Η Χαλασιά είναι μια νεαρή κοπέλα,
γύρω στα τριάντα, που ερωτεύθηκε και επισύναψε ερωτική σχέση με τον Τάδε. Η
ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ο Τάδε είχε ήδη μια μακροχρόνια σχέση με
μια άλλη κοπέλα και η Χαλασιά, ως εκ τούτου, αποτέλεσε την «εξωσυζυγική» σχέση
του Τάδε.
«Θέλω τον Τάδε», ομολόγησε η
Χαλασιά στον αναλυτή της. Μέσα από την ανάλυση παράχθηκαν τα παρακάτω:
«Θέλω τον Τάδε»
«Θέλω» = (σημασία) Επιθυμώ
(ασυνείδητο) νόημα: Έλλειψη
«Τάδε» = (σημασία) Ανικανοποίητη
επιθυμία (ασυνείδητο) νόημα: Έλλειψη
Με άλλα λόγια: το σημαίνον «Θέλω
τον Τάδε» παραπέμπει στο σημαινόμενο «Επιθυμώ την ανικανοποίητη επιθυμία» και
παράγει το νόημα που είναι η «Έλλειψη».
Αυτό το νόημα – της Έλλειψης – προβάλλει
η Χαλασιά στο σώμα του παρτενέρ της Τάδε. Ο Τάδε για την Χαλασιά αποτελεί τον
Άλλο της. Το σώμα του είναι συμβολοποιημένο, γεμάτο σημαίνοντα πάει να πει. «Το
χέρι του», «το πόδι του», «το στόμα του», «το κεφάλι του», «τα μαλλιά του»
κ.λπ. Λέξεις, λέξεις, λέξεις. Όλες παρμένες από το συμβολικό της γλώσσας.
Καλύτερα, της δικής της γλώσσας. Της ηδυόγλωσσας.
Αυτή η ηδυόγλωσσα αποκτήθηκε μετά
από επίπονη προσπάθεια μέσα από το δικό της περιβάλλον. Πρώτα ακούστηκε από την
ίδια μέσα στο σπίτι της. Την μιλούσε η μητέρα της (ο πρωταρχικός Άλλος) με τον
πατέρα της (ο δευτερεύον Άλλος) και στην συνέχεια το υπόλοιπο συγγενικό
περιβάλλον (ο τριτεύον Άλλος). Αυτή η γλώσσα «πλουτίσθηκε» στα διάφορα σχολεία
που φοίτησε. Πλουτίσθηκε από δασκάλους, καθηγητές, συμμαθητές και συμφοιτητές:
τα αποκαλούμενα «Ονόματα του Πατέρα» της Χαλασιάς. Τέλος, η ηδυόγλωσσα απέκτησε
την μεγιστοποίηση του πλούτου της με τα ονόματα των μεντόρων της: Μαρξ, Λένιν,
Αλτουσέρ, Κάφκα, κ.λπ. Μια διαρκής επίπονη και επώδυνη εργασία που σήμαινε
κατανάλωση μεγάλης ποσότητας λίμπιντο. Όλο αυτό το πήγμα της λίμπιντο της ενσωματώθηκε
στο προϊόν που παράχθηκε από την Χαλασιά. Μα, ποιο είναι αυτό το παραγμένο προϊόν;
Μα οι λέξεις, οι φράσεις, οι ατάκες, που – όλα μαζί, παρμένα από κοινού – συνιστούν
την ηδυόγλωσσα της. Εδώ συνέβη λοιπόν, μια ανταλλαγή: η Χαλασιά «έδωσε», «κατανάλωσε»
λίμπιντο, ενέργεια πάει να πει. Τι «εισέπραξε» ως αντάλλαγμα; Μα βεβαίως την
ηδυόγλωσσα με την οποία καθιστά τον εαυτό της ομιλούντα. Αυτή η ενέργεια που «δαπανήθηκε»
συνιστούσε την απόλαυση της πριν την «εισαγωγή» της Χαλασιάς στην γλώσσα. Η
γλώσσα, βλέπετε, υπήρχε πολύ πριν να έλθει η Χαλασιά στον μάταιο τούτο κόσμο.
Υπήρχε εκεί με τα σημαίνοντα της και περίμενε. Τι περίμενε; Μα τι άλλο: να
καταστήσει την Χαλασιά Υποκείμενο της. Να την αλλοτριώσει. Πράγματι αυτό
συνέβη. Η Χαλασιά δαπάνησε ενέργεια. Ενέργεια που δεν πήγε χαμένη (άλλωστε «τίποτα
δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή») αλλά ενσωματώθηκε μέσα στα σημαίνοντα της
γλώσσας. Η γλώσσα κατέστη, έτσι, «κτήμα» της Χαλασιάς και έκτοτε η ίδια – η γλώσσα
και όχι η Χαλασιά – άρχισε να ομιλεί μέσω του σώματος της Χαλασιάς. Έτσι κάθε
σημαίνον της γλώσσας που αποκτιόταν από την Χαλασιά αποτελούσε αφενός κομμάτι
του «έχειν» της (φαλλική απόλαυση) αλλά ταυτόχρονα συνιστούσε και απονέκρωση εκείνου
του τμήματος της απόλαυσης της που αντιστοιχούσε στην ανάλογη «δαπάνη»
ενέργειας που κατέβαλλε η Χαλασιά για να ιδιοποιηθεί το ανάλογο σημαίνον της γλώσσας.
Όμως, η «δαπάνη» αυτή παρήγαγε
ασυνείδητα για εκείνη μια άλλη απόλαυση που δεν είναι της τάξης του «έχειν».
Δεν είναι φαλλική. Δεν είναι της τάξης του ΕΝΟΣ. Είναι μια απόλαυση του Άλλου
και ως τέτοια δεν είναι πεπερασμένη. Είναι αυτή η απόλαυση που όταν ακριβώς
υπάρχει μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε ότι ο Άλλος (με το «Α» κεφαλαίο) είναι άλλος
(με το «α» μικρό). Δεν παρήχθη από εκείνη με σκοπό την «ανταλλαγή» που
περιέγραψα παραπάνω. Παρήχθη μοιραία, θα έλεγα. Ντεντερμινιστικά. Αποτελεί
αναπόδραστο αποτέλεσμα της παραπάνω διαδικασίας. Ονομάζεται «υπεραπόλαυση» και
αποτελεί το τίμημα που πληρώνει κάθε έμψυχο ον για να καταστήσει τον εαυτό του «υποκείμενο
της γλώσσας». Βεβαίως, αυτή η «υπεραπόλαυση» έχει υποκειμενική μορφή και είναι
σύμφυτη του ιδιαίτερου τρόπου βάσει του οποίου κάθε έμψυχο εισάγεται στην
γλώσσα «κατασκευάζοντας» έτσι την ηδυόγλωσσα του. Το προϊόν του.
Στην περίπτωση της Χαλασιάς το
χαρακτηριστικό της «υπεραπόλαυσης» της έχει το νόημα «Έλλειψη». Αποτελεί τον
κοινό παρονομαστή όλων των σημασιών που έχουν τα σημαίνοντα της ηδυόγλωσσας της.
Αυτό πάει να πει: η Χαλασιά απολαμβάνει την Έλλειψη. Αυτό το νόημα κινητοποιεί
το «είναι» της. Αυτό το νόημα κάνει το «είναι» της … γεμάτο! Δεν υπάρχει καμμιά
αντίφαση σε αυτήν την φράση, πιστέψτε με! Κάθε αντίφαση είναι μόνο τυπική.
Το χρονικό διάστημα που η Χαλασιά
«τα έχει» με τον Τάδε είναι «γεμάτο» με την Έλλειψη του Τάδε. Ο Τάδε δεν είναι ποτέ
«διαθέσιμος» όταν τον θέλει η Χαλασιά. Το παράπονο της Χαλασιάς έγκειται στο
ότι «ο Τάδε δεν κάνει τίποτε στο να είναι
έστω λίγο διαθέσιμος». Στο σώμα του Τάδε η Χαλασιά χαράζει αυτήν την
Έλλειψη (έχει το όνομα «μη διαθεσιμότητα,
έστω και κατ’ ελάχιστον»). Από την άλλη μεριά αυτή η Έλλειψη χαράζεται από
την ίδια και στο δικό της σώμα: «απαιτεί
Δύναμη να περιμένω την όποια διαθεσιμότητα του». Η ασυνείδητη επιθυμία της για
μη – ικανοποίηση εγγράφεται και στο δικό της σώμα. Έχει το όνομα «Δύναμη». Τα σημαίνοντα «μη διαθεσιμότητα»,
«Δύναμη» αποτελούν σημαίνοντα της υποκειμενικής της υπεραπόλαυσης και δεν
εκφράζουν σημαίνοντα της επιθυμίας της, όπως η ίδια νομίζει. Τόσο το σώμα της όσο
και εκείνο του παρτενέρ της αποτελούν τον τόπο του Άλλου της Χαλασιάς. Να
λοιπόν, τι εννοούμε στην ψυχανάλυση όταν λέμε την φράση «ο παρτενέρ ως σύμπτωμα».
Το σύμπτωμα είναι πάντοτε εκδήλωση της απόλαυσης. Στην προκειμένη περίπτωση της
συγκεκριμένης – υποκειμενικής - υπεραπόλαυσης.
Η Χαλασιά περίμενε τον Τάδε να
χωρίσει από τον δεσμό του με την άλλη κοπέλα. Σε αυτήν την αναμονή της εξώθησε
την επιθυμία της στα ακραία όρια της. Όταν εκείνη «κουράστηκε» (διάβαζε: η επιθυμία έφτασε στο χείλος της) τότε
ανακοίνωσε στον Τάδε ότι χωρίζουν. Ο Τάδε τότε ομολόγησε ότι ήταν έτοιμος να
αφήσει την άλλη κοπέλα για χάρη της Χαλασιάς. Ήταν εκείνη η στιγμή που η
Χαλασιά ένιωσε άδεια εντός της. «Δεν
ένιωσα τίποτα», ομολόγησε. Είναι εκείνη η στιγμή που η επιθυμία συναντήθηκε
με την φαντασίωση της. Αυτό οδήγησε στην παλινδρόμηση της επιθυμίας και
επέστρεψε με την μορφή της ενόρμησης του θανάτου: λίγο αργότερα η Χαλασιά έγινε
θύμα μια καραμπινάτης κρίσης πανικού. Το υπερεγώ άρχισε την δράση του!
Τελικά
Βλέπετε, το να φτάσει
κανείς στο χείλος της επιθυμίας του τούτο οδηγεί στο σημείο όπου η επιθυμία
παλινδρομεί, μόλις υπάρξει συνάντηση με την φαντασίωση, και επιστρέφει με μορφή
ενόρμησης του θανάτου. Όπως επισημαίνει ο Λακάν «Η πραγματοποίηση της επιθυμίας
σου τοποθετείται πάντα σε μια οπτική απόλυτης συνθήκης, σε μια οπτική Τελικής
Κρίσεως». Το να φτάσουμε όμως μέχρι το όριο της επιθυμίας μας, αυτό σημαίνει
ότι τοποθετούμαστε πάντα στην διάσταση της αντιμετώπισης της επιζήμιας
απόλαυσης του υπερεγώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου