότητα των χεριών,
η γραμμή ενός χαμόγελου, κτλ. Από τη στιγμή
εκείνη, τι μ’ ενδιαφέρει η αισθητική της εικόνας; Κάτι
έρχεται και προσαρμόζεται τέλεια στον πόθο μου (για
τον οποίο αγνοώ τα πάντα)* δεν πρόκειται λοιπόν να
κάνω καμιά επιλογή ύφους. Στον άλλον, άλλοτε με διεγείρει
η συμμόρφωσή του προς ένα μέγα πολιτισμικό πρότυπο (νομίζω ότι τον βλέπω ζωγραφισμένον από
κάποιον καλλιτέχνη του παρελθόντος)* άλλοτε, αντίθε-
τα, μια κάποια αφέλεια στην όψη της οπτασίας ανοίγει
μέσα μου την πληγή: μπορώ να ερωτοχτυπηθώ με μια
ελαφρώς χυδαία στάση (που ο άλλος την παίρνει θέλοντας
νά προκαλέσει): υπάρχουν λεπτές, ρευστές χυδαιότητες,
πού διατρέχουν εν τάχει το σώμα του άλλου: μια
σύντομη (αλλά άκραία) κίνηση απόκλισης των δαχτύ-
λων, ο τρόπος που ανοίγει τα πόδια, που κινεί τη σαρκώδη
μάζα των χειλιών τρώγοντας, που επιδίδεται σε
μια πολύ πεζή ενασχόληση, που καθιστά το κορμί του,
για μια στιγμή, βλακώδες με τη στάση που παίρνει (αυ-
τό που μέ ελκύει στη «χυδαιότητα» του άλλου, είναι
ίσως ότι, προς στιγμήν, συλλαμβάνω απάνω του, ξεκομμένη
από το υπόλοιπο ατομό του, μια πορνική χειρονομία).

«Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες»
Τι κι αν «κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες»,
τι κι αν «μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα»
για μας θα ναι «η γοργόνα που αγαπήσαμε».

Το χαρακτηριστικό που με πλήττει (άλλος ένας
κυνηγετικός όρος) αναφέρεται σ’ έναν κόκκο πρακτικής,
στη φευγαλέα στιγμή μιας στάσης, κοντολογίς σ’
ένα σχήμα (σχήμα είναι το σώμα εν κινήσει, εν κατα-
στάσει, εν ζωή).

Πρώτα άπ’ όλα άγαπάμε έναν πίνακα. Γιατί ο
κεραυνοβόλος έρωτας χρειάζεται ακόμη και το ίδιο το σημείο της αιφνιδιότητάς του (που με καθιστά ανεύθυνο, υποκείμενον στο μοιραίο, με παρασύρει, με σαγηνεύει):
απ’ όλες τις διατάξεις αντικειμένων, αυτή που
διακρίνεται καλύτερα με το πρώτο είναι ο πίνακας: μια
αυλαία ξεσκίζεται, αυτό που δεν είδες ποτέ ίσαμε κείνη
τη στιγμή, αποκαλύπτεται στο σύνολό του και το καταβροχθίζεις
πια με τα μάτια: το άμεσο ισοδυναμεί με το
πλήρες: μυούμαι: ο πίνακας καθιερώνει το αντικείμενο
που πρόκειται ν’ αγαπήσω.

Το καθετί είναι ικανό να με σαγηνεύσει. Τούτο μπορεί
να συμβει μέσα από ένα περίγραμμα, μια σχισμή: «Είδα
για πρώτη φορά τον X μεσ’ από το τζάμι ενός αυτοκινήτου:
το τζάμι μετατοπιζόταν, σαν ένας αντικειμενικός
φακός που γύρευε να βρει μέσα στο πλήθος ποιον ν ’
αγαπήσω. Και τώρα που με ακινητοποίησε, κι εγώ δεν
ξέρω ποια ακρίβεια του πόθου μου, στύλωσα τα μάτια
πάνω σ’ αυτήν την οπτασία που επρόκειτο έκτοτε να
την ακολουθώ για μήνες. Όμως από τότε, ο άλλος, θέλοντας
λες ν’ αντισταθει σ’ αυτή τη ζωγραφική μέσα
στην οποία έσβηνε ως υποκείμενο, κάθε φορά που ήταν
να εμφανιστεί μέσα στο πεδίο μου (μπαίνοντας, π.χ.,
στο καφενείο όπου τον περίμενα), το έκανε με άκρα
προφύλαξη, στο λεπτό, τυλίγοντας το σώμα του μ’ ένα
μανδύα διακριτικότητας και κάποιας αδιαφορίας, καθυστερώντας
να με διακρίνει, κτλ. - κοντολογίς, προσπαθώντας
να άποσφηνωθεί από το κάδρο».

Ο πίνακας είναι πάντοτε οπτικός; Ενδέχεται να είναι
και ηχητικός, το περίγραμμα μπορεί να είναι γλωσσικό:
μπορώ να ερωτοχτυπηθώ με μια φράση που μου απηύ-
Θυναν: όχι μόνο γιατί η φράση μου λέει κάτι που έρχεται
ν’ άγγίξει τον πόθο μου, αλλά και έξαιτίας της συντακτικής
τροχιάς (του περιγράμματος της) που θα με
κυριεύσει σαν άνάμνηση.

Υπάρχει μια φενάκη του ερωτικού χρόνου (η φενάκη
αυτή ονομάζεται: ερωτικό μυθιστόρημα). Πιστεύω (όπως
όλος ο κόσμος) ότι το ερωτικό γεγονός είναι ένα
«επεισόδιο» με αρχή (ο κεραυνοβόλος έρωτας) και τέλος
(αυτοκτονία, εγκατάλειψη, μαρασμός του έρωτα,
απόσυρση, μοναστήρι, ταξίδι, κτλ.). Ωστόσο, την
εναρκτήρια σκηνή, στη διάρκεια της οποίας σαγηνεύτηκα,
απλώς την ανασυνθέτω: πρόκειται για διάβημα εκ
των υστέρων.

Ανασυνθέτω την τραυματική εικόνα, που
τη βιώνω σε χρόνο ενεστώτα αλλά την κλίνω (την εκφράζω)
σε χρόνο αόριστο: «Τον αντίκρισα. Στη θέα του κοκκίνισα κι υστέρα χλώμιασα. Μιά ταραχή κυρίευσε την τρικυμισμένη μου ψυχή»: ο κεραυνοβόλος έρωτας
εκφράζεται πάντα με τον απλό αόριστο, γιατί είναι
ταυτόχρονα παρελθόν (προϊόν ανασύνθεσης) και απλός
(στιγμιαίος): είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, ένα παρωχημένο
παρόν. Η εικόνα εναρμονίζεται μια χαρά μ’
αυτή τη χρονική φενάκη: καθαρή, προϊόν υφαρπαγής,
καδραρισμένη, είναι ήδη (και τώρα και πάντα) μια
ανάμνηση (ίδιον της φωτογραφίας δεν είναι να αναπα-
ριστά αλλά να άνακαλεϊ στη μνήμη): όταν «ξαναβλέπω»
τη σκηνή της απαγωγής, δημιουργώ αναδρομικά μια
σύμπτωση: η σκηνή διαθέτει όλη τη μεγαλοπρέπεια του
τυχαίου: ξαφνιάζομαι αδιάλειπτα που είχα τούτη την
τύχη: να συναντήσω αυτό που ταιριάζει στον πόθο μου*
ή που επωμίστηκα αυτό τον τεράστιο κίνδυνο: να υποδουλωθώ
με μιας σε μιαν άγνωστη εικόνα (κι όλη η
ανασυνθεμένη σκηνή λειτουργεί σαν περίλαμπρη συναρμολόγηση
μιας άγνοιας).

Ιδού η εικόνα της σαγήνης: Ένας καρχαρίας στριφογυρίζει ολόγυρα του, εκεί, βαθιά, στα άπατα. Μόνο το φτερό του είναι ορατό από εκείνον. Και εκείνος ακούει τον ποιητή της Θάλασσας. Ακούει και υπακούει στην προσταγή του, στον στίχο του πάει να πει:
«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία…!»
Αυτό κάνει. Αντί να φοβάται…χορεύει!
Αυτό θα πει σαγήνη. Αυτή και η εικόνα της.

«Ποια η κατάληξη;», αναρωτιέται ο ψύχραιμος παρατηρητής. Μα ποια άλλη;
Η προφητεία της Περουβάνας:
Μια περουβάνα, τρίβοντας βότανα σε χορτάρι και μασουλώντας φαρμακωμένο μανιτάρι, ύστερα από έντονο έρωτα του προφήτευσε: «Θα γίνεις γνωστός στα 1933, μα θα πεθάνεις 63 χρονώ».
Πράγματι, το 1933 ήταν ο ευτυχισμένος χρόνος του Κόλια. Εκδόθηκε το «Μαραμπού» του. Όσο δε, πλησίαζε η άλλη ημερομηνία, τόσο πιο πολύ βάλθηκε να σκέφτεται τον θάνατο.
«Δεν μπορεί να ΄πέσε έξω η Περουβάνα» απαντούσε στους φίλους που, ξέροντας το μυστικό του, τον παρηγορούσανε πως πέρασε πια την «κρίσιμη ηλικία».

Όμως, η περουβάνα δεν έπεσε έξω.
Πέθανε μερικούς μήνες μετά την συμπλήρωση των 63 του χρόνων. Και μάλιστα στην ξηρά


[1] Οι Σαβίνοι (Sabini) ήταν αρχαίος λαός της αρχαίας Ιταλίας . Η γλώσσα τους (Sabellic) ανήκε στις ιδοευρωπαικές γλώσσες και είχε πολλές ομοιότητες με της Οσκάνης και της Ούμπρια. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι Σαβίνοι με τους Ρωμαίους είχαν πολλές ομοιότητες στην θρησκεία και τη μυθολογία τους. Στην πραγματικότητα οι Ρωμαίοι πήραν τους θεούς των Σαβίνων και τους ενσωμάτωσαν στην δική τους θρησκεία. Η περιοχή που ζούσαν ήταν δίπλα στον ποταμό Τίβερη. Η Ρωμαϊκή μυθολογία αναφέρει ότι όταν ο Ρωμύλος έχτισε τη Ρώμη υπήρχαν περισσότεροι άντρες από γυναίκες. Τότε αποφάσισε και διοργάνωσε αγώνες στους οποίους ήρθαν να συμμετάσχουν και οι Σαβίνοι με τις γυναίκες τους. Στην διάρκεια των αγώνων οι Ρωμαίοι έκλεψαν τις γυναίκες και τις κόρες των Σαβίνων . Οι Σαβίνοι τότε ετοιμάστηκαν για πόλεμο αλλά μπήκαν στην μέση οι γυναίκες τους και τους συμβίβασαν .Έτσι ένωσαν τις πόλεις τους και βασίλευε με την σειρά ένας βασιλιάς από τους Ρωμαίους ένας από τους Σαβίνους.
[2] χαίνουσα πληγή: ανοικτή πληγή, τραύμα που δεν έχει κλείσει 2. (μτφ.) πρόβλημα ή δυσάρεστη κατάσταση που δεν επιδέχεται λύση ή βελτίωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου