Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Δεν είναι μόνο η φωνή του Γιώργου Νταλάρα εκείνη που τον καθιστά Κορυφαίο!

Ξέρετε, υπάρχει μια σπουδαία ερώτηση που θέτουμε, μερικές φορές, στους άλλους, ίσως και στον εαυτό μας όταν αναρωτιόμαστε: τι είναι αυτό που έκανε τον Γιώργο Νταλάρα τόσο μεγάλο καλλιτέχνη πέραν από το χάρισμα της φωνής του;

Σε μια προσπάθεια απάντησης ευελπιστώ να συνδράμουν τα όσα θα εξακολουθήσω να γράφω στην συνέχεια αυτού του σημειώματος.

Λοιπόν, αποτελεί βαθιά μου πεποίθηση ότι η διαχρονική επιτυχία του Γιώργου Νταλάρα ως καλλιτέχνη «οφείλεται» στην επιλογή του που συνοψίζεται σε μια φράση: αρνήθηκε να «υπηρετήσει» το γαστρονομικό – καταναλωτικό τραγούδι, αντίθετα «υιοθέτησε» εκείνο που εγώ ονομάζω «διαφορετικό τραγούδι».

Αλλά ας εξηγήσω λίγο τους όρους της παραπάνω πεποίθησης.

Η γαστρονομική μουσική είναι ένα βιομηχανικό προϊόν που δεν επιδιώκει κανέναν άλλο καλλιτεχνικό σκοπό, παρά μόνο την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αγοράς. Το βασικό χαρακτηριστικό του καταναλωτικού τραγουδιού είναι ότι ψυχαγωγεί χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα νέο, αλλά επαναλαμβάνει αυτό που ήδη ξέραμε, αυτό που ήδη περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε να επαναλαμβάνεται, και μόνο έτσι διασκεδάζουμε.
Ο Γιώργος επέλεξε να συνεργαστεί με μια σειρά δραστήριων δημιουργών, συνθετών, μουσικών, στιχουργών οι οποίοι κάνουν, ή αν προτιμάτε έκαναν, τραγούδια με διαφορετικό τρόπο από τους άλλους. Κάπου το λέει ο Μαγιακόφσκι, μας το έκανε γνωστό ο Θάνος ο Μικρούτσικος μέσα από το κομμάτι «Τους προβολείς στήσε», νομίζω ότι εμπεριέχεται στο άλμπουμ «ο Θάνος Μικρούτσικος τραγουδάει Θάνο», «…η τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέπτη, μα σαν φακός να μεγεθύνει!». Για να καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ θα γράψω τούτο: το γαστρονομικό – καταναλωτικό τραγούδι χρησιμοποιείται καθώς κάνουμε κάτι άλλο, σαν υπόβαθρο. 

Το «διαφορετικό» τραγούδι, εκείνο που «υπηρέτησε» ο Γιώργος όλα τα χρόνια απαιτούσε σεβασμό και ενδιαφέρον. Ο Γιώργος επέλεξε, διαχρονικά, εκείνους τους συνεργάτες οι οποίοι έφερναν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα: πρόσφεραν ένα τραγούδι που ο κόσμος συγκεντρώνεται για να το ακούσει. Οι δημιουργοί αυτοί, με το έργο τους, υπογράμμιζαν το περιεχόμενο του και δεν προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προσοχή του ακροατή γοητεύοντας τον με έναν πρωτόγονο ρυθμό, αλλά μέσα από την διαπεραστική παρουσία ασυνήθιστων εννοιών και εκκλήσεων. Με αυτό το τραγούδι ο ακροατής ψυχαγωγούνταν … μαθαίνοντας.

Οι δημιουργοί, λοιπόν, του «διαφορετικού» τραγουδιού είχαν εγκαθιδρύσει μια «άλλη» σχέση τόσο μεταξύ τους όσο και με το ακροατήριο. Μέσα από το τραγούδι τους μεγέθυναν ό,τι συνέβαινε στην εποχή τους αλλά παράλληλα μετουσίωναν το «πραγματικό» της και το «έδιναν» στο ακροατήριο τους με νέες έννοιες, με ιδιαίτερες φράσεις, με άλλα λόγια με άλλα «σημαίνοντα» από εκείνα που είχαν βιωθεί από τον ίδιο τον ακροατή του τραγουδιού.

Θα αναφέρω έξι διαφορετικές περιόδους  παρμένες επιλεκτικά από την «αναρρίχησή» του Γιώργου στο μουσικό στερέωμα της πατρίδας μας για να τεκμηριώσω περισσότερο αναλυτικά τα όσα παραπάνω ανάφερα.

Ιδού λοιπόν:

1969 - Κυκλοφορία του Δίσκου του Γιώργου Νταλάρα με τον ομώνυμο τίτλο. Ο Στ. Κουγιουμτζής γράφει τη μουσική σε επτά τραγούδια εκ των οποίων στα πέντε έχει γράψει και τους στίχους: "Ο ουρανός φεύγει βαρύς", "Ποιο δρόμο να διαλέξω", "Αν ειν’ να ‘ρθεις" , "Το λιμάνι (Είπες αντίο)", "Κάπου στα Πετράλωνα" και επίσης τα: "Μού ‘δωσε ο πλάστης την καρδιά", "Πού ‘ναι τα χρόνια" σε στίχους Ακου Δασκαλόπουλου. Είναι η εποχή που η χούντα μεσουρανεί. Στις 17 του Ιουλίου συλλαμβάνεται ο Σ. Καράγιωργας. Από τυχαία έκρηξη μιας από τις βόμβες που είχε στο σπίτι του, στην οδό Ηπείρου 37, στην Αγία Παρασκευή τραυματίστηκε και συνελήφθη ο αγωνιστής κατά της χούντας, καθηγητής της Παντείου, Σάκης Καράγιωργας. Από την έκρηξη τραυματίστηκε σοβαρά, έχασε το δεξί του χέρι από τον καρπό και έπαθε σοβαρή βλάβη στο δεξί μάτι του. Ο Στ. Κουγιουμτζής στιχουργεί στο κομμάτι του δίσκου και ο Γιώργος τραγουδάει: «Ο ουρανός φεύγει βαρύς πάνω από τη ζωή μου, μα η θύμησή σου έμεινε να δένει την ψυχή μου».
Το ίδιο έτος, στις 6 Ιουνίου δραπετεύει από τις φυλακές Μπογιατίου ο Αλ. Παναγούλης επικηρυσσόμενος πλέον από τις χουντικές αρχές για 500.000 δραχμές. Την ίδια στιγμή ο Γιώργος τραγουδάει: «Πήγα στα μέρη που σε είχα πρωτοδεί, μικρό κορίτσι ήσουν κι ήμουνα παιδί, πού `ναι τα χρόνια, ωραία χρόνια, που `χες λουλούδια μες στην καρδιά, πού `ναι η αγάπη, γλυκιά μου αγάπη, να μας ζεστάνει στην παγωνιά».

1970 - Πέραν της επαγγελματικής τους επαφής, Νταλάρας και Λοΐζος συνδέθηκαν με στενή φιλία -τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70- και έκαναν παρέα σχεδόν καθημερινά. Απ’ τη στιγμή μάλιστα που ο συνθέτης ήταν έτσι κι αλλιώς ένας πολύ ανοιχτός και με εξαιρετικό χιούμορ άνθρωπος, τα πειράγματα δίνανε και παίρνανε…
Ο Λοΐζος δεν δίσταζε να εκφράζει το θαυμασμό του για άλλους δημιουργούς και να τους «ζηλεύει» με την καλή έννοια. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Σταύρος Κουγιουμτζής, με τον οποίο ο Γιώργος είχε σχεδόν αποκλειστική συνεργασία στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Συχνά λοιπόν, ο αξέχαστος Μάνος μιλούσε με σεβασμό και αγάπη για τα τραγούδια του Θεσσαλονικιού συνθέτη και δεν παρέλειπε να τονίζει το πόσο θα ήθελε να του μοιάσει…
Ο Γιώργος τότε άρπαζε την ευκαιρία και για να πειράξει τον Λοΐζο, του έλεγε κάθε φορά: «Κεφάλα (το παρατσούκλι του), ότι κι αν κάνεις δεν πρόκειται ποτέ να γράψεις ένα τραγούδι σαν του Κουγιουμτζή»! Φυσικά δεν το έλεγε επειδή δεν τον θεωρούσε ικανό, αλλά για να τον «τσιγκλήσει» και να τον δοκιμάσει!
Το κόλπο έπιασε…
Φαίνεται λοιπόν ότι μάλλον τα κατάφερε, αφού μια μέρα γύρω στα μέσα του 1971 ο Λοΐζος του είπε με βεβαιότητα: «Ρε συ, θα σου γράψω ένα τραγούδι σαν του Κουγιουμτζή». Ο Νταλάρας τον κορόιδεψε και του επανέλαβε τη γνωστή κουβέντα που συνήθιζε να του λέει, αλλά λίγες μέρες αργότερα δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον συνθέτη ο οποίος τον καλούσε στο σπίτι του «για ν’ ακούσει κάτι» …
Πράγματι, ο ερμηνευτής πήγε κι αμέσως ο Λοΐζος κάθισε στο πιάνο κι άρχισε να παίζει και να τραγουδά το «Αχ χελιδόνι μου», τους στίχους του οποίου είχε γράψει -ποιος άλλος;- ο Λευτέρης Παπαδόπουλος! Είναι άξιο απορίας το πώς τούτα τα λόγια κατάφεραν να περάσουν από τη «μέγγενη» της χουντικής λογοκρισίας, αφού είναι ξεκάθαρο ότι περιγράφουν τόσο παραστατικά κι εμφατικά τα δύσκολα χρόνια που βίωνε εκείνα τα χρόνια η χώρα μας υπό τον δικτατορικό ζυγό.
Με το που άκουσε το τραγούδι ο Γιώργος, έμεινε κυριολεκτικά άφωνος κι αργότερα παραδέχτηκε στον Λοΐζο ότι πράγματι είχε γράψει ένα κομμάτι «σαν του Κουγιουμτζή», κάνοντάς τον ιδιαίτερα περήφανο και χαρούμενο. Για να δείτε ποια νοοτροπία είχαν τότε οι δημιουργοί και πόσο σέβονταν ο ένας τη δουλειά και το έργο του άλλου… Άλλωστε, γι’ αυτό ήταν και τόσο σπουδαίοι και σημαντικοί.
Και κάτι ακόμα …
Στην πραγματικότητα το «Νάτανε το 21» ήταν ένα έξυπνο τραγούδι. Ήταν έξυπνοι, δηλαδή, οι στίχοι της αείμνηστης Σώτιας Τσώτου, γιατί από τη μια μεριά έπιαναν τον παλμό της 150ετηρίδας από την Επανάσταση του '21 (που θα συμπληρωνόταν το 1971) και από την άλλη άφηναν τους χουντικούς να νομίζουν πως εκείνο το «'21» θα μπορούσε και να τους αφορά (παραπέμποντας στην 21η Απριλίου). Αυτή η... δημιουργική ασάφεια, να το πούμε έτσι, έδωσε πολλούς πόντους στο άσμα, το οποίο δεν εμποδίστηκε από πουθενά, ώστε να φτάσει μέχρι και στο τελευταίο χωριό της χώρας, στήνοντας κατ' ουσίαν την καριέρα του Γιώργου. Ένα δεύτερο θέμα, που σχετίζεται με το τραγούδι, είχε να κάνει με την αλλαγή μιας λέξης στη δεύτερη πια εκτέλεσή του (τόσο από τον Νταλάρα, όσο και από τον Μπιθικώτση). Στην αρχή, μια στροφή τής Σώτιας Τσώτου έλεγε: «Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά και να κρατάω τις νύχτες με τ' άστρα μια Τουρκοπούλα αγκαλιά». Φαίνεται λοιπόν πως η «τουρκοπούλα» έφτασε στ' αυτιά των Τούρκων της Αθήνας (πρεσβεία), με αποτέλεσμα να ζητηθεί η αλλαγή της λέξης, ενώ το δισκάκι (τόσο με τον Νταλάρα, όσο και με τον Μπιθικώτση) είχε ήδη κυκλοφορήσει. Το διπλωματικό επεισόδιο τελικώς αποφεύχθηκε. Τόσο ο Μάτσας (MINOS), όσο και ο Λαμπρόπουλος (His Master's Voice) έδωσαν εντολή να ξαναηχογραφηθεί το τραγούδι, με τη λέξη «ομορφούλα» να αντικαθιστά πλέον, αυτή τη φορά, την «τουρκοπούλα». Έτσι, με την «ομορφούλα» το έμαθε και το αγάπησε ο κόσμος.

1971 - Ο Μέτοικος: Καταμεσής της δικτατορίας, ο Γιώργος Νταλάρας είναι ο πρώτος που ηχογραφεί Ζωρζ Μουστακί στα ελληνικά. Και μάλιστα ένα τραγούδι που επιφανειακά μιλά για κάποιον «μέτοικο», αλλά ουσιαστικά πρόκειται για εξόριστο, όπως τόσοι και τόσοι που υπήρχαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια…Στον δίσκο υπάρχει το κομμάτι «Αχ χελιδόνι μου» προσέξτε παρακαλώ τους στίχους, αξίζει τον κόπο για να διαπιστώσετε το πολιτικό κλίμα της εποχής: « Αχ χελιδόνι μου πώς να πετάξεις σ’ αυτόν το μαύρο τον ουρανό, αίμα σταλάζει το δειλινό και πώς να κλάψεις και πώς να κλάψεις, αχ χελιδόνι μου.
Αχ παλληκάρι μου τα τρένα φύγαν δεν έχει δρόμο για μισεμό κι όσοι μιλούσαν για λυτρωμό πες μου πού πήγαν, πες μου που πήγαν, αχ παλληκάρι μου.
Άχου καρδούλα μου φυλακισμένη, δε βγαίνει ο ήλιος που καρτεράς, μόνο ο ντελάλης της αγοράς σε ξεκουφαίνει, σε ξεκουφαίνει
Επίσης στον ίδιο δίσκο περιέχεται το «Ο θάνατος του ποιητή». Είναι μάλλον προφανές ότι αναφέρεται στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.  Πρέπει ωστόσο να γνωρίζετε ότι στις 21 Σεπτεμβρίου του έτους 1971 σταμάτησε να κτυπά η καρδιά του αντιχουντικού ποιητή ο οποίος υπήρξε εκείνος που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ και που άκουγε στο όνομα Γ. Σεφέρης! 

1976 - Τα τραγούδια μας: ένα από τα ποιο πολιτικοποιημένα έργα της εποχής μετά την μεταπολίτευση. Η μουσική του Μάνου Λοϊζου βρήκε τον καλύτερο συνεργάτη στο πρόσωπο του Φώντα Λάδη που έγραψε τους στίχους στον δίσκο που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα ‘’Λιώνουν Τα Νιάτα Μας’’, ‘’Πάγωσε Η Τσιμινιέρα’’, ‘’Ο Στράτος’’, ‘’Το Δέντρο’’, με αυτό το άλμπουμ ο Γιώργος απέδειξε για μια φορά ακόμα την διαφορά που είχε από τους άλλους τραγουδιστές της γενιάς του στην ικανότητα στον τρόπο επιλογής και ερμηνείας των τραγουδιών του.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το 1976 η πολιτικοποίηση έχει φτάσει στο απόγειο της. Ο θάνατος του Αλ. Παναγούλη, την 1η Μαίου, που δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ αν προήλθε από δολοφονική απόπειρα ή από ατύχημα σημάδεψε την χρονιά εκείνη. Επίσης στις 9 Σεπτεμβρίου: ο θάνατος του Μάο αποτελεί ένα ακόμα ύψιστο πολιτικό γεγονός του έτους. Στις 15 Δεκεμβρίου η «17 Νοέμβρη» εκτελεί το τέως βασανιστή της χούντας αστυνομικό Ευ. Μάλλιο.
Η εποχή της έντονης πολιτικοποίησης εκφράζεται και στα φιλμ του κινηματογράφου όπου δεσπόζουν: «Το Ανθρωποκυνηγητό» του Τζον Σλέσινγκερ όπου ο Ντάστιν Χόφμαν προσπαθεί να ξεφύγει από έναν πρώην Ναζί, που υποδύεται ο Λόρενς Ολίβιε. Το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» του Άλαν Πάκουλα, όπου οι Ντάστιν Χόφμαν και Ρόμπερτ Ρέντφορντ  είναι οι δημοσιογράφοι που αποκάλυψαν το μεγαλύτερο σκάνδαλο του αιώνα. «Ο Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορτσέζε, με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο ενός ταξιτζή που αφού η σχέση με μια νεαρή ιδεαλίστρια αποτυγχάνει, στρέφεται σε μια πόρνη την οποία υποδύεται η Τζόντι Φόστερ.

1978 - Οι Μάηδες Οι Ήλιοι Μου: "Επετειακό" διπλό άλμπουμ του Γιώργου Νταλάρα, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα χρόνων στο τραγούδι. Κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1978 και ξεπέρασε σε πωλήσεις τις 100.000 αντίτυπα. Υπάρχει όμως και η μοναδική δισκογραφική συνεργασία του Νταλάρα με τον Γιάννη Σπανό, ο οποίος του έδωσε ένα από τα πιο διαχρονικά τραγούδια της καριέρας του: Την πασίγνωστη «Αλάνα», που είχε γραφτεί το 1973 αλλά λόγω της δικτατορίας έμεινε στο συρτάρι. Μάλιστα, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αναφέρει ότι η Βίκυ Μοσχολιού μέσω των γνωριμιών της είχε προσπαθήσει τότε να το περάσει από την πανίσχυρη λογοκρισία, αλλά παραλίγο να βρει το μπελά της από τα όργανα της χούντας. Απαγορευμένο ήταν και το «Σκορπίσανε οι φίλοι μου» της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου που ακούστηκε αρκετά. Επίσης εδώ είναι και το «Πρώτη του Δεκέμβρη» (Γ. Σπανού-Μ. Ελευθερίου),
Πάντως, η μέγγενη της λογοκρισίας εξακολουθούσε να υπάρχει και το 1978, καθώς με την κυκλοφορία του διπλού δίσκου απαγορεύτηκε από τα αποκλειστικά κρατικά τότε ΜΜΕ η μετάδοση των επτά από τα 26 τραγούδια που περιλαμβάνει. Αυτών δηλαδή που είχαν καθαρή πολιτική χροιά και με σκληρά λόγια τα πιο πολλά μιλούσαν για εποχές και γεγονότα που ενοχλούσαν αρκετούς. Σε αυτόν τον δίσκο επίσης, περιλαμβάνεται το «Κόκκινο τριαντάφυλλο» του Μίκη Θεοδωράκη που γράφτηκε το Μάιο του 1976 για το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη και κυκλοφόρησε τότε σε δίσκο 45 στροφών.
Όταν στην εκπομπή της Σεμίνας τραγούδησε μετά από πολλά χρόνια το «Κάτω από την κληματαριά» συγκινήθηκε και ο ίδιος αλλά κι εμείς όσοι λατρέψαμε αυτό το δίσκο και τον Γιώργο αυτής της εποχής.

1986 -Τρελοί Και Άγγελοι: Είναι το έτος που «κίνησαν για το φεγγάρι» ο Χ. Λ. Μπόρχες, ο αντιστασιακός Σπ, Μουστακλής, η Α. Φλέμινγκ, ο σουηδός πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε, αλλά και ο μεγάλος, αγαπημένος Μίμης Φωτόπουλος, Παράλληλα είναι το έτος που ο μεγάλος καταστροφικός σεισμός πλήττει την Καλαμάτα, φυλακίζεται η Μπεναζίρ Μπούτο, συμβαίνει το ατύχημα του Τσέρνομπιλ, ο πρώην Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κουρτ Βαλχάιμ κατηγορείται για το Ναζιστικό παρελθόν του, γίνεται η έκρηξη του διαστημοπλοίου Τσάλαντζερ μπροστά στα μάτια έντρομων τηλεθεατών και ο Γιώργος τραγουδάει …
«Τι κάθεσαι εδώ πέρα και σαπίζεις, εδώ δεν έχει τόπο να σταθείς
Ανήμπορος στον ήλιο ανεμίζεις, συντρίμμια και κουρέλια μιας ψυχής.
Τι κάθεσαι εδώ πέρα και πεθαίνεις, και ψάχνεις για καινούργιες προσευχές, το χάλασμα το βλέπεις και σωπαίνεις, φθινόπωρο κι αρχίζουν οι βροχές».
Ο σύντομος, έντονος και αυτοκαταστροφικός βίος του Dylan Thomas, δεν τον εμπόδισε ώστε να χρηστεί εθνικός ποιητής και να επηρεάζει ακόμη και σήμερα με το έργο του γενιές καλλιτεχνών και «κανονικών» ανθρώπων που αγαπούν τις τέχνες και ομορφαίνουν με αυτές τη ζωή τους. Το 1986 ο Σταύρος Κουγιουμτζής στο ξανασμίξιμό, τότε, με τον Γιώργο Νταλάρα -ο τελευταίος πια σε ρόλο τρανού πρωταγωνιστή και όχι ανερχόμενου ερμηνευτή- κατέθεσε τον εξαιρετικό δίσκο «Τρελοί και Άγγελοι».
Εκεί, πέρα απ’ την τρανταχτή επιτυχία «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου και την καθιέρωση μιας ξεχωριστής ερμηνεύτριας, της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, με το «Κόκκινο φουστάνι» σε στίχους του Κώστα Κινδύνη, ο Κουγιουμτζής έκανε και μια ιδιαίτερη αφιέρωση.
Ο δημιουργός είναι λατρεμένος για τις συνθετικές του ικανότητες, όμως και σαν στιχουργός έχει δώσει μοναδικά δείγματα γραφής. Αν άλλος είχε γράψει αυτά που έχει υπογράψει ως στιχουργός ο Κουγιουμτζής, σήμερα θα κάναμε αφιερώματα των αφιερωμάτων για τον τρόπο και το ύφος του.
Το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου, φέρει τον υπότιτλο «Ντύλαν Τόμας».

Νομίζω, από τα παραπάνω 6 στιγμιότυπα που πάρθηκαν ενδεικτικά από την καλλιτεχνική ζωή του Γιώργου Νταλάρα, ότι γίνεται κατανοητό, τουλάχιστον περισσότερο σαφές, τι εννοώ όταν λέω ότι υπάρχει κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσα σε αυτό που αποκαλώ «γαστρονομικό – καταναλωτικό»  τραγούδι και σε κείνο που ονομάζω «διαφορετικό». Η απάντηση λοιπόν, στο εναρκτήριο ερώτημα αυτού του σημειώματος, είναι περισσότερο σαφής πλέον. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου