Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Η Συμπάθεια

ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ. Το υποκείμενο νιώθει ένα αίσθημα σφοδρής συμπάθειας
για το αγαπημένο αντικείμενο, κάθε φορά που βλέπει,
αισθάνεται ή ξέρει πως αυτό δυστυχεί ή απειλείται για
τον τάδε ή δείνα λόγο, άσχετον μέ τήν ίδια την έρωτική σχέση.


Άν υποθέσουμε ότι συναισθανόμαστε τόν άλλον ακριβώς
όπως εκείνος συναισθάνεται τον εαυτό του - πράγμα
πού ο Σοπενάουερ ονομάζει συμπάθεια, και θα το
αποκαλούσαμε σωστότερα ένωση μέσα στήν οδύνη, ενότητα
οδύνης - τότε θά έπρεπε καί νά τόν μισούμε όταν
ο ίδιος, όπως λογουχάρη ο Πασκάλ, θεωρεί τον εαυτό
του άξιομίσητο. Αν ό άλλος υποφέρει από παραισθήσεις,
αν φοβάται πως θα τρελαθεί, θα ’πρεπε κι εγώ να
παραισθάνομαι, να τρελαίνομαι. Όμως, όσο σφοδρός
κι αν είναι ο έρωτας, κάτι τέτοιο δε γίνεται: συγκινού-
μαι, αγωνιώ, γιατί είναι φοβερό νά βλέπεις τούς αν-
θρώπους που άγαπάς να υποφέρουν, αλλά ταυτόχρονα
παραμένω στεγνός, αδιάβροχος. Η ταύτισή μου είναι
ατελής: είμαι Μητέρα (ό άλλος μου γεννά έγνοια), άλλά
μια Μητέρα λειψή. Αναστατώνομαι πολύ, σε βαθμό
μάλιστα ευθέως ανάλογο προς τη βαθιά επιφυλακτικό-
τητα από την οποία, στην πραγματικότητα, κατέχομαι.
Γιατί, την ίδια στιγμή που ταυτίζομαι «ειλικρινά» μέ τή
δυστυχία τού άλλου, διαβάζω μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία
ότι διαδραματίζεται χωρίς εμένα και ότι ο άλλος, όντας δυστυχισμένος από μόνος του, με εγκαταλείπει: αν υποφέρει
και η αιτία δέν είμαι εγώ, θα πει πως δέ μετρώ γι’
αυτόν: η οδύνη του με καταργεί στό βαθμό που τον συνιστά έξω άπό μένα.

Από τη στιγμή αυτή έχουμε ανατροπή των δεδομένων:
αφού ο άλλος ύποφέρει χωρίς εμένα, γιατί εγώ να υποφέρω
στη θέση του; Η δυστυχία του τον παρασύρει μακριά
μου, εγώ άλλο δέν μπορώ να κάνω από το να τρέχω
ξέπνοος πίσω του, χωρίς να έλπίζω ότι θά τόν φτά-
σω κάποτε, ότι θά επιτύχω τη σύμπτωση μαζί του. Ας
ξεκόψουμε λοιπόν λιγάκι, ας θητέψουμε σέ κάποια
απόσταση. Κι ας άναδυθει η απωθημένη έκφραση πού
ανεβαίνει στα χείλη κάθε υποκειμένου, κάθε φορά που
αυτό επιζεί του θανάτου ενός τρίτου: ζωή σέ λόγου μας!

Θά υποφέρω λοιπόν μαζί με τόν άλλον, αλλά χωρίς να
στηρίζω καί χωρίς να χάνομαι ο ίδιος. Το φέρσιμο αυτό,
το πολύ συναισθηματικό και ταυτόχρονα πολύ ελεγχόμενο,
το πολύ ερωτικό και μαζί πολύ εξευγενισμένο,
μπορούμε να το βαφτίσουμε: είναι η λεπτότητα. Θα ’λε-
γες πως αυτή είναι η «υγιής» (πολιτισμένη, καλλιτεχνική)
μορφή τής συμπάθειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου