Αν υπάρχει μια έννοια που διεκδικεί τη θέση του επικέντρου της Ψυχαναλυτικής σκέψης δεν είναι άλλη από την έννοια της επιθυμίας. «Η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου» έλεγε ο Spinoza.
Η επιθυμία συνιστά συγχρόνως την καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και το κεντρικό ενδιαφέρον της ψυχανάλυσης. Όταν όμως η τελευταία αναφέρεται στην επιθυμία, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε επιθυμία, αλλά πάντοτε στην ασυνείδητη επιθυμία.
Η ασυνείδητη επιθυμία είναι αποκλειστικά σεξουαλική: «τα κίνητρα του ασυνειδήτου είναι περιορισμένα ... στη σεξουαλική επιθυμία ... Η άλλη μεγάλη γενική επιθυμία, η πείνα, δεν αναπαρίσταται».
Εντούτοις, η αναγνώριση της επιθυμίας μας είναι δυνατή μόνο όταν αρθρώνεται στον λόγο: «μόνο όταν διατυπώνεται, όταν ονοματίζεται παρουσία του άλλου, η επιθυμία αυτή, οποιαδήποτε και αν είναι, αναγνωρίζεται με την πλήρη σημασία του όρου». Αρθρώνοντας την επιθυμία στον λόγο, ο αναλυόμενος την κάνει να υπάρχει:
Να αναγνωρίσει και να ονοματίσει το υποκείμενο την επιθυμία του, αυτή είναι η αποτελεσματική δράση της ανάλυσης. Δεν πρόκειται όμως για ζήτημα αναγνώρισης ενός πράγματος καθ’ ολοκληρίαν δεδομένου ... Ονομάζοντας την, το υποκείμενο δημιουργεί, φέρνει στο προσκήνιο, μια νέα παρουσία στον κόσμο.
Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο όσον αφορά τη συνάρθρωση της επιθυμίας στον λόγο. Αν και η αλήθεια γύρω από την επιθυμία είναι παρούσα, σε κάποιο βαθμό, σε ολόκληρο τον λόγο, δεν είναι δυνατόν να αρθρωθεί σε λόγο όλη η αλήθεια γύρω από την επιθυμία. Όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει τον λόγο, το πεδίο της ομιλίας.
Η φράση «η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου», γίνεται κατανοητή με τους εξής τρόπους, με τα εξής νοήματα:
Πρώτον: Η επιθυμία είναι κατ’ ουσία «η επιθυμία της επιθυμίας του Άλλου», πράγμα που σημαίνει ότι η επιθυμία είναι συγχρόνως επιθυμία να είναι κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας κάποιου άλλου, και επιθυμία για αναγνώριση από κάποιον άλλο.
Ο Λακάν γράφει πάνω σε αυτό:
Η επιθυμία είναι ανθρώπινη, όταν κανείς δεν επιθυμεί το σώμα, αλλά την Επιθυμία του άλλου ... δηλαδή, όταν θέλει να «είναι επιθυμητός», ή μάλλον να «αναγνωρίζεται» στην ανθρώπινη αξία του ... Με άλλα λόγια, κάθε ανθρώπινη Επιθυμία ... είναι, εντέλει, μια λειτουργία της επιθυμίας για «αναγνώριση».
Ο Kojève φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει (στα χνάρια του Hegel) ότι για την επίτευξη της επιθυμητής αναγνώρισης, το υποκείμενο πρέπει να διακινδυνεύσει την ίδια του τη ζωή σε έναν αγώνα για καθαρό γόητρο. Η επιθυμία αυτή, που συνιστά κατ’ ουσία επιθυμία να γίνει κανείς το αντικείμενο της επιθυμίας ενός άλλου, εικονογραφείται καθαρά στον πρώτο «χρόνο» του συμπλέγματος του Οιδίποδα, όταν το υποκείμενο επιθυμεί να είναι ο φαλλός για τη μητέρα.
Δεύτερον: Το υποκείμενο επιθυμεί ως Άλλος : με άλλα λόγια, το υποκείμενο επιθυμεί από τη σκοπιά ενός άλλου. Η συνέπεια είναι ότι «το αντικείμενο της επιθυμίας του ανθρώπου ... είναι ουσιαστικά ένα αντικείμενο που επιθυμείται από κάποιον άλλο» (Lacan, 1951b: 12). Εκείνο που καθιστά επιθυμητό ένα αντικείμενο δεν είναι κάποια εγγενής ποιότητα του πράγματος καθαυτό, αλλά απλώς το γεγονός ότι επιθυμείται από κάποιον άλλο. Η επιθυμία του Άλλου είναι επομένως εκείνο που κάνει τα αντικείμενα ισοδύναμα και εναλλάξιμα. Αυτό «τείνει να μειώνει την ιδιαίτερη σημασία οποιουδήποτε συγκεκριμένου αντικειμένου, αλλά την ίδια στιγμή φέρνει στο προσκήνιο την ύπαρξη αναρίθμητων αντικειμένων» (Lacan, 1951b: 12).
O Kojève υποστηρίζει ότι «η Επιθυμία που κατευθύνεται προς ένα φυσικό αντικείμενο είναι ανθρώπινη μόνο στον βαθμό που “διαμεσολαβείται” από την Επιθυμία ενός άλλου που κατευθύνεται προς το ίδιο αντικείμενο: είναι ανθρώπινο να επιθυμεί κανείς ό,τι επιθυμούν και οι άλλοι, ακριβώς επειδή το επιθυμούν» (Kojève, 1947: 6). Ο λόγος που εξηγεί τα παραπάνω έχει να κάνει με όσα αναφέραμε προηγουμένως για την ανθρώπινη επιθυμία ως επιθυμία για αναγνώριση. Επιθυμώντας εκείνο που επιθυμεί κάποιος άλλος, μπορώ να κάνω τον άλλο να αναγνωρίσει το δικαίωμά μου να κατέχω το αντικείμενο αυτό, κι έτσι να κάνω τον άλλο να αναγνωρίσει την υπεροχή μου εις βάρος του (Kojève, 1947: 40).
Αυτό το καθολικό γνώρισμα της επιθυμίας είναι ιδιαίτερα προφανές στην υστερία. Υστερική είναι εκείνη που συντηρεί την επιθυμία ενός άλλου, που μετατρέπει την επιθυμία κάποιου άλλου σε δική της. Εκείνο επομένως που έχει σημασία στην ανάλυση μιας υστερικής δεν είναι ο εντοπισμός του αντικειμένου της επιθυμίας της αλλά η ανακάλυψη του τόπου από τον οποίο επιθυμεί (δηλαδή, του υποκειμένου με το οποίο ταυτίζεται).
Τρίτον: Η επιθυμία είναι επιθυμία για τον Άλλο. Η θεμελιακή επιθυμία είναι η αιμομικτική επιθυμία για τη μητέρα, τον πρωταρχικό Άλλο.
Τέταρτο: Η επιθυμία είναι πάντοτε «η επιθυμία για κάτι άλλο», αφού είναι αδύνατον να επιθυμεί κανείς κάτι που ήδη κατέχει. Το αντικείμενο της επιθυμίας μετατίθεται διαρκώς, πράγμα που εξηγεί γιατί η επιθυμία συνιστά ΜΕΤΩΝΥΜΙΑ.
Και Πέμπτο: Η επιθυμία ανακύπτει αρχικά στο πεδίο του Άλλου, δηλαδή του ασυνειδήτου.
Το πιο σημαντικό σημείο που προκύπτει από τη παραπάνω φράση είναι ότι η επιθυμία παράγεται κοινωνικά. Η επιθυμία δεν συνιστά, όπως φαίνεται αρχικά, ιδιωτική υπόθεση, γιατί συγκροτείται πάντοτε σε διαλεκτική σχέση με τις επιθυμίες των άλλων υποκειμένων όπως τις αντιλαμβανόμαστε.
Ο πρώτος άνθρωπος που καταλαμβάνει τον τόπο του Άλλου είναι η μητέρα, και στην αρχή το παιδί βρίσκεται στο έλεος της επιθυμίας της. Μόνο όταν ο πατέρας συναρθρώνει την επιθυμία με τον νόμο απελευθερώνεται το υποκείμενο από την υποταγή στα καπρίτσια της επιθυμίας της μητέρας.
Επίσης, στο σημείο αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας την διάκριση μεταξύ Αγάπης και Επιθυμίας. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το «σε θέλω» καθόλου δεν ταυτίζεται με το «σε αγαπώ».
Ο Lacan αποδίδει επίσης μεγάλη έμφαση στη στενή σύνδεση μεταξύ αγάπης και ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: η παρουσία της μίας ενέχει κατ' ανάγκην και την παρουσία της άλλης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο ο Freud ονομάζει «αμφιθυμία», αναγνωρίζεται από τον Lacan ως μια από τις μεγάλες ανακαλύψεις της ψυχανάλυσης.
Η αγάπη περιγράφεται ως ένα καθαρά φαντασιακό φαινόμενο. Η αγάπη είναι αυτοερωτική και η δομή της είναι θεμελιωδώς ναρκισσιστική, από τη στιγμή που «εκείνο που αγαπά κανείς στην αγάπη είναι το ίδιο του το εγώ, το ίδιο του το εγώ που γίνεται πραγματικό στο φαντασιακό επίπεδο». Ως τέτοιο ανήκει στο πεδίο του εγώ και ως εκ τούτου η αγάπη αντιτίθεται καθαρά στην επιθυμία, η οποία εγγράφεται στη συμβολική τάξη, στο πεδίο του Άλλου.
Επίσης, Η αγάπη είναι μια μεταφορά[1] ενώ η επιθυμία είναι μια μετωνυμία.
Από την άλλη, η αγάπη είναι μια απατηλή φαντασίωση ένωσης με τον αγαπημένο. Θα ήταν ακόμη δυνατόν να ειπωθεί ότι η αγάπη σκοτώνει την επιθυμία, αφού η αγάπη βασίζεται σε μια φαντασίωση ένωσης με τον αγαπημένο και αυτό ακυρώνει τη διαφορά που προκαλεί την επιθυμία. Ας μην λησμονούμε ότι η επιθυμία θεμελιώνεται στην έλλειψη, στην απουσία και όχι στην ένωση ή στην παρουσία.[1] Βλ. ΜΕΤΑΦΟΡΑ: «Η ΑΓΑΠΗ είναι ένα ΤΑΞΙΔΙ», Παρασκευή 23 Απριλίου 2021, https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2021/04/blog-post_23.html


.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου