Στο φινάλε της ταινίας, «Όσα παίρνει ο άνεμος», το 1939, ειπώθηκε μια από τις πιο διάσημες ατάκες στην ιστορία του κινηματογράφου. Αυτός βρίσκεται στην πόρτα του σπιτιού και αυτή τον ρωτάει κλαίγοντας «Αν φύγεις που θα πάω, τι θα κάνω;». Έχοντας ανεχτεί πολλά καμώματά της στο παρελθόν, η απάντηση είναι ωμή και εκδικητική: «Ειλικρινά, αγαπητή μου δεν δίνω δεκάρα» («Frankly, my dear, I don’t give a damn»). Κατόπιν ο πρωταγωνιστής (Κλαρκ Γκέιμπλ) φεύγει και χάνεται στην ομίχλη.
Η διάσημη ατάκα όμως φαίνεται πως ήταν σοκαριστικά ωμή για την εποχή της ίσως ακόμα και άσεμνη ή αισχρή με αποτέλεσμα οι παραγωγοί της ταινίας να δεχτούν ένα πρόστιμο 5.000 δολαρίων διότι είχε ξεπεραστεί το όριο της τότε κινηματογραφικής δεοντολογίας!
Επιστήμονες από την Ολλανδία, τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και το Χονγκ Κονγκ διερεύνησαν τη δυνητική συσχέτιση μεταξύ βωμολοχίας και ειλικρίνειας σε δύο δημοσκοπήσεις.
Στην πρώτη δημοσκόπηση, οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να τους πουν ποιες λέξεις χρησιμοποιούν όταν βρίζουν και για ποιους λόγους θα τις χρησιμοποιούσαν. Για να εξασφαλίσουν ότι οι απαντήσεις τους θα είναι ειλικρινείς και όχι «με βάση τον τρόπο που θα ήταν κοινωνικώς αποδεκτός», τους υπέβαλλαν σε τεστ ανιχνευτή ψεύδους. Όσοι παραδέχθηκαν ότι έχουν πλούσιο λεξιλόγιο όταν βρίζουν, ήταν πιο πιθανό να είναι ειλικρινείς, συμπέραναν οι ερευνητές.
Στη δεύτερη μελέτη, οι ερευνητές αναζήτησαν τη χρήση βωμολοχιών στα κοινωνικά προφίλ των χρηστών του Facebook. Διαπίστωσαν πως όσοι έβριζαν στον γραπτό λόγο τους, χρησιμοποιούσαν πιο συχνά άλλες λέξεις που υποδηλώνουν ειλικρίνεια (π.χ. το «εγώ»). Επιπλέον, όσοι συνήθιζαν να απαντούν λακωνικά, είχαν λιγότερες πιθανότητες να βρίζουν αλλά και να λένε ανοικτά τη γνώμη τους.
“Η σχέση αισχρολογίας και ειλικρινείας είναι πολύπλοκη και δεν υπάρχουν πολλές έρευνες γι’ αυτό”, ανέφερε ο επικεφαλής ερευνητής Ντέιβιντ Στίλγουελ, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ. “Αν και το να βρίζει κάποιος είναι απωθητικό και ανεπίτρεπτο, ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη ότι μιλάει με ειλικρίνεια. Όπως δηλαδή κάποιος δεν “κρατάει” τη γλώσσα του για να είναι πιο κόσμιος, μπορεί να μην “κρατάει” και τις αληθινές απόψεις του για τον εαυτό του”.
Κι όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι. Διαβάζουμε στον Φουκώ «…Στις αρχές του 17ου αιώνα επικρατούσε μια κάποια ειλικρίνεια. Στις κοινωνικές σχέσεις δεν παίζανε το κρυφτούλι. Οι λέξεις ξεστομίζονταν χωρίς υπερβολικούς δισταγμούς και τα πράγματα λέγονταν χωρίς πολλά φτιασίδια. Με το αθέμιτο υπήρχε μια ανεκτική οικειότητα. Οι κώδικες για το χυδαίο, το πρόστυχο, το άσεμνο ήταν αρκετά χαλαροί συγκρινόμενοι με τους κώδικες του 19ου αιώνα. Χειρονομίες ανυπόκριτες (τι γοητευτική λέξη!), λόγοι δίχως αιδημοσύνη, ξεστρατίσματα φανερά, καμπυλότητες επιδεικτικές και εύκολα ζευγαρώματα, παιδιά διαβολεμένα που τριγύριζαν ασύστολα και δίχως να σοκάρουν, ανάμεσα στα γέλια των μεγάλων: τα κορμιά “καμάρωναν”»[1].
Από το παραπάνω απόσπασμα συνάγονται δύο συμπεράσματα: αφενός ότι ο σπουδαίος Φουκώ έχει πάρει ήδη θέση απέναντι στο ερώτημα «σχέση βωμολοχίας και ειλικρίνειας», αναφέροντας ότι «στις αρχές του 17ου αιώνα επικρατούσε μια κάποια ειλικρίνεια», και αφετέρου, ότι μέχρι εκείνη την εποχή οι λέξεις προφέρονται χωρίς καμιά αναστολή και η σύνδεση μεταξύ αυτού που εκφέρεται από το στόμα και της σεξουαλικής πρακτικής γίνεται με τρόπο αυθόρμητο, χωρίς επικαλύψεις και υπεκφυγές.
Η «ξέγνοιαστη» αυτή περίοδος του λόγου για την σεξουαλικότητα μας τελείωσε. Την διαδέχθηκε μια περίοδος αναστολών και αποσιώπησης, η οποία συνδέεται με την ενδυνάμωση του ρόλου της εκκλησίας στη κοινωνική οργάνωση: «Τούτη την ολόφωτη μέρα ακολούθησε ένα σύντομο σούρουπο για να καταλήξει στις μονότονες νύχτες της βικτωριανής μπουρζουαζίας. Και τότε η σεξουαλικότητα εγκλωβίζεται με περισσή φροντίδα. Μετακομίζει. Την κατάσχει η ζευγαρωτή οικογένεια («η Αγία Οικογένεια», για να θυμηθούμε λίγο και τον Ενγκελς) Γύρω από το σεξ όλοι σωπαίνουν. Το ζευγάρι νόμιμο και παιδοποιητικό, κόβει και ράβει. Επιβάλλεται ως πρότυπο, επιβάλλει τον κανόνα, κατέχει την αλήθεια, κρατάει το δικαίωμα του λόγου, φυλάγοντας για τον εαυτό του την αρχή του απορρήτου. Στον κοινωνικό χώρο καθώς και μέσα στο σπίτι, ένας μόνο τόπος αναγνωρίζεται για την σεξουαλικότητα, τόπος όμως ωφέλιμος και γόνιμος: το δωμάτιο των γονιών. Όλα τα άλλα πρέπει πια να σβήσουν. Η ευπρέπεια στους τρόπους αποφεύγει τα κορμιά, η κοσμιότητα στις λέξεις αθωώνει τους διαλογισμούς. Και ο άγονος, αν επιμείνει και αν κοκορεύεται, κυλάει προς τον ανώμαλο: θα του κολλήσει ο ανάλογος χαρακτηρισμός και θα υποστεί τις σχετικές κυρώσεις»[2].
Ό,τι δεν ευθυγραμμίζεται με την αναπαραγωγή δεν έχει που να καταφύγει. Δεν έχει φωνή. Είναι κυνηγημένο, απαρνημένο και συνάμα καταδικασμένο στην σιωπή. Όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά πρέπει να εξαφανισθεί και η παραμικρή εκδήλωση του με πράξεις και με λόγια. Στα παιδιά, λόγου χάριν, πρέπει να απαγορεύσουμε να μιλάνε για το σεξ: «θα τους βάλουμε πιπέρι στο στόμα αν παραβούν την απαγόρευση!». Πρέπει να τους μάθουμε να κλείνουν τα αυτιά και τα μάτια (θυμηθείτε την εντολή του στρατηγού – πατέρα Ορέστη Μακρή προς τις στρατιώτες – κόρες του, στη ταινία «η Θεία από το Σικάγο»: «…Κεφαλή επι δέεεξιά!»). Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της καταστολής: η γενική και συστηματική σιωπή.
Και γιατί όλες τούτες οι αλλαγές; Γιατί οικοδομήθηκε ένας τέτοιος κατασταλτικός, απαγορευτικός μεγάλος Άλλος του πολιτισμού;
Μα η απάντηση είναι προφανής: Το υποκείμενο, επειδή ακριβώς μεταμορφώνεται σε μια μονάδα παραγωγής, υποβάλλεται σε έναν ολοκληρωτικό έλεγχο της συμπεριφοράς του, με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητας του. «Αν το σεξ καταστέλλεται με τόση σκληρότητα αυτό οφείλεται στο ότι είναι ασυμβίβαστο με μια γενική και εντατική ανάπτυξη της μισθωτής εργασίας. Στην εποχή όπου εκμεταλλεύονται συστηματικά την εργασιακή δύναμη, πως θα ανέχονται το σκόρπισμα της στις ηδονές, έξω από εκείνες που, περιορισμένες στο ελάχιστο, της επιτρέπουν να αναπαράγεται;[3]». Η καταστολή της σεξουαλικής έκφρασης αποβλέπει αποκλειστικά στην αναπαραγωγή, αποκλείοντας οποιαδήποτε επιδίωξη άσκοπης απόλαυσης. Περιορίζοντας την σεξουαλικότητα στον «υγιή» χώρο της οικογένειας, αυξάνεται η παραγωγικότητα και κατά συνέπεια η απόδοση του κέρδους. Καπιταλισμός, τι δεν καταλαβαίνετε!
Μπορείτε έτσι να κατανοήσετε ότι ο Άλλος του καπιταλισμού είναι εντός μας και όχι έξω από μας. Μπορείτε έτσι να κατανοήσετε το γιατί η υστερική μου «μετράει» την αξία της με βάση το πόσο «χρήσιμη» είναι στον εκάστοτε εργοδότη της. Επίσης το γιατί η διαστροφική μου μαζοχίστρια «μετράει» το πόσο καλό εργαλείο υπήρξε η ίδια για τον Άλλο από το πόσο «τέλειο» αποτέλεσμα είχε στην δουλειά της. Ο καπιταλισμός δεν είναι απέξω μας, είναι μέσα μας. «Κατά αυτόν τον τρόπο ο πολιτισμός υιοθετεί μια συμπεριφορά απέναντι στην σεξουαλικότητα παρόμοια με εκείνη μιας φυλής ή μιας κοινωνικής τάξης που εκμεταλλεύεται μια άλλη, αφού την έχει προηγουμένως καθυποτάξει. Ο φόβος της εξέγερσης των καταπιεσμένων οδηγεί σε αυστηρότερα μέτρα προφύλαξης. Ο δικός μας δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός έχει φτάσει στο αποκορύφωμα αυτής της εξέλιξης. Αν πράγματι έχει ξεκινήσει τον αφορισμό οποιασδήποτε εκδήλωσης της σεξουαλικής ζωής κατά την παιδική ηλικία, αυτό δικαιολογείται απολύτως από ψυχολογικής απόψεως, καθώς η δημιουργία φραγμάτων των σεξουαλικών ενορμήσεων των ενηλίκων δεν θα είχε καμιά προοπτική αν δεν είχε γίνει μια προετοιμασία κατά την παιδική ηλικία[4]».
Έτσι λοιπόν, η τοποθέτηση του υποκειμένου απέναντι στην καταστολή – απαγόρευση του καπιταλιστικού πολιτισμικού Άλλου όπως τον περιέγραψα, η διαμόρφωση ενός επιπέδου εξισορρόπησης ανάμεσα στο αίτημα της ενόρμησης από την μια και της πολιτισμικής του διαχείρισης από την άλλη, καθορίζει και την θέση του εν λόγω υποκειμένου εντός του κοινωνικού δεσμού: «Η εμπειρία μας υποδεικνύει ότι για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η ιδιοσυγκρασία τους δεν μπορεί να ακολουθήσει τις απαιτήσεις του πολιτισμού. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν πιο ευγενείς από όσο τους επιτρέπει η ιδιοσυγκρασία τους, υποκύπτουν στην νεύρωση[5]».
Ο σχηματισμός του νευρωτικού συμπτώματος που περιγράφει με τον πιο εύστοχο τρόπο την θέση του υποκειμένου εντός του κοινωνικού δεσμού, είναι αποτέλεσμα μιας πρωταρχικής απώθησης του αιτήματος της ενόρμησης, μιας απωθημένης σεξουαλικής επιθυμίας. Τελικά η ιστορία της σχέσης του υποκειμένου με τον καπιταλιστικό πολιτισμό είναι μια ιστορία αναχαίτισης της σεξουαλικότητας και της επιθετικότητας.
Τι γίνεται όμως σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η σχέση με τον Άλλο του πολιτισμού δεν ακολουθεί την προβλεπόμενη πορεία;
Τι συμβαίνει όταν η ιδιοσυστασιακή προδιάθεση (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Φρόυντ) δεν προσαρμόζεται με επιτυχία σε αυτές τις πολιτισμικές απαιτήσεις, δεν ακολουθεί, ας πούμε, την «λύση» της απώθησης και της επαναφοράς της στο σύμπτωμα της νεύρωσης, ή δεν διοχετεύεται, μέσω της μετουσίωσης, σε μη σεξουαλικούς στόχους;
Τι γίνεται στις περιπτώσεις της εμμονής της προδιάθεσης και του αιτήματος της ενόρμησης;
Τότε μιλάμε για διαστροφικούς ή για διεστραμμένους αν προτιμάτε.
Ο Άλλος του καπιταλιστικού πολιτισμού δεν συγκροτεί μόνο την απαγόρευση. Δεν κάνει μόνο αυτό. Την ίδια στιγμή επιβάλλει και ένα καθήκον: Μας επιβάλλει τι να κάνουμε, πως να σκεφτόμαστε, πως να νιώθουμε. Έτσι, προσδιορίζει την αμαρτία. Προσδιορίζοντας την αμαρτία διαμορφώνει, συμπερασματικά, και την ενοχή. Η ενοχή, με την σειρά της, ορίζει την παθολογία. Ιατρικοποιεί το παθολογικό ειδικά με το πρόσχημα της επιστήμης. Έτσι, το διαστροφικό υποκείμενο δεν θυσιάζει την επιθυμία του για χάρη των «πολιτισμικών απολαβών». Διατηρεί την ικανότητα του να απολαμβάνει. Αναζητώντας την απόλαυση καταφεύγει στην αναμέτρηση του με την απαγόρευση: μέσα από την παραβατική του πράξη αγγίζει και την απόλαυση που του προσφέρει η αμφισβήτηση, η διάψευση, η κατάργηση του Άλλου.
Σε ποιον τόπο δρα το διεστραμμένο υποκείμενο αφού ο καπιταλιστικός πολιτισμός κυριαρχεί;
Ας δώσουμε στον Φουκώ τον λόγο για να μας απαντήσει:
«Η καταστολή λειτουργεί πράγματι ως καταδίκη σε εξαφάνιση, αλλά και ως προσταγή σιωπής, ως βεβαίωση ανυπαρξίας και, συνεπώς, ως επίσημη πιστοποίηση ότι για όλα τούτα δεν έχεις τίποτα να πεις, ούτε να δεις, ούτε να μάθεις.
[1] Μισέλ Φουκώ, «Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας – 1. Η Δίψα της Γνώσης – Εμείς οι Βικτωριανοί», σελ. 11, μετάφραση Γκλόρυ Ροζάκη, Προβλήματα του Καιρού μας, εκδόσεις Ράππα.
[2] Στο ίδιο, σελ. 12.
[3] Στο ίδιο, σελ. 14.
[4] Sigmund Freud, «Καθημερινές Σεξουαλικές Διαστροφές – 3. Ένας Πολιτισμός της Διαστροφής;», Σελ. 131 – 132, εκδόσεις Άγρα.
[5] S. Freund, «La marale sexuelle “civilisee” et la maladie nerveuse des temps modernes», στο la vie sexuelle, PUF, Παρίσι 1969, σελ. 36, 1η έκδοση 1908.
[6]Μισέλ Φουκώ, «Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας – 1. Η Δίψα της Γνώσης – Εμείς οι Βικτωριανοί», σελ. 13.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου