Απαιτείται
ιδιαίτερη προσοχή ως προς την διάκριση ανάμεσα στην «ανάγκη» και στην
«επιθυμία». Μια ανάγκη, όπως η πείνα ή η δίψα, μπορεί να ικανοποιηθεί. Η
επιθυμία όμως αναφέρεται σε κάτι που βρίσκεται πέραν από τις ανθρώπινες ανάγκες
και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Επιθυμία είναι αυτό που λείπει από το
υποκείμενο. Η έλλειψη και η επιθυμία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η επιθυμία
στον άνθρωπο αρθρώνεται μέσω της γλώσσας. Την στιγμή που αυτό συμβαίνει τότε
έχουμε μπροστά μας διατυπωμένο το «αίτημα». Προσοχή όμως, το «αίτημα» δεν είναι
η «επιθυμία». Περιλαμβάνει την επιθυμία αλλά περιλαμβάνει και την ανάγκη.
Σύμφωνα με την ψυχανάλυση η επιθυμία είναι αυτό που μένει όταν αφαιρέσουμε από
το «αίτημα» την «ανάγκη».
Σχηματικά
θα μπορούσαμε να έχουμε στο μυαλό μας την ισότητα:
Αίτημα
= Ανάγκη + Επιθυμία
Οι
πιο πρώιμες εμπειρίες του βρέφους χαρακτηρίζονται από μια απόλυτη εξάρτηση από
την μητέρα – Άλλο, καθώς εκείνη ικανοποιεί τις ανάγκες της τροφής, της
φροντίδας και της ανατροφής του παιδιού. Καθώς βρίσκεται το ίδιο στο επίκεντρο
της προσοχής της υποθέτει ότι ικανοποιεί την επιθυμία της. Στο αίτημα λοιπόν,
της μητέρας «φάε» το παιδί αποκρίνεται με το δικό του αίτημα που θα μπορούσε να
διατυπωθεί ως εξής: «αφήνομαι να ταϊστώ». Στο πρώιμο αυτό στάδιο το αίτημα της
μητέρας – Άλλου σημαίνει για το παιδί την επιθυμία της (και μόνο) και η
απάντηση του μέσω του δικού του αιτήματος σημαίνει ικανοποίηση της επιθυμίας
της μητέρας άρα και του ίδιου.
Σταδιακά
το βρέφος συνειδητοποιεί ότι η μητέρα δεν εξαρτάται από αυτό στο βαθμό που το
ίδιο εξαρτάται από εκείνη. Αντιλαμβάνεται ότι ένα μέρος της επιθυμίας της
κατευθύνεται αλλού. Τώρα είναι η στιγμή που το παιδί κάνει τον διαχωρισμό ανάμεσα
στην «ανάγκη» της και την «επιθυμία» της. Αντιλαμβάνεται την «επιθυμία» ως την
έλλειψη της. Τούτη η συνειδητοποίηση δημιουργεί το άγχος στο παιδί: Τι θέλει
από μένα; Τι είμαι για εκείνη; Τι επιθυμεί;
Παράλληλα,
συνειδητοποιεί ότι το αίτημα «φάε» δεν σήμαινε την επιθυμία της (αφού θα
μπορούσε να σημαίνει την «ανάγκη» της) έτσι και το δικό του απαντητικό αίτημα
«αφήνομαι να με ταΐσει» δεν σημαίνει την δική του επιθυμία (αφού θα μπορούσε να
σημαίνει την δική του «ανάγκη»). Το αίτημα του τώρα μεταβάλλεται: «αγάπα με». Με
αυτό το αίτημα συμπεριλαμβάνει πλέον εκτός από την ανάγκη της τροφής και κάτι
επιπλέον. Αυτό το επιπλέον δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιθυμία του (η έλλειψη
του).
Ας δούμε όμως, πως όλα αυτά συνοψίζονται στην
κλινική:
Η
Ο είναι μια μητέρα με μια κόρη 7 ετών.
Εμπιστεύθηκε στον αναλυτή της ότι ανησυχούσε πολύ διότι η κόρη της παρουσίαζε
μια μορφή ανορεξίας η οποία απειλούσε την υγεία της εξαιτίας μιας νεφρικής
πάθησης. Η Ο υπογράμμισε ότι είχε πάντα την εμμονή της έγνοιας να την τρέφει
σωστά δεδομένου ότι ήθελε να είναι μια άψογη μητέρα. Παραπονιόταν ότι η κόρη
της έμενε πάνω από μια ώρα στο τραπέζι μέχρι να τελειώσει το γεύμα, μιλώντας
ακατάπαυστα, τρώγοντας πολύ μικρές μπουκιές σε βαθμό ώστε να εξοργίζεται η ίδια
και να την απειλεί να την χαστουκίσει προκειμένου να φάει κανονικά.
Η
Ο παραγνώριζε το γεγονός ότι η ικανοποίηση της ανάγκης από μόνη της, συνθλίβει
το αίτημα της αγάπης της κόρης της. Για την τελευταία το αίτημα «αγάπα με» δεν
σήμαινε «ικανοποίησε την πείνα μου». Το αίτημα συμπεριελάμβανε και την επιθυμία
της η οποία, όπως προανάφερα, βρίσκονταν πέρα της ικανοποίησης της ανάγκης. Η
επιθυμία της κόρης σήμαινε για εκείνη ότι η Ο όφειλε να αναγνωρίσει την έλλειψη
της (άρα την διατήρηση της επιθυμίας) και αφενός να μην την υποβιβάσει στο
επίπεδο της κάλυψης της πείνας (της ανάγκης) αλλά αφετέρου να μην επιχειρήσει
να την καλύψει κάτω από το σχήμα της «άψογης μητέρας». Το τελευταίο σήμαινε για
την κόρη «στρέψε την επιθυμία σου στον σύντροφο σου και όχι πάνω μου».
Με
άλλα λόγια, η ανορεξία της κόρης ήταν η άμυνα της απέναντι στην καταβρωχθιστική
επιθυμία της μητέρας όπως συλλαμβάνονταν από την κόρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου