Η
πρωταρχική σημασία του είναι «κουράζομαι», «αποκάμνω», «απαυδώ». Η μεταβατική
του σημασία είναι «δεν επιτρέπω». Παράγεται από το «αγείρω» που σημαίνει «συναθροίζω».
Από εδώ και η «αγορά» που σημαίνει «χώρος συνάθροισης».
Έτσι,
το «απαγορεύω» είναι το αντίθετο του «αγορεύω» που σημαίνει «μιλώ δημόσια». Το
απαγορεύω αναιρεί το «μιλώ δημόσια». Αναιρεί και την «αγορά», την «συνάθροιση»,
τον τόπο συγκέντρωσης. Μετατρέπει τον άνθρωπο από «δημόσιο», από πολίτη πάει να
πει, σε «ιδιώτη». Πρόκειται δηλαδή για τον ά-ξεστο, τον α-πολίτικο, τον
α-πολίτιστο, τον γελοίο. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του «ιδιώτη». Ιδιώτης είναι
εκείνος που από μικροψυχία (μικρή ψυχή!), από ιδιοτέλεια, δεν ασχολείται με τα
δημόσια. Το έργο του πολίτη είναι η λειτουργία. Πρόκειται για αυτόν που
προσφέρει ωφέλιμο έργο στο σύνολο. Το έργο του ιδιώτη είναι η υπηρεσία («ο
υπηρέτης» αυτός που βρίσκεται υπό του «ερέτη». «Ερέτης» από το ρήμα «ερέσσω»
που σημαίνει «κωπηλατώ». Έτσι, ο «υπηρέτης» είναι ο «βοηθός του κωπηλάτη»).
Πρόκειται για αυτόν που υπηρετεί, τον ανώνυμο, τον αλλοτριωμένο.
Έτσι,
το «απαγορεύεται» παράγει αλλοτριωμένους, υπηρέτες. Το «απαγορεύω» είναι από τα
πλέον αντικοινωνικά ρήματα. Έτσι το βρέφος, το παιδί, που δεν γνωρίζει το έτυμο
του «απαγορεύεται» δεν μπορεί, δεν έχει την ικανότητα να το κρίνει. Το ενστερνίζεται
και το ενσαρκώνει. Όχι στο νου αλλά στην ψυχή του. Ο τόπος ενσάρκωσης του
βρίσκεται εκεί «πίσω από το στέρνο» και στους αδένες, κυρίως εκεί!
Για
το μωρό ο Πατέρας «απαγορεύει». Αποτελεί το «εμπόδιο». Δεν είναι το «αντικείμενο»
του παιδιού είναι το «εμπόδιο» του: η απαγορευτική αρχή. Προσέξτε λίγο εδώ. Δεν
πρόκειται για πρόσωπο αλλά για σημαίνον. Σημαίνον που αρθρώνει το «απαγορεύεται».
Αυτό σημαίνει ότι: Δεν είναι «ο Πατέρας που απαγορεύει» αλλά «εκείνος που απαγορεύει
είναι Πατέρας». Δεν «παράγει» ο Πατέρας την απαγόρευση, αντίθετα η απαγόρευση
«παράγει» τον Πατέρα. Ο Πατέρας λοιπόν, εκείνος που απαγορεύει. Εκείνος που
αλλοτριώνει, που «μικραίνει την ψυχή» του παιδιού. Πατέρας λοιπόν, είναι η
ομιλία. Μιλάς άρα ενστερνίζεσαι την απαγόρευση. Όπου υπάρχει ομιλία υπάρχει και
το «απαγορεύεται». Υπάρχει και η σμίκρυνση της ψυχής. Η ψυχή γίνεται μικρότερη
από αυτή που ήταν πριν «υπηρετήσει» την γλώσσα μέσω της ομιλίας. Τι απαγορεύει
η ομιλία; Μα την πρόσβαση στην μητέρα. Η μητέρα – σε αντίθεση με τον πατέρα που
είναι ένα σημαίνον – είναι ένα γεγονός ζωής. Η ομιλία λοιπόν, που απαγορεύει
εμποδίζει την ζωή. Αλλά ας το γράψω λίγο πιο ανώδυνα μια που αυτή η φράση είναι
αρκετά σκληρή. Η ομιλία είναι εκείνη που μετατρέπει την ζωή σε Ανθρώπινη Ζωή (μην
μου πείτε, αυτό είναι πολύ πιο μαλακή φράση!). Ο Πατέρας λοιπόν, «δημιουργεί»,
μέσω του «απαγορεύεται», το «χαμένο μας αντικείμενο» και για αυτή του την
ιδιότητα αποτελεί «εμπόδιο» για το υποκείμενο. Αντίθετα, η μητέρα δεν αποτελεί
το «εμπόδιο» αλλά το «αντικείμενο». Πρέπει εδώ να γνωρίζετε όμως ότι όταν η
μητέρα, το πρόσωπο της, έρχεται να καταλάβει την θέση της απαγορευτικής αρχής
για ένα υποκείμενο, τότε έχουμε μια τρομακτική σχέση ανάμεσα στην μητέρα και
στο παιδί. Τότε η μητέρα ενσαρκώνει το πρόσωπο του τρόμου για το παιδί!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου