Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Η Ταύτιση

Ταύτιση: Το υποκείμενο ταυτίζεται επώδυνα με οποιοδήποτε
πρόσωπο (φυσικό ή λογοτεχνικό) κατέχει την ίδια μ’ αυτό θέση
στο χώρο της ερωτικής δομής.

Η ταύτιση δεν κάνει επιλογή ψυχολογίας, είναι
μια καθαρά δομική διεργασία: είμαι αυτός που έχει την ίδια θέση μ’ εμένα.
Κάθε ερωτικό δίκτυο το καταβροχθίζω με το βλέμμα
και εντοπίζω πάνω του τη θέση που θα κατείχα αν μετείχα
σ’ αυτό. Διακρίνω όχι σχήματα αναλογίας, αλλά
σχήματα ομολογίας: διαπιστώνω, π.χ., ότι είμαι για τον
X αυτό που ο Ψ είναι για τον Ω, ό,τι μου λένε για τον
Ψ, με πειράζει πάρα πολύ, μόλο που το πρόσωπό του
μου είναι άδιάφορο, ή, αν θέλετε, και άγνωστο. Είμαι
πιασμένος σ’ έναν καθρέφτη που μετατοπίζεται και με
συλλαμβάνει παντού όπου υπάρχει δυαδική δομή. Κάτι
χειρότερο: μπορεί, από αλλη σκοπιά, να διαπιστωθεί
ότι μ’ αγαπά αυτός που εγώ δέν άγαπώ, η κατάσταση
αυτή όχι μόνο δε με βοηθά (είτε ως παρεπόμενη δωρεά
είτε ως αντίδοτο), αλλά μου είναι και επώδυνη: βλέπω
τον εαυτό μου μέσα στον άλλον πού αγαπά χωρίς να
αγαπιέται, ανακαλύπτω μέσα του τις κινήσεις της δικής
μου δυστυχίας, αλλά, στήν προκειμένη περίπτωση, εγώ
είμαι ο ενεργός παράγοντας της δυστυχίας αυτής: αισθάνομαι,
ταυτόχρονα, θύμα καί θύτης.
(Χάρη σ’ αυτό το ομολογικό σχήμα κινείται - πουλιέται
- τό ερωτικό μυθιστόρημα.)

Τον X, λίγο πολύ, τον ποθούν, τον κολακεύουν κι άλλοι,
όπως κι εγώ. Μπαίνω, λοιπόν, στή θέση τους· ο
Β βρίσκεται στην ίδια θέση με τον Χ, τόν
τρελό με τα λουλούδια, που αγάπησε μέχρι τρέλας την Κ.
Αυτή λοιπόν τη σχέση δομής (σημεία διατεταγμένα
σύμφωνα με μιαν ορισμένη τάξη γύρω από ένα
σημείο), αρχίζω σύντομα να τη φαντάζομαι σαν σχέση
προσωπικότητας: εφόσον ο Χ κι εγώ κατέχουμε
τον ίδιο χώρο, δέν ταυτίζομαι πια μόνο με τη θέση του Χ,
αλλά και με την εικόνα του. Με πιάνει ένα
παραλήρημα: εγώ είμαι ο Χ! Αυτή η γενικευμένη
ταύτιση, που επεκτείνεται σ’ όλους όσοι περιβάλλουν
τον άλλον και επωφελούνται απ’ αύτόν, όπως εγώ, μου
είναι διπλά επώδυνη: με μειώνει στα ίδια μου τα μάτια
(ανακαλύπτω ότι έχω αναχθεί στην τάδε προσωπικότητα),
αλλά μειώνει επίσης και τον άλλο μου, πού γίνεται
το αδρανές παίγνιο, το τόπι ενός κύκλου ανταγωνι-
στών. Καθένας τους, όμοια με τόν πλαϊνό του, μοιάζει
να φωνάζει: Δικός μου! Δικός μου! Λες κι έχεις μπροστά
σου μια παρέα παιδιών που τους πέταξες μια μπάλα,
ένα κουρέλι, ένα όποιοδήποτε αντικείμενο, κοντολογίς
ένα φετίχ, κι αυτά τσακώνονται διαφιλονικώντας
το απ’ αυτόν που θά τ’ αρπάξει (το παιχνίδι αυτό τό
λέγαν τούκα προ).

Η δομή δε λογαριάζει πρόσωπα* είναι, λοιπόν, τρομερή
(σαν τη γραφειοκρατία). Δέν μπορείς να την εκλιπαρήσεις,
να της πεις «Κοίτα, εγώ είμαι πιο καλά από τον
Α». Αδυσώπητη εκείνη σου αποκρίνεται: «Είστε στην
ίδια θέση. Άρα, είσαι ο Α». Κανείς δέν μπορεί να αντιδικήσει με τη δομή.
Ο Β ταυτίζεται με τον τρελό, με τον υπηρέτη.
Εγώ, ο αναγνώστης, μπορώ να ταυτιστώ με τον Β.

Ιστορικά, χιλιάδες άτομα το έκαμαν αυτό, υποφέ-
ροντας, αυτοκτονώντας, φορώντας ρούχα κι αρώματα ή
γράφοντας σαν να ήταν αυτοί οι ίδιοι Β (μελωδίες, παραπονιάρικα
τραγούδια, μπομπονιέρες, εγκράφες για ζώνες,
βεντάλιες, κολόνιες - όλα «στιλ Β»). Μια μεγάλη
αλυσίδα ισοδυναμιών συνδέει όλους τους ερωτευμε
νους του κόσμου. Για τη θεωρία της λογοτεχνίας, σήμερα,
η «προβολή» (του αναγνώστη στο λογοτεχνικό πρόσωπο)
δεν ισχύει πιά: οπωσδήποτε, όμως, συνιστά το
ιδιαίτερο κλειδί τών φαντασιακών αναγνώσεων: διαβάζοντας
ένα ερωτικό μυθιστόρημα, δεν προβάλλομαι
απλώς, αλλά κολλώ στην εικόνα του ερωτευμένου (της
ερωτευμένης), περιχαρακώνομαι αντάμα με την εικόνα
αυτή μέσα στήν ίδια την περίφραξη του βιβλίου (όλοι
μας ξέρουμε ότι τα μυθιστορήματα αυτά διαβάζονται σε
κατάσταση ανεξαρτησίας, απομόνωσης, απουσίας και
ηδονής: στά άποχωρητήρια, στους καμπινέδες).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου