Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Άλλο να είσαι «αληθινός» και άλλο «ειλικρινής»

 

Στα δημοτολόγια του Δήμου μου αναφέρομαι ότι είμαι ο «Παναγιώτης Μάρκου».

Αντίθετα, εγώ πιστεύω για τον εαυτό μου ότι είμαι ο «Καραγκιόζης το γένος Σπαθάρη»! Όταν κάποιος από εσάς με ρώτησε: «Ποιος είσαι;» τότε εγώ, επειδή και άλλες φορές που μου έγινε η ίδια ερώτηση και είχα απαντήσει «ο Καραγκιόζης το γένος Σπαθάρη» με περιγέλασε ο ακροατής που άκουσε την απάντηση, απαντώ τούτη την φορά: «Είμαι ο Μάρκου Παναγιώτης».

Τώρα προκύπτει το εξής θέμα:

Εγώ πράγματι, είπα «Αλήθεια» όμως, είμαι 100% σίγουρος ότι «δούλεψα» τον ακροατή μου. Τελικά, τι απάντησα; «Αλήθεια» ή «Ψέματα»;

Είναι προφανές από την παραπάνω ιστορία ότι κάτι τρέχει εδώ. Υπάρχει κάποιο παράδοξο. Όμως, το παράδοξο λύνεται μόνο αν δεχτούμε ότι το αντίθετο της «Αλήθειας» δεν είναι το «Ψεύδος». Το αντίθετο της «Αλήθειας» είναι το «Λάθος». Ενώ, το αντίθετο του «Ψεύδους» είναι η «Ειλικρίνεια». Ψέματα λέει κάποιος όταν ισχυρίζεται κάτι που είναι αντίθετο από αυτό που πιστεύει. Ενώ, από την άλλη, η «Αλήθεια» δεν έχει καμιά σχέση με το τι πιστεύει κανείς αλλά με το τι γνωρίζει κανείς. Έτσι το αντίθετο της «Αλήθειας» είναι το «Λάθος» το οποίο σχετίζεται απευθείας με την άγνοια.

Είναι άλλωστε προφανές αυτό το γεγονός στην καθημερινή μας ομιλία: Θα είναι πολύ επιθετική η αντίδραση κάποιου ο οποίος θα ακούσει από το στόμα του συνομιλητή του την έκφραση «Λες ψέματα…» ενώ, από την άλλη θα είναι πολύ ηπιότερη η αντίδραση του αν ακούσει την έκφραση «Κάνεις λάθος…».

Στο παρακάτω σχήμα ασύμβατες μεταξύ τους είναι οι έννοιες «Αλήθεια – Λάθος» και «Ειλικρίνεια – Ψεύδος», που βρίσκονται στις δύο κατακόρυφες πλευρές οι οποίες είναι και παράλληλες μεταξύ τους.

Αντίθετα, κάποιος μπορεί να γνωρίζει την «Αλήθεια» και να επιλέγει να είναι και «Ειλικρινής» (Ευθεία 1).

Μπορεί κάποιος να γνωρίζει την «Αλήθεια» και να κάνει την επιλογή να την κρύψει. (Ευθεία 2).

Ενώ, κάποιος τρίτος μπορεί κάποιος να μην γνωρίζει την «Αλήθεια» (άρα γνωρίζει «Λάθος») και παρόλα αυτά επιλέγει να είναι «Ειλικρινής» (Ευθεία 3)

Τέλος, κάποιος μπορεί και να μην γνωρίζει την «Αλήθεια» (άρα γνωρίζει «Λάθος») και παρόλα αυτά κάνει την συνειδητή επιλογή να πει «Ψέματα»  (Ευθεία 4)

Αυτός ο διχασμός ανάμεσα στην «αλήθεια» και στην «ειλικρίνεια» βρίσκει την εφαρμογή του στο διχασμένο χαρακτήρα του Έρωτα. Στην διπλή φύση του.

Ο Έρως έχει έναν χαρακτήρα που έχει διαμορφωθεί από δύο φύσεις: εκείνη της μητέρας του και την άλλη του πατέρα του. Ο ίδιος αποτελεί τέκνο της Πενίας και του Πόρου. Στην Ελληνική Μυθολογία ο Πόρος ήταν η προσωποποίηση της αφθονίας και του πλούτου.

Επειδή λοιπόν είναι του Πόρου και της Πενίας γιος ο Έρως βρίσκεται σε αυτήν εδώ την κατάσταση. Από την φύση της μητέρας του είναι πρώτα - πρώτα πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και τρυφερός, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά σκληρός και ακατάστατος και ανυπόδητος και άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στις θύρες και στους δρόμους, πάντα με τη φτώχεια σύντροφος. Από την φύση του πατέρα του πάλι είναι επίβουλος στους όμορφους και στους καλούς, όντας ανδρείος και φιλοκίνδυνος και σφριγηλός, δεινός κυνηγός, πάντα πλέκοντας κάποια σχέδια κι επιθυμεί την φρόνησης την οποία είναι άξιος και να βρει φιλοσοφώντας σ΄ όλη του τη ζωή, δυνατός γητευτής και φαρμακευτής και σοφιστής. Αλλά ούτε ως αθάνατος από τη φύση του ούτε ως θνητός μπορεί να χαρακτηρισθεί, αλλά μέσα στην ίδια ημέρα πότε ανθίζει και ζει, όταν βρει αφθονία, πότε πάλι πεθαίνει και πάλι ξαναγεννιέται, γιατί το έχει από τη φύση τού πατέρα του. Και ό,τι κερδίζει πάντα το χάνει έτσι που μήτε άπορος είναι ποτέ ο Έρως μήτε πλούσιος. Και πάλι βρίσκεται αιωρούμενος ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια.

Ο έρωτας φέρει, λοιπόν, το στίγμα της πενίας, της έλλειψης, της ένδειας. Πηγή της ακαταμάχητης ισχύος του είναι το ανεξάντλητο κοίτασμα της έλλειψης.

Στην ουσία σεξ, καύλα, καψούρα όλα πάνε μαζί. Είναι λέξεις οι οποίες αναμφίβολα δεν κυκλοφορούν μόνες τους μέσα στην γλώσσα, αλλά υπάρχει μια ευρύτατη γκάμα, ένα σμήνος επινοημένων λέξεων, οι οποίες αναφέρονται στη σεξουαλικότητα.

Αγάπη είναι ότι έχει προέλθει από την «εκχριστιανισμένη επιδιόρθωση» της ερωτικής εμπειρίας που είναι ταυτόχρονα και ένα είδος πτώχευσης και αφυδάτωσης της λίμπιντο. Ο εκκλησιαστικός θεσμός ευνούχισε τον έρωτα για τα καλά, καθυπόταξε τη σεξουαλικότητα στην χωρίς ηδονή σκοπιμότητα της αναπαραγωγής, εξόρισε την επιθυμία από το κρεβάτι και εξύψωσε την εγκράτεια σε θεάρεστο ιδεώδες! Είναι δεδομένο ότι στην χριστιανική, αγαπητική εκδοχή του, ο έρωτας ήταν ευνουχισμένος. Στην καλύτερη περίπτωση, συρρικνώνεται σε μια φιλεύσπλαχνη, αλτρουιστική διαθεσιμότητα απέναντι στον πλησίον. Ο έρωτας προϋποθέτει ακριβώς μια εξορκιστική αποστασιοποίηση, ή μάλλον μια φοβική αποποίηση της σεξουαλικότητας που καταλήγει στην διφορούμενη ενοχοποίηση της σάρκας. Λέω διφορούμενη γιατί οι πρακτικές ενοχοποίησης μπορούν να λειτουργήσουν και σαν ανομολόγητοι φορείς εντατικοποίησης του ερωτισμού, τον οποίο στιγματίζουν. Χρωστάμε πολλά στον Φουκώ για το πως και το γιατί δημιουργήθηκε αυτός ο φόβος απέναντι στην σεξουαλικότητα[1].

  Η εμπλοκή του φύλου στον έρωτα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Σε αντίθεση, φυσικά, με το σεξ. Γιατί αυτό που αγαπάει κανείς στον έρωτα είναι ο ίδιος του ο εαυτός ή μια εξιδανικευμένη εκδοχή του ιδίου του τού εαυτού, αν προτιμάτε. Ο έρωτας έχει πάντα κάποιες ναρκισσιστικές καταβολές και αυτό είναι ένα μοτίβο που διατρέχει όλη τη δυτική σκέψη πάνω στον έρωτα. Ναρκισσιστικές καταβολές, ναρκισσιστική αφετηρία, ναρκισσιστική ρίζα του ερωτικού συναισθήματος. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο έρωτας εμπλέκει ένα σώμα, το οποίο «δημιουργείται» μέσα στη ναρκισσιστική εμπειρία της φαντασιακής, κατοπτρικής ακεραιότητάς του. Πρόκειται για το σώμα που αποκτά μορφή μέσα στο στάδιο του καθρέπτη, για ένα σώμα ολοκληρωμένο, ένα σώμα που δεν είναι τραυματισμένο από τον ευνουχισμό, ένα σώμα που δεν είναι προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες. Ήδη από αυτό το επίπεδο βλέπουμε ότι ο έρωτας απευθύνεται στην ολότητα του άλλου, δεν ερωτεύεται κανείς το στήθος μιας γυναίκας, τα σαρκώδη χείλη της ή την μακιγιαρισμένη εικόνα της. Ο ερωτευμένος μπορεί μεν να καψουρεύεται το στήθος μιας γυναίκας, να καψουρεύεται τις καμπύλες της, να καψουρεύεται το γοβάκι της, αλλά ο έρωτας ως τέτοιος απευθύνεται σε ένα είδος ολότητας του άλλου. Αυτός ο άλλος τοποθετείται πέραν του φαντασιακού, πέραν του ναρκισισμού, πέραν της σαγήνης της εικόνας. Για την ακρίβεια, απευθύνεται στο είναι του άλλου. Λέγοντας ότι ο έρωτας απευθύνεται στο είναι του άλλου εννοούμε ότι όντως σε αυτό το επίπεδο το είναι του άλλου δεν προσδιορίζεται από τον τρόπο που έχει καταγραφεί στο πεδίο της έμφυλης διαφοράς. Λειτουργεί, δηλαδή, σε αντίθεση ακριβώς με την εμπειρία της σεξουαλικότητας, η οποία απευθύνεται σε ένα έμφυλο σώμα, προικισμένο με ερωτογόνες ζώνες, με ιδιαιτερότητες, ένα σώμα που λειτουργεί ως αποδέκτης των φαντασιώσεων. Οι φαντασιώσεις αποτελούν τον κατεξοχήν συνομιλητή της σεξουαλικότητας, ο παρτενέρ καλείται απλά να τις ενσαρκώσει, να τους προσδώσει σάρκα και οστά. Οποιαδήποτε έμφυλη σχέση «παράγεται» κάτω από την κηδεμονία των φαντασιώσεων είναι σαφές ότι είναι δομημένη με βάση ένα σεξουαλικό σενάριο. Ενώ, η αμιγώς, η καθαυτό, ερωτική σχέση δεν έχει ως πρωτογενή καταλύτης της κάποια σεξουαλική φαντασίωση.

Αυτή είναι, λοιπόν, η τεράστια διαφορά. Ο έρωτας σπεύδει προς το είναι του υποκειμένου και από αυτή την άποψη δεν αποτελεί έναν αναλώσιμο τρόπο για την ικανοποίηση της σεξουαλικής ενόρμησης, δεν πρόκειται για μια κόσμια «εμφάνιση» των φαντασιώσεων. Ο έρωτας δεν αναδύεται από τις λιμνάζουσες υγρές εμμονές της σεξουαλικότητας. Δεν είναι φιλήδονη μέθη μπροστά στη σαγήνη του σεξουαλικού αντικειμένου, παρότι όχι μόνο προσφέρει φιλόξενη στέγη σε φαντασιώσεις και ενορμήσεις, αλλά και λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της έντασής τους, ως αποδομητής των αναστολών τους και συνήγορος των απαιτήσεών τους. Ο έρωτας τέμνει τη διαφορά των φύλων σε πολλά επίπεδα, χωρίς να ταυτίζεται με κανένα απ' αυτά.



[1] Βλ. «Γιατί η σεξουαλικότητα κλείστηκε στο υπνοδωμάτιο της οικογένειας;», Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021, https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2021/08/blog-post_19.html

 

 


 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου