"Αν έχεις εσύ δίκιο κι εγώ άδικο, τότε δεν αξίζει να τη ζει κανείς αυτή τη ζωή."
Ο Γκραίγκερς γυρίζει στην πατρίδα του έπειτα από χρόνια απουσίας σ' ένα ερημικό μέρος, όπου ανέπτυξε τη φιλοσοφία του για τη ζωή, την οποία αποκαλεί "επιταγή του ιδεώδους" και συνοψίζεται στον αγώνα για επίτευξη της αλήθειας με κάθε θυσία. Επιστρέφοντας ξανασυναντά τον παιδικό του φίλο Γιάλμαρ Έκνταλ, ο οποίος ζει σε μία πλάνη ως προς την οικογενειακή του γαλήνη, τη συζυγική του ευτυχία και το μέγεθος της προσωπικότητάς του. Ο Γκραίγκερς τον θεωρεί τότε ιδανικό παραλήπτη για την "επιταγή" του και επιχειρεί να οδηγήσει την οικογένεια Έκνταλ στη συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησής της και να "σώσει" με κάθε κόστος την αγριόπαπια από τον βυθό.
«Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται, όποιο κι αν είναι το κόστος, διότι μόνο τότε μπορεί κανείς να γίνει κοινωνός της ιδεώδους ζωής», υποστηρίζει ο Γκραίγκερς κατά την αντιπαράθεσή του με τον Ρέλινγκ πάνω στη μοίρα του Γιάλμαρ. «Το ζωτικό ψεύδος είναι η θεραπεία διά πάσαν νόσον», αντιτείνει ο πνευματικός του αντίπαλος.
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ο Νορβηγός δραματουργός Χένρικ Ίψεν (Ibsen) θα εκφράσει την επίκτητη ανάγκη ορισμένων ανθρώπων να ζουν με ψέματα ή μέσα σε ψέματα, μεγάλα ή μικρά. Στο έργο του ο Ίψεν θέτει σε αμφισβήτηση τις εκάστοτε επιταγές του ιδεώδους αφού διαπιστώνει πως τα ιδανικά απαιτούν ανθρώπινες θυσίες, όπως παλιότερα απαιτούσαν οι θεοί θυσίες από τους ανθρώπους. Ωστόσο για τον Ίψεν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να επιλέξουν να μην θυσιάσουν τους εαυτούς τους και τους άλλους από τη στιγμή που θα πάψουν να πιστεύουν σε ένα ιδανικό.
«Η Αγριόπαπια» ανέβηκε στη σκηνή στις 9 Ιανουαρίου του 1885 στο Den Nationale Scene, το μεγαλύτερο θέατρο του Bergen. Το κεντρικό ιδεολογικό δίπολο του έργου συνιστούν αφενός η ιδεαλιστική απαίτηση για την επικράτηση της αλήθειας στη ζωή των ανθρώπων (η οποία εκπροσωπείται από τον Γκρέγκερς), αφετέρου η ρεαλιστική παραδοχή της επιτακτικής ανάγκης να ζουν οι άνθρωποι μέσα στα ζωτικά τους ψεύδη (που εκπροσωπείται από τον γιατρό Ρέλλινγκ ). Ο Ibsen αποφεύγει να δώσει κάποιον συγκεκριμένο ορισμό για το ζωτικό ψεύδος, αλλά αφήνει τους θεατές να το αποκωδικοποιήσουν εξετάζοντας τα ζωτικά ψεύδη των ηρώων του έργου. Από αυτή την εξέταση προκύπτει ότι τα περισσότερα πρόσωπα του έργου – ακόμα και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο θεολόγος Μόλβικ, που έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι δαιμονισμένος (σελ. 190) – συνδέονται (είτε ως δημιουργοί είτε ως αποδέκτες) με ζωτικά ψεύδη.
Στο συγκεκριμένο έργο ο Ibsen παρουσιάζει διάφορες εκφάνσεις του ζωτικού ψεύδους. Συγκεκριμένα η πρώτη έκφανση αφορά το σκοτεινό παρελθόν και η δεύτερη το υποτιθέμενο λαμπρό μέλλον ενός ή περισσότερων ηρώων· έτσι στο εξής η πρώτη θα αποκαλείται ζωτικό ψεύδος του παρελθόντος και η δεύτερη ζωτικό ψεύδος του μέλλοντος.
Στην «Αγριόπαπια» γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει χρυσός κανόνας, και ότι η συμπεριφορά χρειάζεται καλύτερα να κρίνεται από τις συνέπειες που έχει στη ζωή και όχι από τη συμμόρφωση σε οποιοδήποτε κανόνα ή ιδανικό.
Ο E. Becker, εξετάζοντας το ζωτικό ψεύδος από την οπτική της ψυχανάλυσης, το ορίζει ως την «αναγκαία και βασική ανειλικρίνεια», που έχοντας ως κίνητρο το φόβο, μας προστατεύει από τη συνειδητοποίηση της «δυσάρεστης ή επικίνδυνης αλήθειας» και μας επιτρέπει να ζήσουμε με ηρεμία και ασφάλεια. Με τη σειρά του ο A. S. Abbott (στην κλασική μονογραφία του για την παρουσία του ζωτικού ψεύδους στη νεότερη δραματουργία, η οποία έχει ως βάση τη θεωρία του Becker) υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη του ζωτικού ψεύδους κάνει το υποκείμενο να υποφέρει.
Σύμφωνα με τον E. Becker, ο άνθρωπος για να μπορέσει να αποφύγει την απελπισία και την απόγνωση που προκαλεί η σκληρή πραγματικότητα αλλά και για να αποκτήσει αυτοπεποίθηση κατασκευάζει, μέσω αμυντικών μηχανισμών, ζωτικά ψεύδη με τα οποία φαντάζεται «ότι είναι κάποιος» ή ότι θα γίνει κάποιος στο μέλλον. Μάλιστα οι αυταπάτες και η αισιοδοξία που προκύπτουν από τις υποτιθέμενες καλές προοπτικές που έχει κάποιος για επιτυχία στην προσωπική του ζωή ή στην επαγγελματική του καριέρα οδηγούν τον ίδιο (ή στους οικείους του) να αποκτήσει ελπίδα και να βρει ένα νέο νόημα στη ζωή.
«To Τίμημα» είναι ένα από τα μείζονα θεατρικά έργα του Arthur Miller, το οποίο ανέβηκε στη σκηνή του Morosco Theatre (ένα από τα τότε θέατρα του Broadway) στις 7 Φεβρουαρίου του 1968 σε σκηνοθεσία Ulu Grosbard. Ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα που το έργο θίγει είναι οι ψευδαισθήσεις. Ανήκει στο ίδιο είδος με την «Αγριόπαπια», δηλαδή σε αυτό της τραγικωμωδίας. Πράγματι πληροί και τα τρία βασικά – όπως τα κωδικοποιεί ο P. Pavis – κριτήρια στα οποία ανταποκρίνονται τα έργα του εν λόγω είδους· συγκεκριμένα: α) άλλοι ήρωες ανήκουν στα λαϊκά στρώματα (Βίκτορ, Έστερ) και άλλοι στα ανώτερα (Γουόλτερ), β) η δράση είναι σοβαρή, δεν καταλήγει στην καταστροφή και ο ήρωας δεν χάνεται γ) το ύφος δεν είναι ενιαίο, αλλά άλλοτε προσεγγίζει αυτό της κωμωδίας και άλλοτε αυτό της τραγωδίας.
Όπως στα περισσότερα έργα του Miller, έτσι και εδώ οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με το παρελθόν. Μέσα, όμως, από αυτή τη διαδικασία γίνεται η αποκάλυψη του ζωτικού ψεύδους του παρελθόντος.
Η γλώσσα, ως συμβολικό σύστημα, μαζί με τα άλλα κοινωνικο-πολιτιστικά συστήματα και τις δομές τους, προϋπάρχει της γέννησης ενός ανθρώπου και άρα υπέρκειται αυτού.
Επομένως, το παιδί, με την κατάκτηση της γλώσσας, εγγράφεται σε αυτήν την συμβολική τάξη η οποία, επειδή υπέρκειται, θα πλάσει τον ψυχικό του κόσμο σύμφωνα με τις δομές της.
Με άλλα λόγια, το άτομο αναδύεται ως «υπό-κειμενο» μέσα από την εγγραφή του στην συμβολική τάξη της γλώσσας.
Για κάθε ομιλούν ον, η συμβολική τάξη, ο άγραφος νόμος της κοινωνίας, είναι η δεύτερη φύση του. Αυτή η τάξη ή, αν προτιμάτε, αυτός ο άγραφος νόμος είναι εδώ, ελέγχει και κατευθύνει τις πράξεις μας. Είναι σαν όλοι εμείς, τα υποκείμενα της γλώσσας, να μιλάμε και να επιδρούμε ο ένας στον άλλον σαν μαριονέτες. Τα νήματα της ομιλίας, των δράσεων και των κινήσεών μας τα κινεί κάποια ακατανόμαστη δύναμη, πανταχού παρούσα.
«Η γλώσσα ανήκει», όπως λέει και ο Χάιντεγκερ, «στην πιο κοντινή γειτνίαση με το Είναι του ανθρώπου. Ως ανθρώπινα όντα συναντούμε παντού, πάντοτε και με κάθε τρόπο τη γλώσσα. Πώς κατανοείται κυρίως τούτη η συνάντηση; Ουσιαστικά ως ομιλία. Με αυτό το πνεύμα, το πώς ομιλεί ο άνθρωπος, δείχνει πόσο μεστή νοήματος ή α-νόητη είναι η ύπαρξή του».
Σε μια ελεύθερη μετάφραση, αυτό σημαίνει «είμαστε ό,τι μιλάμε!». Όπως τονίζει και ο Αλτουσέρ, η κατάκτηση της γλώσσας είναι αυτή που με την εισαγωγή στη συμβολική τάξη θα σημαδέψει το πέρασμα από τον άνθρωπο-θηλαστικό στον άνθρωπο-παιδί -άνδρα ή γυναίκα.
Όταν λοιπόν το υποκείμενο αναδύεται μέσα από τη γλώσσα, αυτό σημαίνει ότι δεν αποτελεί το ίδιο την αιτία της γλώσσας ή την αιτία του σημαίνοντος, αλλά ότι είναι το αποτέλεσμά της: δεν αποτελεί, αλλά επιτελεί την γλώσσα.
Όλα αυτά έχουν ως στόχο να τονίσουν ότι: το ποιοι είμαστε, το πώς πράττουμε, το πώς νιώθουμε, με τι ταυτιζόμαστε, είναι ευθέως ανάλογα της γλώσσας –των σημαινόντων– με την οποία είμαστε εφοδιασμένοι.
«Η λέξη είναι το σημείο ενός πράγματος εν τη απουσία του», θα παρατηρήσει ο Λακάν. Γεγονός που σημαίνει ότι ένα πράγμα πρέπει να φονευθεί για να μπορέσει να αναπαρασταθεί. Η λέξη, λοιπόν, αποτελεί την αναπαράσταση ενός πράγματος και η άποψη αυτή θα χρησιμοποιηθεί από τον Λακάν για να γίνει εμφανές ότι η γλώσσα και το άμεσο βίωμα είναι δύο αποκλειόμενα πράγματα. Πρόκειται για ένα από τα «δράματα» της ανθρώπινης ύπαρξης: «Σε επίπεδο λεκτικοποίησης, η επιθυμία με το να περάσει στη γλώσσα γίνεται αίτημα, γίνεται σημείο ή σύμβολο, που σημαίνει ότι δεν μπορεί ποτέ να εκφραστεί άμεσα, αφού η λεκτικοποίησή της θα σημαίνει και τον φόνο της».
Οι λέξεις, λοιπόν, είναι σημεία που καθορίζουν την ψυχή μας, την ύπαρξή μας. Εγκαθίστανται εντός μας. Με μια αυθαίρετη σύμβαση (κοινωνική), αποκτούν μια ερμηνεία – γίνονται σημαινόμενα – και καθορίζουν το πώς σκεφτόμαστε, το πώς νιώθουμε για τον εαυτό μας, για τους άλλους, για τον κόσμο που μας περιβάλλει γενικότερα.
Άνθρωπος είναι οι ταυτίσεις του και η ταύτιση είναι μια σχέση η οποία δεν δηλώνει ότι δύο διαφορετικά πράγματα (μέλη) είναι ίσα, όπως συμβαίνει στην ισότητα. Δηλώνει ότι τα δύο μέλη είναι ίδια, δηλαδή αναπαριστούν το ίδιο πράγμα.
Το έχω ξαναγράψει, η γλώσσα είναι ένα δώρο για τον άνθρωπο. Ένα δώρο τόσο επικίνδυνο όσο ο Δούρειος Ίππος για τους Τρώες: μας προσφέρεται μεν δωρεάν, αλλά από τη στιγμή που θα το δεχτούμε μας εποικίζει.
Η γλώσσα αποτελεί το ιψενικό «ζωτικό ψεύδος» του ανθρώπου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου