Αυτό που εννοεί ο Lacan ως φαλλό αφορά μια φαντασιακή κατασκευή του παιδιού. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, και ενώ ακόμα δεν έχει χαθεί παντελώς η κλειστή δυαδική σχέση με τη μητέρα του, όπου η μητέρα μονοπωλείται από τη φροντίδα και την παροχή των αναγκών του παιδιού, αρχίζει και παρατηρεί την απουσία της ως μια κίνηση εμφάνισης- εξαφάνισης. Το ερώτημα που κατασκευάζει το παιδί σε αυτήν τη φάση προέρχεται από τη διερώτηση του τι είναι αυτό που επιθυμεί η μητέρα και δεν διαθέτω εγώ, το οποίο την απομακρύνει από εμένα;
Η απάντηση που δίνει στον εαυτό του είναι ότι υπάρχει κάτι, ένας άγνωστος x, ο οποίος αποτελεί το αίτιο της επιθυμίας της. Αυτό το αίτιο επιθυμίας της είναι ο φαλλός. Το παιδί, επομένως, προκειμένου να διατηρήσει τη δυαδικότητα του Φαντασιακού, επιθυμεί να γίνει το αίτιο επιθυμίας της μητέρας, να γίνει ο φαλλός, αυτό που υποθέτει το παιδί ότι λείπει στη μητέρα και την απομακρύνει από αυτό προς αναζήτησή του. Αυτή η πρώτη στιγμή αποτελεί και την προ-Οιδιπόδεια φάση, η οποία χαρακτηρίζεται από τη συνεχή διαλεκτική: είμαι ή δεν είμαι ο φαλλός;
Στο δεύτερο στάδιο, και ενώ πλέον έχει εγκαθιδρυθεί μια σχέση μητέρας – παιδιού – φαλλού παρεμβαίνει ο πατέρας. Σε αυτό το σημείο πρέπει να γνωρίζουμε ότι, σε αντιστοιχία με τις τρεις τάξεις Συμβολικό, Πραγματικό, Φαντασιακό, εισάγονται τρεις διαφορετικές πατρικές μορφές. Αυτές είναι αντίστοιχα ο συμβολικός, ο πραγματικός και ο φαντασιακός πατέρας. Ο πραγματικός πατέρας θα ήταν αυτός για τον οποίο δεν μπορούμε να μιλήσουμε. Μια τέτοια μορφή θα μπορούσε να είναι ο αρχέγονος πατέρας που περιέγραψε ο Freud στο Τοτεμ και Ταμπού. Ο φαντασιακός πατέρας είναι – τρόπον τινά – μια ιδεώδης μορφή του πατέρα, είτε θετική είτε αρνητική. Μια θετική μορφή του φαντασιακού πατέρα είναι ένας επαινετικός πατέρας, ενώ μια αρνητική του μορφή θα ήταν ένας πατέρας καφκικού τύπου. Ο συμβολικός πατέρας, ο οποίος είναι και ο σημαντικότερος όσον αφορά την εξέλιξη του Οιδιποδείου, είναι αυτός που θα χαρακτηρίζαμε ως το πρωταρχικό σημαίνον ή το Όνομα – του – Πατρός ή Μεγάλο Άλλο και που παίζει τον καθοριστικότερο ρόλο στην υποκειμενοποίηση του έμβιου όντος.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει και η μητέρα το φροντίζει, του παρέχει κάθε δυνατή ανάγκη μαντεύοντας ποια είναι αυτή, καθώς το παιδί δεν μιλάει ακόμη. Η μητέρα είναι αυτή που αποδίδει νόημα στις σωματικές εκδήλωσεις του παιδιού – για παράδειγμα, κλαίει άρα πεινάει. Παρά το γεγονός ότι δεν μιλάει, η μητέρα, οι λοιποί συγγενείς απευθύνονται στο παιδί, χρησιμοποιώντας λέξεις. Αυτές οι λέξεις προέρχονται από ένα ήδη εγκαθιδρυμένο σύστημα γλώσσας στην κοινωνία και το παιδί αναγκαστικά αρχίζει να μαθαίνει να μιλάει, προκειμένου να απευθύνει το αίτημα του προς τους γονείς. Ταυτόχρονα, οι γονείς απευθύνονται στο παιδί, δίνοντάς του εντολές ή υπαγορεύοντάς του, για παράδειγμα, πότε μπορούν να περάσουν χρόνο μαζί του. Αυτή η εκμάθηση της γλώσσας, η χρήση των σημαινόντων που οι γονείς – και ιδίως η μητέρα – κληροδοτούν στο παιδί αποτελεί και την είσοδο στο Συμβολικό, μέσω του συμβολικού ευνουχισμού του παιδιού. Αυτός ο ρόλος της γλώσσας ως διαμεσολαβητή μεταξύ της άμεσης ικανοποίησης μιας ανάγκης, π.χ., του φαγητού, και της άρθρωσης ενός αιτήματος, είναι και ο Άλλος των σημαινόντων ή ο Άλλος της γλώσσας ή η πατρική λειτουργία. Μέσω της γλώσσας, αυτόματα δημιουργείται μια απόσταση ανάμεσα στην άμεση απόλαυση των αναγκών και το Υποκείμενο, και έτσι αναδύεται το Υποκείμενο του σημαίνοντος. Αυτή η διαδικασία τελείται στα επόμενα δύο Οιδιπόδεια βήματα.
Στο δεύτερο χρόνο του Οιδιποδείου, η πατρική λειτουργία επεμβαίνει με τρόπο ματαιωτικό για το παιδί, όπου τελείται μια φαντασιακή έλλειψη ενός πραγματικού αντικειμένου. Αυτό συμβαίνει, καθώς το παιδί απομακρύνεται από το πραγματικό αντικείμενο, τη μητέρα. Ταυτόχρονα, το παιδί αντιλαμβάνεται τη μητέρα ως ελλειμματικό ον, καθώς η πατρική λειτουργία στερεί από τη μητέρα το παιδί, το οποίο παίζει το ρόλο του φαλλού. Αυτό σημαίνει ότι από τη σκοπιά της μητέρας για το παιδί, αυτή στρέφεται σε κάτι άλλο το οποίο της παρέχει το αίτιο επιθυμίας της. Σε αυτόν το χρόνο, το παιδί περνάει από τη διαλεκτική του «είμαι ή όχι ο φαλλός» στη διαλεκτική του «έχω ή όχι τον φαλλό». Αυτό συμβαίνει, καθώς η μητέρα μοιάζει να στρέφεται προς κάτι άλλο, το οποίο της παρέχει το φαλλό. Μέσω αυτής της λειτουργίας, ο πατέρας τοποθετείται στη θέση αυτού που έχει το φαλλό, δηλαδή είναι κάτι πέραν της σχέσης μητέρας – παιδιού, το οποίο παρέχει το στοιχείο που κινεί την επιθυμία της μητέρας. Η μητέρα, έτσι, μοιάζει να υπάγεται στο Νόμο ενός τρίτου, του Πατέρα, τον οποίο εκφέρει μέσω των σημαινόντων της όταν απευθύνεται στο παιδί – για παράδειγμα, «δεν μπορώ να μείνω μαζί σου, θα πάω στην εκκλησία».
Η τελευταία στιγμή του Οιδιποδείου αποτελεί και τη στιγμή που διαδραματίζεται η λύση του, υπό την προϋπόθεση ότι ο Πατέρας λαμβάνεται ως αυτός που κατέχει τον φαλλό και δεν αποτελεί ανταγωνιστή ως προς τη διεκδίκηση της μητέρας. Από εδώ και πέρα, το παιδί διανοίγεται σε ένα πεδίο ταυτίσεων και εγγραφής στη σχέση των φύλων, είτε θα ταυτιστεί με τον Πατέρα και θα έχει τον φαλλό, είτε θα ταυτιστεί με τη μητέρα, όπου θα γνωρίζει πού μπορεί να κινηθεί προκειμένου να τον αποκτήσει.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πραγματοποιείται και η επονομαζόμενη «πατρική μεταφορά». Το παιδί αλλοτριώνεται στα σημαίνοντα ενός Άλλου, καθώς μαθαίνει να αρθρώνει τα αιτήματά του μέσω της γλώσσας που του κληροδοτούν, προκειμένου να ικανοποιήσει τις άμεσες σωματικές του ανάγκες. Ο συμβολικός ευνουχισμός επέρχεται καθώς αντιλαμβάνεται ένα όριο σχετικά με το ότι δεν μπορεί να επιθυμεί τη μητέρα σε αποκλειστικότητα, μαζί με τους υπόλοιπους – ήδη – εγκαθιδρυμένους κανόνες που επιβάλλει η κοινωνία, παραδείγματος χάριν, «τώρα δεν μπορώ να φωνάζω, τώρα πρέπει να πάω μόνος μου τουαλέτα». Αυτός ο ευνουχισμός τελείται στον τόπο του Άλλου, καθώς αυτά αρθρώνονται μέσα από «ξένα» για το παιδί σημαίνοντα, «ξένα» αιτήματα για το ίδιο, γι’ αυτό και το υποκείμενο καλείται Υποκείμενο του σημαίνοντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου