Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

Πριν να γίνουμε καλά παιδιά ήμασταν κακά παιδιά!

 

Θα ασχοληθούμε σήμερα με την φαντασίωση «δέρνουν ένα παιδί».

Η φαντασίωση ομολογείται με εντυπωσιακή συχνότητα από αναλυόμενους που διέπονται είτε από υστερία είτε από ιδεοψυχαναγκασμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ομολογείται και από άλλες ψυχικές δομές. Απλά θα επικεντρωθούμε στις δύο κατηγορίες που ανάφερα καθώς θα προσεγγίσουμε το περιεχόμενο και την αξία της.

Καταρχήν, μας απασχολεί το ερώτημα: Υπάρχει σχέση μεταξύ της σημασίας της φαντασίωσης – τιμωρίας και του ρόλου που έχουν διαδραματίσει οι σωματικές ποινές στην οικογενειακή διαπαιδαγώγηση του παιδιού;

Όπως επισημαίνει και ο Φρόυντ «τα άτομα που παρέχουν το υλικό των ψυχαναλύσεων, σπανίως έχουν δαρθεί στην παιδική τους ηλικία και εν πάσει περιπτώσει, δεν είχαν ανατραφεί με την βίτσα». Επίσης, στα πλαίσια της απάντησης του εν λόγω ερωτήματος πρέπει να επισημάνουμε: «Είναι ανώφελο να επιμείνουμε παραπάνω στα χτυπήματα που ανταλλάσσουν τα ίδια τα παιδιά, σε όλα τα παιδικά δωμάτια». Είναι σαφές λοιπόν, ότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι αρνητική.

Δεύτερον, γνωρίζουμε ότι μια τέτοια παιδική διαστροφή μπορεί να μην διατηρηθεί δια βίου. Μπορεί να απωθηθεί και να υποκατασταθεί από μια αντίδραση ή να μετασχηματισθεί από μια εξιδανίκευση. Ας πούμε, υπερβολική ευαισθησία απέναντι σε μια λεκτική «απρέπεια» ή εξύμνηση των ηθικών υποχρεώσεων του ατόμου. Αλλά όταν λείπουν οι διαδικασίες αυτές, τότε η διαστροφή διατηρείται και στην ενηλικίωση. Έτσι, όταν ανακαλύπτουμε στον ενήλικα μια σεξουαλική ιδιαιτερότητα (την οποία κάποιοι θα χαρακτήριζαν «ανωμαλία» και θα ντρεπόντουσαν ή θα ειρωνευόντουσαν αυτήν ή αυτόν που είναι φορέας της) – διαστροφή, φετιχισμό, ουρολαγνεία κ.λπ. – έχουμε το δικαίωμα να υποθέσουμε ότι η εν λόγω φαντασίωση διατηρήθηκε.

Τρίτον, γνωρίζουμε ότι το παιδί που δέρνεται δεν είναι ποτέ το ίδιο με εκείνο που δημιουργεί την φαντασίωση. Συστηματικά πρόκειται για ένα άλλο παιδί: ένας μικρός αδελφός ή αδελφή. Επίσης η φαντασίωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαδιστική αφού το παιδί που αποτελεί τον δημιουργό της φαντασίωσης δεν είναι ποτέ εκείνο που δέρνει. Εκείνος που δέρνει είναι ένας ενήλικας. Το απροσδιόριστο ενήλικο πρόσωπο είναι ο πατέρας στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με υστερία ή με ψυχαναγκασμό.

Μετά από αυτές τις παρατηρήσεις ερχόμαστε τώρα να περιγράψουμε το πρώτο στάδιο της φαντασίωσης - τιμωρίας με την φράση: «Ο πατέρας δέρνει το παιδί». Το μικρό κορίτσι όντας τρυφερά καθηλωμένο στο πατέρα – μετά τον ευνουχισμό του φυσικά – «υπάκουσε» σε εκείνον ο οποίος έκανε το παν για να κερδίσει την αγάπη του και με αυτόν τον τρόπο κατάθεσε μέσα του τον σπόρο του μίσους και του ανταγωνισμού προς την μητέρα. Η στάση αυτή «οδηγεί»  σε ένα ρεύμα τρυφερών συναισθημάτων τα οποία μπορεί να γίνουν, με την πάροδο των χρόνων, είτε πιο ισχυρά και ξεκάθαρα συνειδητά, είτε να δώσουν ώθηση – ως αντίδραση – για έναν υπερβολικό ερωτικό δεσμό με την μητέρα. Έτσι εξηγείται η ύπαρξη του «πατέρα» στην παραπάνω φράση και όχι η ύπαρξη της «μητέρας».

Στο δωμάτιο του παιδιού υπάρχουν και άλλα παιδιά εκτός από το ίδιο. Λίγο μεγαλύτερης ή μικρότερης ηλικίας. Παιδιά που δεν αγαπάμε πολύ, για πολλούς λόγους, «αλλά κυρίως επειδή πρέπει να μοιραστούμε μαζί τους την αγάπη των γονιών και εξαιτίας αυτού τα διώχνουμε μακριά μας, με όλη την άγρια ενεργητικότητα που χαρακτηρίζει την συναισθηματική ζωή της ηλικίας αυτής. Αν πρόκειται για έναν νεότερο αδελφό ή αδελφή δεν αρκεί να τον μισούμε, τον περιφρονούμε, και παρόλα αυτά πρέπει να αντέξουμε να τον βλέπουμε να εισπράττει μερίδιο από την τρυφερότητα που οι τυφλωμένοι γονείς προσφέρουν κάθε φορά στον πιο μικρό. Κατανοούμε αμέσως ότι το να δέρνουν κάποιον, ακόμη και αν δεν πονάει πολύ, σημαίνει ανάκληση της αγάπης και εξευτελισμό[1]».

Έτσι, όσο και αν ένα παιδί νιώθει ότι θρονιάζει ασφαλές στην ακλόνητη αγάπη των γονιών του, βρίσκεται – άμα τη ελεύσει του μικρού αδελφού ή άμα τη διαπιστώσει της ύπαρξης ενός μεγαλύτερου αδελφού – με μιας έκπτωτο από τον ουρανό της αλαζονικής παντοδυναμίας του. Επομένως είναι ευχάριστη η εικόνα του πατέρα να δέρνει αυτό το μισητό παιδί. Είναι ευχάριστη διότι τούτο σημαίνει: ο πατέρας δεν αγαπά αυτό το άλλο παιδί, αγαπά μόνο εμένα.

Να λοιπόν, ποιο είναι το νόημα της φαντασίωσης – τιμωρίας στο πρώτο στάδιο. Η φαντασίωση ικανοποιεί την ζήλια του παιδιού και υποστηρίζεται ισχυρά από τα εγωιστικά του συμφέροντα. Επομένως η φράση που περιγράφει την φαντασίωση του πρώτου σταδίου για να είναι ολοκληρωμένη πρέπει να συμπληρωθεί: «Ο πατέρας δέρνει το παιδί που μισώ εγώ».

Το δεύτερο στάδιο που θα περιγράψω ευθύς αμέσως είναι πιο σημαντικό από το πρώτο και έχει πιο σοβαρές συνέπειες. Η λεκτική διατύπωση του είναι η εξής: «Με δέρνει ο πατέρας».

Στο στάδιο αυτό το πρόσωπο που δέρνει παραμένει το ίδιο (ο «πατέρας») αλλά το παιδί που δέρνεται άλλαξε (εμένα δέρνει ο «πατέρας»).

Πάμε τώρα στο νόημα της φαντασίωσης.

Στο πρώτο στάδιο, «ο πατέρας δέρνει το παιδί που μισώ», Εκείνος (ο «πατέρας») αγαπά μόνο εμένα και όχι εσένα αφού σε δέρνει. Εδώ έγκειται η δική μου ικανοποίηση. Αλλά γιατί Εγώ ικανοποιούμαι που ο πατέρας αγαπά μόνο εμένα; Τι σημαίνει «με αγαπά»; Ποια ικανοποίηση προκύπτει για μένα από «την αγάπη» του;

Ας ακούσουμε το Φρόιντ: «Το αγόρι έχει πάντα την επιθυμία να αποκτήσει παιδί με την μητέρα του, και η επιθυμία να κάνει παιδί με τον πατέρα είναι μόνιμη στο κορίτσι. Και τούτο ενώ είναι απολύτως ανίκανα να έχουν την παραμικρή ιδέα για τον τρόπο που θα εκπληρωθούν οι επιθυμίες τους. Τα παιδιά είναι πεπεισμένα ότι τα γεννητικά όργανα παίζουν κάποιο ρόλο σε αυτό – παρόλο που με την διαρκή περισυλλογή τους αναζητούν την ουσία της τεκμαιρόμενης οικειότητας μεταξύ των γονέων, σε σχέσεις άλλου είδους, όπως για παράδειγμα ότι κοιμούνται μαζί, ουρούν ο ένας παρουσία του άλλου, κ.λπ. Αν κι ένα τέτοιο περιεχόμενο μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό από τις παραστάσεις λέξεων, παρά από την σκοτεινή δραστηριότητα που έχει σχέση με τα γεννητικά όργανα[2]».

Αυτή είναι η ικανοποίηση που προκύπτει από την «αγάπη» του πατέρα προς εμένα και το «μίσος» του προς εσένα!

«…Όμως έρχεται ο καιρός που η πρώτη αυτή ανθοφορία καταστρέφεται από την παγωνιά. Κανένας από τους αιμομικτικούς έρωτες δεν διαφεύγει από την αναπόφευκτη απώθηση[3]». Υποκύπτουν στην απώθηση με την ευκαιρία αποδεδειγμένων «εξωτερικών» γεγονότων. Παραδείγματος χάρη, από απροσδόκητες προσβολές ή από την ανεπιθύμητη γέννηση ενός μικρού αδελφού η οποία βιώνεται ως απιστία των γονιών προς εμένα ή από άλλες περιπτώσεις. Υποκύπτουν όμως στην απώθηση και για «εσωτερικούς» λόγους. Παραδείγματος χάρη, εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης της επιθυμίας για την οποία μαράζωνα για καιρό τώρα.

Απωθείται λοιπόν ο αιμομικτικός έρωτας και τούτη η απώθηση βρίσκει την έκφραση της με την φράση «Εκείνος (ο «πατέρας») αγαπά μόνο εμένα και όχι το άλλο παιδί, αφού το δέρνει». Στην δεύτερη φάση της φαντασίωσης, «Με δέρνει ο πατέρας», έχουμε την έκφραση της ενοχικής συνείδησης με την επιστροφή του απωθημένου. Η ενοχή για την ιδέα της αιμομικτικής σχέσης παρέχει μια ικανοποίηση διότι κάτι τέτοιο «δεν είναι σωστό ούτε να το σκεφτεί κανείς». Η τιμωρία λοιπόν, παρέχει μια ικανοποίηση διότι έτσι που σκέφτομαι, αυτό που επιθυμώ είναι «κακό» και «βρώμικο». Όταν ο «πατέρας» με δέρνει, όταν ο Άλλος με εξευτελίζει επειδή είμαι κακό παιδί τότε αυτή η τιμωρία λειτουργεί λυτρωτικά για μένα. Τόσο λυτρωτικά ώστε με κάνει και … χύνω!

Ο Άλλος – που στην περίπτωση της νεύρωσης είναι ο «πατέρας» ενώ στην περίπτωση της διαστροφής είναι η «μητέρα» - που τιμωρεί εξευτελίζοντας το υποκείμενο, παρέχει στο τελευταίο μια ερωτική ικανοποίηση αφού λειτουργώντας έτσι καταστέλλει την ενοχή που νιώθει το τελευταίο εξαιτίας της επιστροφής του αιμομικτικού έρωτα. Επίσης επιτελεί και ένα κοινωνικό έργο: μου επιβάλλει αντί να μισώ να αγαπώ το αδελφάκι μου που σε ένα πρωθύστερο στάδιο μισούσα!

Θα μου πείτε, «δεν είναι τρομερή αυτή η διαπίστωση; Δεν είναι τρομερή η ιδέα της αγάπης ως επιβολή;».

Δεν γνωρίζω αν είναι τρομερή αυτή η διαπίστωση. Εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι «πριν να γίνουμε καλά παιδιά ήμασταν κακά παιδιά», και έχω επίσης την εντύπωση ότι αν τα καλά παιδιά πάνε στον παράδεισο τότε τα κακά παιδιά πάνε παντού!           



[1] Σίγκμουντ Φρόιντ, «Δέρνουν ένα παιδί», εκδόσεις principia, σελ. 22.

[2] Στο ίδιο, σελ. 23 – 24.

[3] Στο ίδιο, σελ. 24.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου