Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια – όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων…
«Κι αν θα διαβείς, κι αν θα διαβείς τον ουρανό
κι αν πας ψηλά, κι αν πας ψηλά στ’ αστέρια
την συντροφιά, την συντροφιά μου θα ζητάς
και τα δικά, και τα δικά μου χέρια.
Γιατί τα χέρια είναι σκοινιά και τα κορμιά καράβια
κι όποιος τα κόβει τα σκοινιά μένει η καρδιά του άδεια».
Ο χωρισμός ( Τα κορμιά καράβια ), Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου, Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας.
Μ’ αρέσουν επίσης τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο…
«Δεν έχει δρόμο να διαβώ, σοκάκι να περάσω
Γωνιά να μη σε θυμηθώ, ημέρα να μη κλάψω
Δεν έχει μέρα να μην πω, βραδιά να μη μιλήσω
νύκτα να μη σ’ αναζητώ, βαθιά να σε φιλήσω.
Όλες οι ώρες γίνανε φωνή που σε φωνάζουν,
κι οι νύκτες γίναν δάκρυα που στη καρδιά μου στάζουν».
Χάθηκες ( Δεν έχει δρόμο να διαβώ ), Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου, Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας.
Μ’ αρέσουν και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο…
«Το ήπιε η νύχτα το κρασί και μέθυσε ο πόνος,
κύλησε μες στη θάλασσα και χάθηκε ο δρόμος.
Σαν τ’ αστέρια κατεβήκαν τα φιλιά μες στην καρδιά.
Αχ! ας έβρισκα τα λόγια που τα λέγαμε παιδιά.
Στην άκρη άκρη τ’ ουρανού κάθισε το φεγγάρι,
άσε τον άνεμο βροχή να έρθει να με πάρει».
Αχ! ας έβρισκα τα λόγια, Τραγουδιστής: Αντώνης Καλογιάννης, Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου Μουσική: Μίμης Πλέσσας.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν…
«Μες στα λιμάνια μπήκανε του ήλιου τα καράβια
και βρήκαν τ’ άστρα φύλακες και φάρο το φεγγάρι.
Τα μάτια είχες μάτια μου από την πίκρα άδεια
γιατί δεν το `γραψε κανείς το γράμμα που `χες πάρει.
Τις λέξεις μου τις έχασα χαράματα στο δρόμο
σε μια στροφή τα γράμματα τα πήρε μια βροχή
και τα φιλιά, π’ αστράφτανε στα χείλη απ’ τον πόνo,
γίναν πανιά και άλμπουρα χωρίς επιστροφή.
Μες τα λιμάνια φτάσανε καράβια από τ’ αστέρια
Περάσανε τη θάλασσα, τους δρόμους τ’ ουρανού.
Σε φέρανε κ’ εσένανε και τα βαθειά σου μάτια,
που είχανε στα βλέφαρα την μνήμη του καπνού».
Με φάρο το φεγγάρι, Τραγουδίστρια: Χαρούλα Αλεξίου, Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν…
«Πάνω στα χείλη σου μεθούν δυο χείλη απελπισμένα,
με τα φιλιά ψάχνουν να βρουν τα χρόνια τα χαμένα.
Τα φιλιά τι να κρατήσουν και τα χείλη τι να πουν
για τα χρόνια που να φύγουν σαν πουλιά και θα χαθούν.
Μέσα στα μάτια σε ρωτούν δυο μάτια δακρυσμένα,
αν είναι όλα όνειρο και τα φιλιά χαμένα».
Τα φιλιά, Τραγουδιστής: Γιάννης Πουλόπουλος Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου Μουσική: Μίμης Πλέσσας.
Επικρατεί η άποψη πως η ποίηση είναι ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Και ότι μέσω των στίχων μπορεί κανείς να γνωρίσει τον ποιητή. Η διαπίστωση είναι σωστή μόνον με την έννοια ότι η ποίηση μπορεί να φέρει στο φως ψυχικές εκτάσεις που την ύπαρξή τους αγνοεί και ο ίδιος ο δημιουργός. Το θέμα είναι εάν και σε ποιο βαθμό οι «εκτάσεις» αυτές περιγράφουν την προσωπικότητα του ποιητή, του στιχουργού αν προτιμάτε, αποτελούν δηλαδή συστατικά της χαρακτηριστικά, ή εάν εκτείνονται πέραν ή μάλλον βαθύτερα από τα όρια αυτής της συγκεκριμένης προσωπικότητας, σε χώρους δηλαδή όπου πλέον η ατομικότητα χάνει τα ειδικά χαρακτηριστικά της. Τουλάχιστον με εκείνη την προσωπικότητα που ο ίδιος γνωρίζει και με την οποίαν εκδηλώνεται – στον εξωτερικό κόσμο∙ και την οποία έχουν αποτυπώσει στη δική τους συνείδηση εκείνοι που τον περιβάλλουν.
Με άλλα λόγια, το θέμα είναι από που «βγαίνουν» τα ποιήματα, ποια είναι η πηγή από την οποία αναβλύζουν οι στίχοι.
«Φαίνεται πως στα ομιχλώδη βάθη του ασυνείδητου, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πια σαν άτομα, αλλά σαν δέκτες και πομποί μιας ζωής, που εκτείνεται πέρα από τα όρια της προσωπικής τους ιστορίας. Και που ξεπερνά όλους τους σχηματικούς τύπους μιας συμβατικής καθημερινότητας, μιας οριοθετημένης χρονικότητας και μιας «περιγεγραμμένης» ατομικότητας. Σ’ αυτά τα βάθη, ο ποιητής έχει πεθάνει άπειρες φορές, έχει πιστέψει, έχει αγαπήσει, έχει προδοθεί. Σ’ αυτά τα βάθη η ανθρωπότητα καθημερινά καταστρέφεται, ο πλανήτης ερημώνεται, πολιτισμοί και ιδανικά καταρρέουν, ο άνθρωπος αναδεικνύεται, σ’ όλο το τραγικό μεγαλείο του, ως ο ήρωας ενός δράματος, του οποίου αγνοείται ο δραματουργός μα και η τελική, η απώτατη έκβαση».
Ο Ορέστης Αλεξάκης[1] μας δίνει μια πρώτη ιδέα για το ποια είναι η πηγή των στίχων του ποιητή: το Ασυνείδητο.
Ο Γιώργος Ιωάννου[2]μας δίνει μια ακόμα πιο διακριτή εικόνα πάνω στο θέμα:
«Τι άλλο μπορείς να κάνεις παρά να περπατάς και ολοένα να μουρμουρίζεις φράσεις, προτάσεις, στίχους κι άλλα τέτοια κομματιάσματα, καθώς το βλέμμα σου καρφώνεται εδώ κι εκεί σε πρόσωπα, κινήσεις, μέλη και κορμοστασιές κι αναπηδούν αυθόρμητα από την καρδιά προς το μυαλό οι λέξεις που άλλοι χυδαίες τις λεν και άλλοι του κρεβατιού και που εσένα πάντως σε τινάζουν και σου δίνουν δύναμη...
Κανένας δεν γυρνάει να σε δει, πρέπει να γίνεις καρναβάλι για να σε προσέξουνε κι ούτε σ' αναγνωρίζουν καν γιατί βέβαια αυτοί δεν σε ξαναείδανε, ενώ εσένα σου φαίνονται γνωστοί και πάντως, αν όχι τα ίδια αυτά τα άτομα, το σόι τους γνωστό, η ράτσα, η κατηγορία τους, καθώς με τον καιρό και με τον κόπο μέσα σου κατατάσσονται, σε μερικές ομάδες όχι και πολλές. Το χάος ήταν στην αρχή, τώρα δεν υπάρχει, αλλά τι να το κάνεις».
Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), Μουρμουρητό.
Βέβαια, ο κόσμος του ασυνείδητου – του Άλλου - είναι απέραντος σε βάθος και σε έκταση και, συνεπώς, οι «γεωγραφικές συντεταγμένες» απ’ όπου κάποιος ποιητής – στιχουργός αντλεί κάθε φορά το υλικό του διαφέρουν, όπως είναι ευνόητο, από περίπτωση σε περίπτωση. Εδώ παίζει ασφαλώς κάποιο ρόλο η συγκεκριμένη προσωπικότητα, με όλες τις ιδιαιτερότητές της και όλες τις πολύπλοκες εκφάνσεις της. Έτσι εξηγείται εξ άλλου η αντιφατικότητα και η αυτοαναίρεση που χαρακτηρίζουν συχνά το έργο των ποιητών, μια και από τη σκοπιά του συλλογικού ασυνείδητου, καθένας απ’ αυτούς δεν είναι μόνον ένας αλλά πολλοί – συχνά διαφορετικοί, κάποτε δε και εκ διαμέτρου αντίθετοι – χαρακτήρες.
Σε τέτοια απροσμέτρητα βάθη λοιπόν κυοφορείται το ποίημα. Και μόνον ύστερα από τη γέννησή του, ο ποιητής αναδύεται και πάλι στον κόσμο της καθημερινής συμβατικής του ζωής, μέσα στον οποίο προσλαμβάνει ξανά τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, δηλαδή μορφή, χαρακτήρα, ιστορία. Μιας προσωπικότητας που οι άλλοι καλοπροαίρετα του αποδίδουν και ο ίδιος καλοπροαίρετα αποδέχεται. Και που δεν είναι καθόλου επίπλαστη. Γιατί είναι εξίσου γνήσια και αυθεντική όσο και η προσωπικότητα κάθε άλλου ανθρώπου, όπως αυτή εκδηλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Πίσω εν τούτοις από την οποία, όπως και πίσω από ολόκληρο το πλέγμα των φαινομένων του επιστητού, ανεξιχνίαστο εκτείνεται το απροσπέλαστο χάος.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τον μεγάλο μας στιχουργό Δημήτρη Χριστοδούλου (1924 - 1991). Ασφαλώς και δεν είναι τυχαία η επιλογή από μέρους μου των παραπάνω στίχων που είναι όλα δικά του. Όλοι συμφωνούν ότι πρόκειται για έναν βιωματικό ποιητή. Προσέξτε λίγο το Γούπατο[1].
«Έχει φάει το τρίτο ξύλο στο υπόγειο των ειδικών υπηρεσιών του κατακτητή και των συνεργατών και δεν είχε πει τίποτα. Την τρίτη μέρα σταμάτησε το ξύλο ξαφνικά.
Είναι λιώμα! Δεν είναι σε θέση ούτε καν να «τα πει»! Είναι τόσο το ξύλο που ’χει φάει και δεν ξέρει από πόσους, που είναι σαν να πέρασε από τον κατακλυσμό. Τέτοια ομαδική μανία έχουν μόνο τα στοιχεία της φύσης. Κάπου, σ’ έναν άγνωστο χώρο, πηγάζει η λύσσα τόσων χεριών, για να βασανίσουν ένα πρόσωπο! Το σπάσιμο της θέλησης! Η μανία! Το μίσος! Εκείνο το κύμα του πανικού ξαφνικά για τον επερχόμενο θάνατο που λύνει τους μυς του σώματος και παραλύει τα νευρικά κέντρα! Και ξαφνικά νιώθει πως χέστηκε! Το σώβρακό του, το παντελόνι του, τα μπαντζάκια του, είναι γεμάτα σκατά· βρομάει ολόκληρος σκατίλα και διαπιστώνει πως το μεθάνιο που εκπέμπουν τινάζουν στον αέρα κάθε ιδέα για το μεγαλείο του ανθρώπου, του ανθρώπινου σώματος και, το περισσότερο, φτάνει στ’ αυτιά του η φράση που άκουγε από μικρός: «Αυτός χέστηκε απ’ τον φόβο του!» Νιώθει μια ηδονική ντροπή! Έχει φτάσει στο θρίαμβο της δειλίας! Έχει χεστεί! Έχει κάνει τη διαδρομή αντίστροφα. Είναι γεμάτος από το μεγαλείο του έσχατου εξευτελισμού! Είναι χεσμένος!
Αυτό ξαφνικά τον γεμίζει ελπίδα. Οι βασανιστές του, άμα δουν ένα τόσο πλατιά χεσμένο άτομο, μπορεί να φανταστούν ότι σ’ ένα τόσο αδύναμο πρόσωπο, ίσως είναι φυσικό να μην έχουν αναθέσει μια τόσο σπουδαία αποστολή και να τον αφήσουν ήσυχο πια!».
[1] O Oρέστης Aλεξάκης γεννήθηκε στις 2/10/ 1931 στην Kέρκυρα. Σπούδασε νομικά και άσκησε στην Aθήνα το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1992. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Δυτική Γερμανία. Μετά το 1992 έζησε στην Κέρκυρα και στη Θεσσαλονίκη ενώ μετά εγκαταστάθηκε και πάλι μόνιμα στην Αθήνα. Έγραψε κυρίως ποίηση, παράλληλα όμως ασχολήθηκε με φιλολογικά μελετήματα, δοκίμια και κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά και Σερβικά. Έχει τιμηθεί για την ποίησή του με το βραβείο Nικηφόρου Bρεττάκου. Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου του 2015.
[2] Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και ήταν ο πρωτότοκος από τα τέσσερα παιδιά της μικροαστικής οικογένειάς του. Τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια τα έζησε στη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση το διάστημα της Κατοχής, όταν για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς, αυτός και τα αδέλφια του κατέφυγαν στη Χαλκιδική και στη συνέχεια στην Αθήνα. Η περίοδος της Κατοχής έχει σημαδέψει έντονα τη ψυχή του και επανέρχεται συχνά στο συγγραφικό του έργο. Το 1947 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. απ' όπου αποφοίτησε το 1950. Στη συνέχεια εργάστηκε για λίγο καιρό ως φιλόλογος και τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή τα Ηλιοτρόπια. Το 1954 διορίστηκε βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Παραιτήθηκε όμως γρήγορα (1955) και προσελήφθη στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου δίδαξε ένα χρόνο. Την περίοδο 1956-1959 δίδαξε σε ιδιωτικά γυμνάσια της Αθήνας και της επαρχίας, ενώ παράλληλα ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Διαγώνιος στο οποίο το 1959 δημοσίευσε 18 ποιήματα. Το 1960 διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση και τοποθετήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας. Το 1961 άρχισε να γράφει τα πρώτα του πεζά έργα και αποσπάστηκε στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. Από τη Λιβύη επέστρεψε στην Κυνουρία το 1963. Το 1964 κυκλοφόρησε το "Για ένα φιλότιμο" το πρώτο του βιβλίο με πεζογραφήματα. Μετά το 1974 έγινε βασικό μέλος της επιτροπής που ετοίμασε το Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού και ο εισηγητής των περισσότερων κειμένων που ανθολογήθηκαν από το 1975 στα Νεοελληνικά αναγνώσματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1979 μετατέθηκε ως γυμνασιάρχης στο Καρλόβασι της Σάμου, αλλά παρέμεινε αποσπασμένος στο υπουργείο Παιδείας. Το 1980 ο Ιωάννου κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο πεζογραφίας για το βιβλίο του "Το δικό μας αίμα". Το 1985 μετά από εγχειρητικό σηψαιμικό σοκ πέθανε στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο.

