Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Σχόλιο πάνω στα σύγχρονα ψυχοσωματικά φαινόμενα

Στην εποχή μας, σε ότι αφορά στην νεύρωση, παρατηρείται μια παρακμή του αμιγώς υστερικού, ψυχαναγκαστικού και φοβικού συμπτώματος. Οι υστερικές παραλησίες που συναντούσαμε στον 20ο αιώνα απέχουν πολύ από το να συναντούν το μέσο στατιστικό δείγμα που κτυπά την πόρτα του ψυχαναλυτή. Ενώ η τότε υστερική, φέροντας το σύμπτωμα της στον γιατρό, συγχρόνως έβρισκε τον τρόπο να καταγγείλει την ανικανότητα του Κυρίου που ενσαρκώνονταν στο πρόπωπο του γιατρού – διότι το υστερικό σύμπτωμα αναδείκνυε την ανεπάρκεια του τελευταίου να την γιατρέψει – στις μέρες μας, το υστερικό υποκείμενο καταφεύγει στην ιατρική για να οικοδομήσει το σύμπτωμα του!

Προφανές παράδειγμα αποτελεί η άμετρη χρήση της εξωσωματικής γονιμοποίησης υπό τις διάφορες μορφές της. Αντί μια γυναίκα να αναρωτηθεί για το πρόβλημα επιθυμίας που έχει με τον σύζυγό της, μέσα από την ανυπαρξία σεξουαλικών σχέσεων, προτιμά να το «ξεπεράσει» καταφεύγοντας στην εξωσωματική.
Το ίδιο ισχύει και για μια άλλη γυναίκα η οποία, δοσμένη τόσα χρόνια στην καριέρα, μετά τα σαράντα αποφασίζει να θυμηθεί την μητρότητα. Αντί όμως να πραγματώσει το πένθος της για αυτό που αντικειμενικά είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί, βρίσκει την εύκολη λύση στην εξωσωματική.
Εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στις παραπάνω περιπτώσεις δεν υπάρχει επιθυμία για παιδί.

Ως υποκείμενα, καθοδηγούμαστε από ακόρεστες επιθυμίες. Καθώς επιζητούμε να πραγματοποιήσουμε τις επιθυμίες μας αναπόφευκτα θα απογοητευθούμε. Η ικανοποίηση που επιτυγχάνουμε ποτέ δεν είναι αρκετή. Πάντα έχουμε την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι ακόμα, κάτι που αφήσαμε να μας ξεφύγει, κάτι που θα μπορούσαμε να έχουμε. Αυτό το κάτι ακόμα που θα μας ικανοποιούσε και θα μας εκπλήρωνε πέραν από την λιγοστή ευχαρίστηση που βιώνουμε είναι η απόλαυση. Δεν γνωρίζουμε τι είναι, αλλά υποθέτουμε ότι υπάρχει, καθώς είμαστε διαρκώς δυσαρεστημένοι.
Η δυσκολία, όταν γίνεται λόγος για την απόλαυση, έγκειται στο ότι δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να πούμε τι είναι. Αντίθετα την βιώνουμε μέσω της απουσίας ή της ανεπάρκειας της. Ο όρος «απόλαυση» περιλαμβάνει έναν συνδυασμό ευχαρίστησης και πόνου, ή για την ακρίβεια, ευχαρίστησης στον πόνο. Ο όρος εκφράζει αυτήν την παράδοξη κατάσταση, κατά την οποία οι ασθενείς φαίνεται να απολαμβάνουν την ίδια τους την ασθένεια ή το σύμπτωμα τους.
Έτσι, στις παραπάνω περιπτώσεις, επειδή είναι προφανές ότι το παιδί δεν ήταν αντικείμενο της επιθυμίας είναι θεμιτό να το εγγράψουμε σε μια θέληση για απόλαυση. Είτε, στην μία περίπτωση, η επιθυμία για συνεύρεση με τον σύζυγο και η λιγοστή ευχαρίστηση από αυτήν είτε, στην άλλη περίπτωση, η επιθυμία για καριέρα και η σχετική απογοήτευση από αυτήν, «οδηγούμαστε» στο υποθετικό σενάριο ότι κάτι λείπει. Βλέπετε, σε αντίθεση με την επιθυμία που κινείται από το ένα σημαίνον στο άλλο (καριέρα, σύζυγος, κ.λπ) προσπαθώντας διαρκώς να ικανοποιηθεί, η απόλαυση είναι απόλυτη και συγκεκριμένη (παιδί).
Επιπλέον, εικάζοντας ότι υπάρχει «η απόλαυση» και ότι λείπει από εμάς την αποδίδουμε γενικά στον Άλλο. Ο Άλλος θεωρείται – και ως προς αυτό ήμαστε σίγουροι – ότι βιώνει ένα επίπεδο ευχαρίστησης πέραν της δικής μας εμπειρίας. Αυτή η πίστη στην υπερβολική απόλαυση του Άλλου συντηρείται μέσω της φαντασίωσης. Η φαντασίωση είναι ο τρόπος μέσω του οποίου συμβιβαζόμαστε με την απογοήτευση από την ίδια μας την απόλαυση και το ανέφικτο του πραγματικού.  

Τι παρατηρούμε σήμερα με την περίπτωση της εξωσωματικής που ανάφερα; Το υστερικό σύμπτωμα απλά μεταλλάχτηκε. Ο Άλλος της υστερικής αλλάζει, και αυτό που αλλάζει με την σειρά του στο σύμπτωμα είναι ότι πλέον εγγράφεται στο πεδίο του Άλλου και του πολιτισμού όχι ως ένα ερώτημα αλλά ως κάτι το φυσιολογικό. «Απολαύστε» είναι η επιταγή του λόγου του  σύγχρονου Κυρίου (του καταναλωτικού πολιτισμού). «Απολαύστε, είναι φυσιολογικό, είναι κανονικό!».

Επιπρόσθετα, όλα τα σύγχρονα συμπτώματα μπορεί μεν να έχουν ως περίβλημα το ίδιο το σώμα, υπό την μορφή πόνων, όπως συμβαίνει κατά κύριο λόγο στην περίπτωση της υστερίας, αλλά από την άλλη μπορεί να εγγράφονται σε μια δομή ψύχωσης, όπου ο πόνος δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα σωματικό φαινόμενο. Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις ο πόνος συνοδεύεται συχνά από μικρά ερμηνευτικά παραληρήματα, τα οποία με την σειρά τους καταδεικνύουν έναν τόπο απόλαυσης που είναι το σώμα ως Άλλος. Στην περίπτωση αυτή ο πόνος ή άλλο τι που συμβαίνει στο σώμα (σωματο-συμβάν), χρειάζεται να διακριθεί όχι μόνο από την υστερία αλλά και από το ψυχοσωματικό φαινόμενο ή αυτό που παλαιότερα ονομάζοταν «ψυχοσωματικές ασθένειες», η αύξηση των οποίων συνιστά, στην εποχή μας, έναν άλλο πίνακα νέων συμπτωμάτων.

Για να εξηγηθώ καλύτερα αναφέρω ότι το ψυχοσωματικό φαινόμενο είναι ένας άλλος τρόπος επιστροφής της (απωθημενης) απόλαυσης στο ίδιο το σώμα και δεν είναι της τάξεως του συμπτώματος. Μια δερματίτιδα, μια αλωπεκίαση, ένα έλκος - αναφέρω ενδεικτικά μερικά από αυτά – δεν συνιστούν σύμπτωμα, αλλα απομιμηση συμπτώματος. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι το ψυχωσωματικό φαινόμενο είναι στο όριο της δομής της γλώσσας, χωρίς όμως να είναι άσχετο από αυτήν, και διαφοροποιείται από τα άλλα φαινόμενα του σώματος, όπως είναι η υστερία ή η υποχονδρία. Με άλλα λόγια, δεν έχουν την ίδια δομή. Το ψυχοσωματικό άπτεται του πραγματικού του συγκεκριμένου σώματος και όχι του πεδίου της συμβολοποίησης. Κατ΄επέκταση, το ψυχοσωματικό φαινόμενο δεν αφορά την σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία αλλά την σχέση του με την απόλαυση, κάτι που είναι πέραν της ικανοποίησης. Πρέπει να σημειώσω ότι σε αυτές τις περιπτώσεις (βουλιμίες, ανορεξίες, παντός είδους εξαρτήσεις συμπεριλαμβανομένης και αυτής της χρήσης υπολογιστών και των παιχνιδιών, άτυπες καταθλίψεις, καταστάσεις υπερκόπωσης, άμετρη χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων, προβληματικοί παρτενέρ – συμπτώματα, θεραπείες – συμπτώματα του πολιτισμού μας υπό την μορφή διαφόρων γκουρού, μεντόρων και «θεραπειών συζήτησης» οι οποίες υπόσχονται το ευ ζην, και τέλος τα κάθε λογής αυτοάνοσα νοσήματα) το σύμπτωμα δεν έχει το καθεστώς που θα έδινε η ψυχανάλυση, δηλαδή ως μήνυμα προς αποκωδικοποίηση, αλλά ορίζεται ως μια καθήλωση απόλαυσης που αντιστέκεται στον λόγο.
Έτσι, ο ψυχαναλυτής στην καθοδήγηση της αναλυτικής θεραπείας, χρειάζεται να ακολουθήσει άλλη στρατηγική, ώστε να επιτρέψει την ανάδυση του.

Εν κατακλείδι, τα νέα συμπτώματα του πολιτιμού μας καταργούν, κατά έναν τρόπο, την έννοια της δομής (ψύχωση – νεύρωση). Αποτελούν περισσότερο υβρίδια (βρις = βία που προέρχεται από υπερβολική αίσθηση δύναμης[1] ) του καπιταλιστικού λόγου και της κοινωνίας της κατανάλωσης, παρουσιάζονται άκμπτα ως προς την κλασσική προσέγγιση και απαιτούν νέες στρατηγικές ως προς την κατεύθυνση της ψυχανάλυσης.     


[1] Αποδίδοντας την αντίληψη σχετικά με την ύβρη και τις συνέπειές της, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην αρχαιότερή της μορφή, με το σχήμα ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως μια «ὓβρις» συνήθως προκαλούσε την επέμβαση των θεών, και κυρίως του Δία, που έστελνε στον υβριστή την «ἂτην», δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια πολύ μεγάλη α-νοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, το οποίο προκαλούσε την «νέμεσιν», την οργή και εκδίκηση δηλαδή των θεών, που επέφερε την «τίσιν», δηλ. την τιμωρία και τη συντριβή/καταστροφή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου