Η φράση προέρχεται από αρχαία
ελληνική παροιμία: «ώδινεν όρος, Ζευς δ’
εφοβείτο, το όρος έτεκε μυν», δηλ. «έπιασαν
οι πόνοι του τοκετού το βουνό κι ο Δίας φοβόταν, αυτό όμως γέννησε τελικά
ποντικό…»
Αναφορά στην παροιμία κάνει ο Πλούταρχος και ο Οράτιος («parturiunt montes, nascetur ridiculus mus», δηλ. κοιλοπονούν τα όρη, αλλά θα γεννηθεί γελοίος ποντικός). Λέγεται όταν το (ασήμαντο ή μηδαμινό) αποτέλεσμα δε δικαιώνει τις (υπερβολικές) προσδοκίες.
Αναφορά στην παροιμία κάνει ο Πλούταρχος και ο Οράτιος («parturiunt montes, nascetur ridiculus mus», δηλ. κοιλοπονούν τα όρη, αλλά θα γεννηθεί γελοίος ποντικός). Λέγεται όταν το (ασήμαντο ή μηδαμινό) αποτέλεσμα δε δικαιώνει τις (υπερβολικές) προσδοκίες.
Η φράση «δικαιώνεται» σχεδόν πάντα
στις ερωτικές – φιλικές και άλλες «κοινωνικές» σχέσεις τις οποίες, κατά καιρούς,
επιχειρούμε! Αναφέρομαι σε εκείνη την απογοήτευση που νιώθουμε όταν:
Αφού πρώτα πάνω στην μεγάλη
ουτοπία, στο μεγάλο ψέμα ταξιδέψαμε, μες τους αιώνες,
αφού δώσαμε μεγάλη αξία στην πεποίθηση
ότι όλα θα φτιάξουν, όλα θα γίνουν όμορφα,
αφού νιώσαμε ότι δεν μας αφορούν
τα μυριάδες ναυάγια που σαπίζουν στο βυθό της Ιστορίας,
αφού με περισσή στενοκεφαλιά επιμείναμε
στο «εμείς θα τα καταφέρουμε»,
πήραμε τα λόγια των μεγάλων
οραματιστών, τα κάναμε βάρκα, τις μουσικές και τα ποιήματα τους τα κάναμε πανιά,
την φλόγα των ονείρων τους κινητήρα και ξεκινήσαμε για το δικό μας ταξίδι,
καταλήξαμε, στο τέλος, με λύπη και απογοήτευση στην διαπίστωση του ποιητή: «Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να
καταλάβω ότι οι άνθρωποι όταν λένε «σ’ αγαπώ», αγαπάνε τον εαυτό τους και όχι
αυτόν στον οποίον απευθύνουν την κουβέντα. Είναι μια ιδιότυπη μορφή Αττικής
σύνταξης – εκτός Τριανταφυλλίδη. Ο Λάο Τσε, ένας από τους μεγαλύτερους
φιλοσόφους της Κίνας, σύγχρονος του Κομφούκιου, υποστήριζε πριν 2.500 χρόνια
πως το σκληρό και το δυνατό θα κατατροπωθούν για να θριαμβεύσει το τρυφερό και
το αδύναμο. Περιμένω ακόμα!»
Λοιπόν, πρόκειται για την κατάρα
του ασυνειδήτου. Ποια είναι αυτή η κατάρα του ασυνειδήτου;
Το ασυνείδητο γνωρίζει μόνο το Ένα,
το όμοιο, δεν γνωρίζει το Δύο του Άλλου, το διαφορετικό. Με απλά λόγια, η
απόλαυση αφορά τον καθένα ως άτομο-το Ένα-μόνο
του και η σεξουαλική πράξη αποτελεί μια απόλαυση του ιδίου μέσω του σώματος του
παρτενέρ. Πραγματώνει το Ένα της μοναξιάς, είναι διαχωριστική. Αντίθετα, η
αγάπη αναζητά το ένα της συγχώνευσης, είναι ενωτική. Κεντρικό ερώτημα: πώς
μπορεί κάποιος να δέσει την απόλαυσή του με την απόλαυση του άλλου; Πρόκειται
για το ζήτημα του δεσμού, δεν είναι
τυχαίο το ρήμα «δένω». Οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται κόπος για να
αρχίσει το έργο της αγάπης, η έξοδος από
το Ένα της μοναξιάς, αλλά και της συγχώνευσης, για να πάμε στο Δύο της
ετερότητας. Της αναγνώρισης του άλλου ως έτερου, επιθυμητού γι’ αυτό που
είναι και όχι για αυτό που αποτελούσε στην φαντασίωσή μας.
Το «έργο» της σχέσης απαιτεί
κατανάλωση «ενέργειας», εξόδου από τον ναρκισσισμό, αναγνώρισης των πληγών και
των τραυμάτων που ο σύντροφος φέρει στο προσκήνιο άθελά του, ως οθόνη προβολής,
όπως δείχνει η κλινική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου