Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Εξαλείφεις την Επιθυμία…

 

Εξαλείφεις την Επιθυμία…

Γιατί;

Είτε επειδή την φοβάσαι είτε επειδή είναι απαγορευμένη.

Πως φοβήθηκα την Επιθυμία;

Η μαμά σε λαχταρούσε παθιασμένα. Το πάθος της σε λαχτάριζε, σε φόβιζε, σε τρομοκρατούσε. Η επιθυμία της φάνταζε, στα μωρουδίστικα μάτια σου, καταβροχθιστική!

Πως ήταν απαγορευμένη;

Ο σατράπης Πατέρας την απαγόρευε μέσα στο σπίτι.  

Πως εξαλείφω την Επιθυμία;

Είτε πραγματοποιώντας την εν τη γενέσει της είτε υποβιβάζοντας την σε ανάγκη.

Την εξαλείφω όταν την πραγματοποιώ;

Πραγματοποιώντας την, την κάνω να παύει να υπάρχει ως έλλειψη.

Πως από «Επιθυμία» γίνεται «Ανάγκη»;

Δεν αρθρώνεται ως «θέλω». Αρθρώνεται ως «πρέπει», ως «χρειάζομαι», ως «έχω ανάγκη».

Τότε τι γίνεται με την ψυχή;

Η Ψυχή «στοιχίζεται» στην Ανάγκη και αυτό που δημιουργείται είναι «Ψυχαναγκασμός».

Ποια η διαφορά ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «θέλω»;

Το «πρέπει» είναι βαρετό, καταπιεστικό, θλιμμένο, απονεκρωμένο. Άρα με το «πρέπει» βαριέμαι. Το «θέλω» είναι ζωντανό, παθιασμένο, χαρούμενο. Με το «θέλω» είμαι ενθουσιασμένος.

Για αυτό βαριέμαι;

Πρέπει να το κάνεις. Ο ηθικός Άλλος το επιβάλλει. Δεν «βγαίνει» από την ψυχούλα σου. Πως να μην βαριέσαι!

Γιατί εκνευρίζομαι;

Επειδή η Επιθυμία κάνει την εμφάνιση της και εσύ δεν την αναγνωρίζεις.

Γιατί δεν την αναγνωρίζω;

Επειδή Επιθυμία = Έλλειψη και εσύ επιδιώκεις να είσαι αυτάρκης ώστε να μην έχεις τίποτα ανάγκη.

Γιατί μου είναι δύσκολο να ζητήσω κάτι;

Αίτημα = Επιθυμία + Ανάγκη. Με άλλα λόγια, κάθε αίτημα έχει εντός του την έλλειψη. Αυτή που εσύ απεχθάνεσαι. Μόνο ό,τι είναι «αναγκαίο» μπορείς και σου επιτρέπεται να αρθρώσεις. Η επιθυμία σου απαγορεύεται.   

Γιατί μου είναι δύσκολο να ερωτευθώ;

Έρωτας σημαίνει αναγνωρίζω ότι κάτι μου λείπει που το έχει ο Άλλος. Επομένως αναγνωρίζω την έλλειψη μου. Άρα αποδέχομαι ότι δεν είμαι αυτάρκης. Όμως αυτό δυσκολεύομαι να παραδεχτώ.

Και όμως, μου αρέσουν κάποιες γυναίκες, πως συμβαίνει αυτό;

Πρόκειται για γυναίκες που ΔΕΝ είναι διαθέσιμες. Για γυναίκες που είναι σχεδόν ΑΔΥΝΑΤΟ να κατακτηθούν.    

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Το σώμα πάσχει από την αλήθεια.

 

Το σώμα πάσχει. Πάσχει από την αλήθεια. Το σώμα αρρωσταίνει επειδή υπακούει την αλήθεια. Υπακούοντας την αλήθεια αρνείται να υπακούσει στην γνώση η οποία ενυπάρχει μέσα του, στην φυσική γνώση.

Αλλά ας εξηγηθούμε καλύτερα επί όλων αυτών.

Η αλήθεια στην οποία υποτάσσεται το σώμα είναι αντίθετη με την ψυχή. Τι λέει η αλήθεια για το σώμα; Πως το αντιλαμβάνεται; Η αλήθεια αντιλαμβάνεται το σώμα ως κατακερματισμένο. Αντιλαμβάνεται το νεφρό, για παράδειγμα, ως μεμονωμένο όργανο και μάλιστα ως αντιπαρατιθέμενο στην καρδιά. Πρόσφατα ο καρδιολόγος μου είχε προτείνει: «Κύριε Μάρκου, σας προτείνω να τρώτε πρωτεΐνη. Η καρδιά σας έχει ανάγκη από πρωτεΐνη». Την επόμενη ημέρα, ο νεφρολόγος μου πρότεινε προς εμένα: «Λοιπόν, κύριε Μάρκου, η διατροφική μου πρόταση για σας είναι μακριά από πρωτεΐνη. Προτείνω πράσινες τροφές». Όταν εγώ του είπα: «Μα κύριε, ο καρδιολόγος μου, που αν δεν με εξαπατά η μνήμη είναι και προσωπικός σας φίλος, μόλις χτες, μου πρότεινε να προτιμώ την πρωτεΐνη ενώ εσείς, σήμερα, μου προτείνετε το αντίθετο!», η απάντηση του ήταν εκπληκτική: «Μα αυτό οφείλεται στην σύγκρουση «συμφερόντων». Γιατί απορείτε; Η καρδιά και το νεφρό «έχουν» αντίθετα συμφέροντα!».

Καταλαβαίνετε ποια είναι η αλήθεια; Αυτή ακριβώς που περιέγραψαν οι δύο γιατροί. Αυτή η αλήθεια κυριαρχεί. Αντιμετωπίζει το κάθε όργανο του σώματος απομονωμένο και ξέχωρο από τα άλλα. Πρόκειται για μια αντιμετώπιση που αρνείται την ενότητα του σώματος, την βιολογική του ενότητα.

Η αλήθεια αρνείται το σώμα, ως ενιαίο, ως Ένα. Αρνείται το ζωικό σώμα. Αρνείται να υπακούσει την ψυχή, την φυσική γνώση, αρνείται να υπηρετήσει τον σκοπό της ζωής.

Για παράδειγμα, ποια γνώση προτάσσει ο αλγόριθμος της φυσικής γνώσης, της ψυχής, του κύριου σημαίνοντος για την πείνα. “Πεινάω” σημαίνει πως ο οργανισμός μου με ειδοποιεί ότι χρειάζεται τροφή για να συνεχίσει τη λειτουργία του. Όπως είναι προφανές, η πείνα ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό την ποσότητα του φαγητού που θα καταναλώσουμε και, κατά συνέπεια, το σωματικό βάρος. Κατανοώντας, λοιπόν, την πείνα μας, ενδεχομένως να μπορέσουμε να ελέγξουμε τη διατροφή και τα κιλά μας.

Τι σημαίνει, όμως, “κατανοώ την πείνα μου”; Οι περισσότεροι την αντιλαμβάνονται σαν ένα διακόπτη: τώρα πεινάω και θέλω να φάω – τώρα έφαγα και δεν πεινάω πια. Χρησιμοποιώντας την κλίμακα της πείνας, εισάγονται διαβαθμίσεις σ’ αυτό το αίσθημα. Το κλειδί είναι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε αυτές τις διαβαθμίσεις, μαθαίνοντας να “ακούμε” το σώμα μας, ώστε να τρώμε όσο πρέπει και να αποφεύγουμε την υπερκατανάλωση. Το σώμα μας έχει την ικανότητα να μας ενημερώσει και για το πότε δεν χρειάζεται τροφή. Κατά τη διάρκεια της πέψης, το γαστρεντερικό σύστημα επικοινωνεί με το νευρικό. Στην ουσία στέλνει μηνύματα – ορμόνες που ενημερώνουν τον εγκέφαλο για το εάν χορτάσαμε ή όχι. Το μήνυμα του αισθήματος του κορεσμού απαιτεί 20 λεπτά μέχρι να φτάσει στον εγκέφαλο. Πρόκειται για μια φυσική γνώση που ενυπάρχει μέσα στο σώμα μας. Αυτή είναι η επιταγή της ψυχής για την πείνα του σώματος, του σώματος ως ενιαίου και όχι κατακερματισμένου.

Για να δούμε όμως τι αντιτάσσει πάνω στο ίδιο θέμα η αλήθεια;  

    Στην αρχαία Ελλάδα το συμπόσιο (συν+πίνειν) ήταν μια διαδεδομένη συνήθεια. Μια συγκέντρωση φίλων. Το συμπόσιον (λέξη που σημαίνει «συνάθροιση ανθρώπων που πίνουν») αποτελούσε έναν από τους πιο αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των Ελλήνων.

Επίσης, οι αρχαίοι Έλληνες, δεν έτρωγαν ποτέ μόνοι. Συγκεκριμένα, «το να φάει κανείς μόνος του, δεν σημαίνει ότι γευματίζει, αλλά ότι γεμίζει το στομάχι του σαν τα ζώα», λέει κατηγορηματικά ο Πλούταρχος. Το γεύμα, ήταν η αφορμή για επικοινωνία, και για δέσιμο της οικογένειας. Σε πολλές περιγραφές, βλέπουμε ότι όλες οι σημαντικές αποφάσεις, παίρνονταν την ώρα του φαγητού.

Η αντίληψη του γεύματος ως διασκέδασης έχει ως αποτέλεσμα πολλές φορές την απόλαυση: Ενώ έχουμε χορτάσει, συνεχίζουμε. Σ’ αυτό το στάδιο, η κατανάλωση φαγητού οδηγείται από το μυαλό και όχι από το στομάχι. Πιθανόν αρχίζουμε να νιώθουμε την τροφή στο στομάχι. Μας δημιουργείται τότε ένα ξεκάθαρο αίσθημα δυσφορίας, αισθανόμαστε πολύ “βαριοί”, κουρασμένοι, πολύ φουσκωμένοι και έχουμε την ανάγκη να ξαπλώσουμε.

Καταλαβαίνουμε τώρα ότι το σώμα, το ζωικό σώμα, υποφέρει από την αλήθεια.

Ας δούμε την ίδια αντίληψη σε ό,τι αφορά την δίψα.

Το ζωικό σώμα, η ψυχή, το κύριο σημαίνον επιτάσσει: η αιτία της δίψας είναι μια αλλαγή στη χημεία του σώματος. Ο κύριος παράγοντας στη ρύθμιση των υγρών, βρίσκεται στην κυκλοφορία του αίματος. Όταν συμβαίνει μια αλλαγή στο υγρό περιεχόμενο του σώματος, επηρεάζεται ο όγκος του αίματος και στη συνέχεια η πίεση του αίματος. Αυτή η μείωση της αρτηριακής πίεσης, διεγείρει χημικές εκκρίσεις και ειδοποιεί τον εγκέφαλο ώστε να σηματοδοτήσει τη δίψα.

Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έπιναν επειδή «διψούσαν» με την παραπάνω έννοια. Οι Έλληνες έπιναν το κρασί τους νερωμένο. «Βάρβαρους» αποκαλούσαν χαρακτηριστικά οι Αθηναίοι όσους έπιναν σκέτο το κρασί τους. Αυτοί αναμείγνυαν κρασί και νερό στον κρατήρα, ένα μεγάλο αγγείο που είχε φτιαχτεί ειδικά για τον σκοπό. Το νερό το έφερναν σε μια υδρία. Ο υπηρέτης βύθιζε την οινοχόη στον κρατήρα με το νερωμένο κρασί και γέμιζε τα κύπελλα των συνδαιτυμόνων.

Το συμπόσιο κατέληγε αναμφίβολα στη μέθη, αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος του. Δεν μαζεύονταν για να μεθύσουν, αλλά για επικοινωνήσουν, να κοινωνικοποιηθούν, να φιλοσοφήσουν.

Κι αν τελικά γινόσουν «σκνίπα», αυτό ήταν σίγουρα υποπροϊόν της βραδιάς.

Ας δούμε όμως και την περίπτωση της όρασης.

Έχουμε υπόψη μας την «ψυχογενή διαταραχή της όρασης», όπου στοιχειοθετείται η θεωρία της υστερικής τύφλωσης. Στην περίπτωση αυτή, εισάγεται μια διαταραχή. Ένα όργανο, το μάτι, παύει να συντρέχει τον φυσικό σκοπό του σώματος ως όλου. Ο φυσικός σκοπός της όρασης είναι να προσανατολιζόμαστε μέσα στον κόσμο. Αυτός ο φυσικός σκοπός καταστρατηγείται από το υποκείμενο. Το μάτι, ως όργανο χειραφετείται από την ενότητα του οργανισμού ως Όλου. Η υστερική τύφλωση αποτελεί γεγονός του κατακερματισμένου σώματος. Τι συμβαίνει εδώ;

Από την μια μεριά πρόκειται για ένα φαινόμενο που υπακούει στην αλήθεια. Δηλαδή, μια ζωτική λειτουργία, η όραση, αποσπάται από την υποτιθέμενη ολότητα του οργανισμού, αυτήν την ολότητα που ονομάζεται ψυχή. Είναι σαν η τελευταία να σταματά να δίνει ζωή σε αυτό το όργανο. Η αλήθεια έχει την ικανότητα όχι μόνο να αθροίζει κατακερματισμένες ζωτικές λειτουργίες, αλλά και να «αφαιρεί» ένα όργανο από τον οργανισμό. Αυτήν την αλήθεια που μπορεί να αφαιρεί ένα όργανο ο Φρόυντ την ονόμασε Εγώ.

Από την άλλη πλευρά, πρόκειται για ένα φαινόμενο απόλαυσης στο οποίο αναπόφευκτα οδηγείται η αλήθεια. Ένα όργανο που είναι προορισμένο να υπηρετεί την ζωή σεξουαλικοποιείται, δηλαδή ερωτικοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι ένα όργανο παύει να υπακούει την γνώση του ζωικού σώματος, την γνώση που είναι στην υπηρεσία της ζωής, και προχωρεί σε αυτό που θα μπορούσα να ονομάσω ερωτική χειραφέτηση. Λειτουργεί έτσι ώστε να αποτελέσει στήριγμα μιας «αυτοαπόλαυσης». Αυτή η «αυτοαπόλαυση» ισοδυναμεί με παράβαση της φυσικής ρύθμισης του σώματος. Η ηθική «μπαίνει» τώρα στην βιολογία και την διαστρέφει. Το μάτι που είναι «φτιαγμένο», προορισμένο να επιτρέπει στο σώμα να προσανατολίζεται μέσα στον κόσμο, που «κατασκευάστηκε» ώστε να μας επιτρέπει να βλέπουμε, υπηρετεί πλέον την ηδονή της θέασης. Αυτή η ηδονή υπερβαίνει την ζωική τελεολογία και μάλιστα την ακυρώνει. Ακριβώς για αυτή την λειτουργία είναι έγκυρο να μιλάμε για απόλαυση. Η ηδονή γίνεται απόλαυση την στιγμή που ξεπερνά την γνώση του σώματος και παύει να το υπακούει. Η ηδονή που γίνεται απόλαυση αποτελεί ακριβώς αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει σεξουαλική ηδονή. Ο όρος σεξουαλικότητα, και αυτό είναι σημαντικό να είναι σαφές σε όλους μας, δεν αφορά την σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, αλλά το πλεόνασμα μέσω του οποίου η ηδονή γίνεται απόλαυση.

Εδώ, σε αυτή την περίπτωση, αλήθεια και απόλαυση συνδέονται, εργάζονται ενάντια στους αλγόριθμους του σώματος και, ως εκ τούτου, ενάντια στα συμφέροντα της ζωής. Με αυτή ακριβώς την προοπτική η αλήθεια είναι αδελφή της απόλαυσης. Πρόκειται για ζήτημα κυριαρχίας, για ένα ζήτημα κύριου σημαίνοντος, και ο Φρόυντ το λέει κατά λέξη: «Γενικότερα, πρόκειται για τα ίδια όργανα, για τα ίδια συστήματα οργάνων, τα οποία βρίσκονται στην διάθεση τόσο των σεξουαλικών ενορμήσεων όσο και των ενορμήσεων της ψυχής. Η σεξουαλική ηδονή δεν συνδέεται μόνο με την λειτουργία των γεννητικών οργάνων. Το στόμα, που είναι ο τόπος του φιλιού, χρησιμοποιείται επίσης για να τρώμε, όπως και για να επικοινωνούμε με τον λόγο. Τα μάτια δεν συλλαμβάνουν μόνο τις αλλαγές του εξωτερικού κόσμου που είναι σημαντικές για την διατήρηση της ζωής, αλλά και τις ιδιότητες οι οποίες αποτελούν τα «θέλγητρα» των αντικειμένων που εξυψώνονται σε αντικείμενα ερωτικής επιλογής».

Ο οργανισμός λοιπόν, καλείται να υπηρετήσει την ψυχή όσο και την αλήθεια. Θα λέγαμε ότι υποχρεούται να υποστηρίξει δύο διακριτά διαστρωμένα σώματα. Από την μια ένα σώμα γνώσης στην υπηρεσία της ζωής, της επιβίωσης, ένα σώμα ζωικό. Από την άλλη, ένα σώμα κατακερματισμένο υποταγμένο στην αλήθεια, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε λιμπιντικό σώμα. Το πρώτο είναι ένα σώμα ρυθμισμένο σύμφωνο με την αρχή της ηδονής,  πρόκειται για ένα ενιαίο σώμα, ένα σώμα – ηδονή. Το δεύτερο δεν υπακούει στην κυριαρχία της ψυχής ως ζωτικής μορφής του του σώματος, πρόκειται για ένα σώμα κατακερματισμένο, ένα σώμα – απόλαυση.

Ο οργανισμός καλείται να υπηρετήσει και τα δύο σώματα, και όπως γνωρίζουμε δεν είναι εύκολο για κανέναν να υπηρετεί δύο αφεντάδες ταυτόχρονα. Ως εκ τούτου, το ανθρώπινο σώμα υποφέρει από την αλήθεια.