Αγάπη και επιθυμία λοιπόν, δύο έννοιες που σχεδόν όλοι μας τις συγχέουμε.
Άραγε τον άνθρωπο που αγαπώ τον επιθυμώ; Είτε ανάποδα, εκείνον που επιθυμώ τον αγαπώ κιόλας;
Λοιπόν, η αγάπη είναι μια απατηλή φαντασίωση ένωσης με τον αγαπημένο. Ο αγαπημένος είναι παρών και εγώ νιώθω ενωμένος μαζί του. Σε ποια βάση συμβαίνει αυτή η ένωση; Στην αγάπη μου δεν στοχεύω σε εκείνο που διαθέτει ο αγαπημένος αλλά σε εκείνο που λείπει από μένα. Η δική μου έλλειψη είναι εκείνη που έχει σημασία. Αυτή μου την έλλειψη την τοποθετώ στον Άλλο και έτσι τον καθιστώ αγαπημένο. Αυτή μου την έλλειψη ζητώ εκείνος να καλύψει. Βεβαίως, και δεν θα ρωτήσω τον Άλλο αν χρειάζεται την δική μου έλλειψη. Αν την θέλει. Έχω ανάγκη να το κάνω και θα το κάνω. Ως προς αυτό η αγάπη μου είναι επιθετική[1] απέναντι του.
Έγραψα «απατηλή φαντασίωση» διότι αφού το να αγαπάς σημαίνει, κατ' ουσία, να θέλεις να αγαπηθείς. Αυτή ακριβώς η αμοιβαιότητα μεταξύ του «να αγαπάς» και του «να αγαπιέσαι» συνιστά τον απατηλό χαρακτήρα της αγάπης.
Τι κάνουμε, λοιπόν, στην περίπτωση της αγάπης; Τι εννοούμε όταν λέμε στον Άλλο «αγάπησε με»;
Προσπαθούμε να γεμίσουμε το ανυπόφορο χάσμα, το άνοιγμα της επιθυμίας του Άλλου. Προσφέρουμε τον εαυτό μας ως το αντικείμενο της επιθυμίας του. Στην ουσία, ισχυριζόμαστε ότι εμείς αποτελούμε την απάντηση στην έλλειψη του. Υπό την έννοια αυτή η αγάπη είναι μια ερμηνεία της επιθυμίας του Άλλου: η απάντηση της αγάπης είναι «Είμαι αυτό που σου λείπει…με την αφοσίωση μου σε σένα, με τη θυσία μου για σένα, θα σε γεμίσω, θα σε ολοκληρώσω». Συνεπώς, η κίνηση της αγάπης είναι διπλή: το υποκείμενο συμπληρώνει τη δική του έλλειψη προσφέροντας τον εαυτό του στον Άλλον. Η εξαπάτηση που ενέχει η αγάπη συνίσταται στην ιδέα ότι αυτή η αλληλοεπικάλυψη δυο ελλείψεων ακυρώνει την έλλειψη ως τέτοια σε μια αμοιβαία πλήρωση.
Γίνεται φανερό, από όσα μέχρι τώρα ανάφερα, ότι η αγάπη αντιτίθεται στην επιθυμία. Η επιθυμία για να υπάρχει ως τέτοια έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την έλλειψη, το κενό. Το αντικείμενο της είναι το «χαμένο» αντικείμενο: ένα χαμένο αντικείμενο από τη στιγμή που το υποκείμενο εισάγεται στη ζωή δια μέσω του σημαίνοντος που του απευθύνουν οι γονείς, μια λειτουργία (της γλώσσας) που επιφέρει τον ευνουχισμό δηλαδή την απώλεια απόλαυσης, ένα κόστος που υποφέρει όποιος εισάγεται στον κοινωνικό δεσμό. Τι χάσαμε κατά την διάρκεια του ευνουχισμού; Μα την απόλαυση μας. Αυτό είναι το «χαμένο» αντικείμενο.
Το ίχνος αυτής της απώλειας θα είναι από εδώ και στο εξής αυτό που θα μας σημαδεύει σε όλη μας τη ζωή, αυτό το σημάδι, που ψυχανάλυση ονομάζει "έλλειψη στο είναι", είναι εκείνο το οποίο μας καθιστά «υποκείμενα της επιθυμίας» και μας «επιβάλλει», από εδώ και πέρα, να προσπαθήσουμε να βρούμε στον Άλλο αυτό το «χαμένο» αντικείμενο, το οποίο ούτε ξέρουμε ποιο είναι! Ένας Άλλος που επίσης έχει υποστεί την απώλεια, κάτι που κάνει την ψυχανάλυση να μας λέει πως "δεν υπάρχει ο Άλλος του Άλλου", δηλαδή κάποιος που είναι πλήρης και διατεθειμένος να καλύψει το κενό μας, την έλλειψη μας. Κάποιος που θα αποτελέσει τον εγγυητή του "είναι" μας. Πρόκειται για μια οδυνηρή διαπίστωση: το υποκείμενο θα τελεί πάντα ως μια έλλειψη στο είναι.
Πώς μπορεί λοιπόν αυτή η ασυμφωνία μεταξύ επιθυμίας και αγάπης να γίνει υποφερτή ή να πετύχει, πώς μπορούν δύο άνθρωποι να συνεχίσουν να βρίσκουν μεταξύ τους ενδιαφέρον στην αγάπη καθώς εκθέτουν την αγάπη σε μια δυσφορία της επιθυμίας;
Το γεγονός της αναζήτησης του «χαμένου» αντικειμένου μέσα στον Άλλο καθιστά αυτό το αντικείμενο το αίτιο της επιθυμίας. Επιθυμώντας, το υποκείμενο της έλλειψης, συνεχίζει να αναζητά, να χαίρεται, να απολαμβάνει. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι εκεί όπου η έλλειψη δεν υπάρχει δεν υπάρχει και επιθυμία. Και είναι εκεί που μιλάμε πια για μια άλλη δομή ή για το άγχος ή για την ανάδυση της αγωνίας.
Εκεί που το υποκείμενο μπορεί να παραδεχτεί και να υποφέρει το χάσμα μεταξύ επιθυμίας και αγάπης είναι που μπορεί να διατηρήσει τη σχέση ζωντανή. Εκεί όπου κάθε επιθυμία ικανοποιείται, όπου ο άλλος είναι, εξαιτίας μας, προστατευμένος από την "έλλειψη στο είναι", προστατευμένος ώστε να καταστεί ο παρτενέρ σε ένα πλήρη Άλλο που τάχα τίποτε δεν του λείπει (έναν «Άλλο του Άλλου»), έναν θεό επί γης, τότε η αγάπη μπορεί να περάσει στο μίσος, και έτσι, ακόμη και σε μια στιγμή, να μετατραπεί από κάτι που ενώνει σε αυτό που μπορεί να καταστρέψει και τα πιο αγαπημένα ζευγάρια καταλήγοντας και στην αυτοκαταστροφή. Αυτό δεν αφορά μόνο την ερωτική σχέση αλλά όλες τις σχέσεις οι οποίες τις περισσότερες φορές - αν όχι όλες - είναι η επανάληψη της σχέσης του υποκειμένου με τον πρώτο Άλλο, τη μητέρα.
[1] Ο Lacan αποδίδει επίσης μεγάλη έμφαση στη στενή σύνδεση μεταξύ αγάπης και επιθετικότητας: η παρουσία της μίας ενέχει κατ' ανάγκην και την παρουσία της άλλης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο ο Freud ονομάζει «αμφιθυμία», αναγνωρίζεται από τον Lacan ως μια από τις μεγάλες ανακαλύψεις της ψυχανάλυσης. Έτσι η επιθετικότητα είναι το ίδιο παρούσα, όπως υποστηρίζει ο Lacan, σε φαινομενικές πράξεις αγάπης όσο και σε επιθετικές πράξεις. «Υποβόσκει στη δραστηριότητα του φιλάνθρωπου, του ιδεαλιστή, του παιδαγωγού, ακόμα και του μεταρρυθμιστή».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου