Οι
περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι έχει αγνοηθεί παντελώς η
πραγματικότητα της συμμετοχής των Γερμανίδων γυναικών στο όργιο γενοκτονίας
στην Ανατολική Ευρώπη και ειδικά του ρόλου τους ως εν ψυχρώ δολοφόνων.
Πραγματικά,
στα χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Π.Π. κατασκευάστηκε μια τεχνητή εικόνα της
ταλαίπωρης Γερμανίδας «χάουσφραου», η οποία είχε μείνει στα μετόπισθεν ως πιστή
σύζυγος και μαζορέτα του φύρερ, για να αντιμετωπίσει τους συμμαχικούς
βομβαρδισμούς και τις καθημερινές ελλείψεις σε είδη διατροφής. Η επίπλαστη αυτή
εικόνα έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτική στον χρόνο, καθώς, μόλις τα
τελευταία δέκα χρόνια ήρθαν στο φως νέα ιστορικά στοιχεία, που στοιχειοθετούν
τη μαζική συνενοχή στο έγκλημα άνω των πεντακοσίων χιλιάδων νέων γυναικών μέσω
της άμεσης συμμετοχής τους σε θέσεις-κλειδιά του μηχανισμού εθνοκάθαρσης του Γ’
Ράιχ.
Οι
νέες αυτές Γερμανίδες ήταν δασκάλες, νοσοκόμες, γραμματείς, σύζυγοι και
ερωμένες, που είδαν την αναδυόμενη ναζιστική αυτοκρατορία ως μια ανεπανάληπτη
ευκαιρία για καλή καριέρα και γαμήλια ευτυχία στην «άγρια ανατολή». Τα ιστορικά
στοιχεία δείχνουν ότι οι συγκεκριμένες γυναίκες υπήρξαν κάτι παραπάνω από
«δολοφόνοι των γραφείων», ή παρηγορήτριες των φονιάδων ερωτικών τους συντρόφων
και έπαιρναν ανοιχτά μέρος σε επιδρομές λεηλασίας και εκφοβισμού των κατοίκων
στα γκέτα της Πολωνίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Επίσης, ήταν
παρούσες στις υπαίθριες συνεστιάσεις που λάβαιναν χώρα ταυτόχρονα με τις
μαζικές εκτελέσεις πληθυσμών, όχι μόνο για να παρέχουν αναψυκτικά και φαγητό
στους εκτελεστές, αλλά για να παίρνουν και οι ίδιες μέρος στις δολοφονίες.
Τρεις
αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις επέλεξα και σας τις παρουσιάζω εδώ. Νομίζω ότι
οφείλουμε να γνωρίζουμε – ειδικά στην σημερινή συγκυρία που ο φασισμός με το
προσωπείο της ακροδεξιάς «παίρνει τα πάνω του» - ότι το θηρίο έχει και θηλυκό
πρόσωπο!
Το
αγγελικό πρόσωπο της διαστροφής : Ίρμα Γκρέζε (1923 – 1945)
Το
«όμορφο τέρας», όπως χαρακτήρισε την Grece ο Τύπος της εποχής, καταδικάστηκε σε
εκτέλεση δι' απαγχονισμού και στις 13 Δεκεμβρίου του 1945 οδηγήθηκε στην
κρεμάλα.
Υπάρχουν
φορές που ακόμα και ένα αγγελικό πρόσωπο μπορεί να κρύβει την πιο διεστραμμένη
και μοχθηρή ψυχή.
Η
Irma Ida Ilse Grese γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1923 και υπηρέτησε ως
φρουρός των SS στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και αργότερα ως
δεσμοφύλακας στη γυναικεία πτέρυγα του στρατοπέδου Μπέργκεν-Μπέλσεν.
Κόρη
εργάτη σε γαλακτοβιομηχανία, η Irma πέρασε σχετικά φτωχικά παιδικά χρόνια, με
τους γονείς της να δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα με τα πέντε παιδιά τους. Το
1936, η μητέρα της Irma αυτοκτόνησε πίνοντας υδροχλωρικό οξύ, όταν έμαθε ότι ο
σύζυγός της είχε παράνομο δεσμό με την κόρη ενός ντόπιου εστιάτορα. Ο πατέρας
της Irma μπήκε στο κόμμα των Ναζί το 1937 και παντρεύτηκε ξανά το 1939.
Στα
παιδικά της χρόνια ήταν ένα ντροπαλό και δειλό κορίτσι. «Όταν στην αυλή του
σχολείου έμπλεκε σε καυγάδες δεν έμενε ποτέ να υπερασπιστεί την άποψή της αλλά
το έβαζε στα πόδια».
Η
Irma εγκατέλειψε το σχολείο στα 14 λόγω των χαμηλών της επιδόσεων, του bullying
που δεχόταν από συμμαθητές της και της εμμονής που είχε αναπτύξει με την
κομματική εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση
κορασίδων Bund Deutscher Mädel. Στη συνέχεια εργάστηκε ως βοηθός νοσοκόμα σε
σανατόριο των SS ωστόσο δεν είχε τα προσόντα να εργαστεί ως κανονική
νοσηλεύτρια και έτσι αναζήτησε διαφορετική καριέρα, πάντα εντός του κομματικού
μηχανισμού.
Ως
έφηβη, η Irma είχε αφοσιωθεί με ζήλο στα κομματικά της καθήκοντα και είχε
αναπτύξει εμμονή με τον Αδόλφο Χίτλερ, τον οποίο έβλεπε ως θεό της. Στα 18 της
άρχισε να εκπαιδεύεται για να εργαστεί ως φρουρός των SS. Μετά την ολοκλήρωση
της εκπαίδευσής της διορίστηκε αρχικά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρικ,
όπου υπερέβη τις προσδοκίες των προϊσταμένων της.
Παρά
τη μικρή της ηλικία εφάρμοζε με εξαιρετική αποτελεσματικότητα σωματικές και
ψυχολογικές τιμωρίες στους αιχμαλώτους, ενώ είχε αποκτήσει και τη φήμη της
νυμφομανούς, που όχι μόνο πλάγιαζε με αναρίθμητους στρατιώτες των SS αλλά
κακοποιούσε συστηματικά και εκατοντάδες κρατούμενες στο Άουσβιτς τις οποίες
ανάγκαζε να υποκύψουν στις ορέξεις της είτε με βία είτε με απειλές. Κατά τη
διάρκεια αυτών των βασανιστηρίων ερεθιζόταν σεξουαλικά, με αποτέλεσμα να ζητά
από όποιον φρουρό ή κρατούμενο ήταν διαθέσιμος να την ικανοποιήσει.
Στην
ομώνυμη δίκη, που διήρκεσε 53 μέρες, αποδείχθηκε πέραν κάθε αμφιβολίας ότι οι
πράξεις βίας που είχε διαπράξει ήταν προϊόν της δικής της διαστροφής και δεν
οφείλονταν σε εντολές των ανωτέρων της.
Το
οικογενειακό πρόσωπο της διαστροφής: Ίλζε Κοχ (1906 – 1967)
Η
Μάργκαρετ Ίλσε Κόλερ, σύζυγος του διοικητή του κολαστηρίου Μπούχενλβαντ, Καρλ
Ότο Κοχ, γεννιέται στις 22 Σεπτεμβρίου 1906 στη Δρέσδη της Γερμανίας ως κόρη
ενός αρχιεργάτη φάμπρικας. Για τα παιδικά της χρόνια δεν είναι τίποτα γνωστό
και την ξαναβρίσκουμε στα 15 της, όταν φοιτά σε λογιστική σχολή και λίγο
αργότερα πιάνει δουλειά σε λογιστικό γραφείο.
Από
τα μητρώα του ανερχόμενου ναζιστικού κόμματος μαθαίνουμε ότι η Ίλσα έσπευσε να
ενταχθεί στις τάξεις του το 1932. Σε εκδήλωση της παράταξης θα γνωρίσει μέσω
κοινών γνωστών το 1934 τον Καρλ Ότο Κοχ, ακολουθώντας τον στη γρήγορη
αναρρίχησή του στην ιεραρχία του κόμματος. Όταν παντρεύτηκαν στις 29 Μαΐου
1937, ο Κοχ ήταν πια συνταγματάρχης των SS και διοικητής σε ένα από τα πρώτα
στρατόπεδα συγκέντρωσης πολιτικών αντιφρονούντων και εχθρών του καθεστώτος έξω
από το Βερολίνο.
Η
Ίλσε θα αφήσει αμέσως τη δουλειά της για να βοηθήσει τον σύζυγό της στη
διοίκηση του στρατοπέδου ως προσωπική του γραμματέας. Το καλοκαίρι της ίδιας
χρονιάς, ο Κοχ αναλαμβάνει τη διοίκηση του νεοϊδρυθέντος Μπούχενβαλντ κοντά στη
Βαϊμάρη.
Σύντομα
η σύζυγος του διοικητή θα αποκτούσε τη ζοφερή της φήμη ως σαδίστρια και
νυμφομανής, επιδεικνύοντας μια λυσσαλέα δίψα για αίμα και θάνατο. Τα πρώτα της
καμώματα ήταν να υποχρεώνει τους ηλικιωμένους τροφίμους να επιδίδονται σε
σωματικά εξαντλητικές και μάταιες εργασίες προς τέρψη των οφθαλμών της. Όταν το
θύμα δεν πέθαινε από την κακουχία, τη χαριστική βολή την έδινε το πιστόλι
κάποιου πρόθυμου πρωτοπαλίκαρού της.
Κατόπιν
άρχισε να περιφέρεται στο στρατόπεδο γυμνή πάνω στο άλογό της μαστιγώνοντας
αλύπητα όποιον είχε την αναίδεια να κοιτάξει το σώμα της. Οι εκτελέσεις ήταν
τώρα σε ημερήσια διάταξη, καθώς ο διοικητής Κοχ δεν χαλούσε χατίρι στην όμορφη
σύζυγό του και μητέρα των παιδιών του. Και βέβαια υπήρχαν και τα μακάβρια και
απάνθρωπα πειράματα του γιατρού του στρατοπέδου Έριχ Βάγκνερ για τη συσχέτιση δερματοστιξίας
και εγκληματικότητας(!), στα οποία έσπευσε να βοηθήσει η Ίλσε.
Εκείνη
παρατηρούσε τα τατουάζ των νεοφερμένων και όταν κάποιο της γυάλιζε, διέταζε τον
φόνο του κρατουμένου και την αφαίρεση του δέρματός του με το τατουάζ. Αν και
δεν γίνονταν όλα για χάρη της αντιδεοντολογικής επιστήμης, καθώς στην προσωπική
της συλλογή βρέθηκαν αμπαζούρ, γάντια και εξώφυλλα βιβλίων από ανθρώπινο δέρμα,
ακόμα και ανθρώπινα κρανία.
Τα
ανατριχιαστικά εγκλήματα της αρρωστημένης ναζίστριας θα χρειάζονταν τόνους και
τόνους μελανιού για να περιγραφούν, καθώς ο χαρακτηρισμός «Σκύλα του Μπούχενβαλντ»
μόνο άδικος δεν ήταν. Το εγκληματικό ζευγάρι διοικούσε το στρατόπεδο
συγκέντρωσης και εξόντωσης (μετά το 1943) όπως ήθελε.
Το
πράγμα ξέφυγε από κάθε έννοια ελέγχου όταν η Ίλσε έμεινε μόνη στο Μπούχενβαλντ,
καθώς το 1941 ο Καρλ στάλθηκε επικεφαλής του κολαστηρίου Μαϊντάνεκ στο Λούμπλιν
της Πολωνίας. Τώρα τα φονικά καμώματά της έγιναν αλόγιστα, μετατρέποντας το
κολαστήριο σε προσωπικό παιχνιδότοπό της. Η Ίλσε θα δικαιώσει πλήρως τον
χαρακτηρισμό της «σκύλας» στα επόμενα δύο χρόνια, μέχρι τις 24 Αυγούστου 1943
δηλαδή, όταν τόσο ο σύζυγός της όσο και η ίδια συνελήφθησαν από τους ίδιους του
ναζί για κατάχρηση εξουσίας και υπεξαίρεση.
Ο
επικεφαλής των SS στη Βαϊμάρη κατηγόρησε το εγκληματικό δίδυμο για παράνομο
πλουτισμό, υπεξαίρεση κεφαλαίων, ακόμα και για προμελετημένους φόνους όσων
γνώριζαν και ήταν έτοιμοι να καταθέσουν εναντίον τους. Το ζευγάρι και τα δύο
τους παιδιά (το τρίτο πέθανε σε τρυφερή ηλικία) έχτισαν μια πολυτελέστατη
έπαυλη μέσα στο Μπούχενβαλντ, αγόρασαν ένα πανάκριβο αυτοκίνητο και άνοιξαν τραπεζικούς
λογαριασμούς στην Ελβετία με τα χρήματα που απομυζούσαν από τους φυλακισμένους
και αντί να τα δίνουν στα SS, τα κρατούσαν για πάρτη τους.
Καταμεσής
των κρατουμένων που πέθαιναν από την ασιτία και τα βασανιστήρια, οι Κοχ ζούσαν
μέσα στη χλιδή, με το φαγητό και το αλκοόλ να ρέουν άφθονα. Ταυτοχρόνως υπήρχαν
φήμες για όργια που διοργανώνονταν στην οικία τους αποκλειστικά για τους
αξιωματούχους των SS.
Κατηγορούμενοι
τώρα για διαφθορά και αρπαγή κρατικών κονδυλίων, οι Κοχ πέρασαν από δίκη στο
στρατοδικείο των SS στο Μόναχο. Εκείνος κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε τον
Απρίλιο του 1945 στο στρατόπεδο που ήταν άλλοτε επικεφαλής, το Μπούχενβαλντ,
ενώ η Ίλσε αθωώθηκε τελικά λόγω έλλειψης στοιχείων…
Αμέσως
μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, η Κοχ πήρε τα δυο της παιδιά και πήγε να ζήσει
με συγγενείς σε προάστιο της Στουτγκάρδης, πιστεύοντας πως εκεί θα ήταν ασφαλής
από τις διώξεις των Συμμάχων. Με τη φήμη της να προηγείται βέβαια, δεν θα
περνούσε καιρός μέχρι να πέσει στα χέρια των Αμερικανών, οι οποίοι τη συνέλαβαν
στις 30 Ιουνίου 1945.
Τα
πρακτικά της δίκης σόκαραν τη γερμανική κοινή γνώμη και σύντομα ο παγκόσμιος
Τύπος έβαλε να κάνει στα πέρατα του κόσμου γνωστή την αρρωστημένη φύση της
«Σκύλας του Μπούχενβαλτ».
Παρά
τα μακάβρια σουβενίρ της που ανασύρθηκαν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και τις
τόσες μαρτυρίες των τροφίμων, το δικαστήριο δεν μπορούσε να αποδείξει την
αναμφίβολη εμπλοκή της στο κατηγορητήριο, κι έτσι καταδικάστηκε απλώς ως
συνεργάτης των ναζί στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Κατά
τη διάρκεια της δίκης μάλιστα η έγκλειστη Ίλσε γέννησε άλλο ένα παιδί
(Οκτώβριος του 1947), πιθανότατα καρπός ναζί συγκρατούμενού της, το οποίο
δόθηκε αμέσως για υιοθεσία. Παρά το γεγονός ότι είχε καταδικαστεί σε ισόβια
κάθειρξη, η ποινή της μειώθηκε από επόμενο στρατοδικείο των ΗΠΑ και έχοντας ήδη
εκτίσει την ποινή της μέχρι τον Οκτώβριο του 1949, έφυγε από τη φυλακή ως
ελεύθερη και ωραία! Αυτό είχε να κάνει φυσικά με την έκρυθμη κατάσταση που
δημιούργησε ο Ψυχρός Πόλεμος αλλά και τον κατευνασμό των υποψιών των
Δυτικογερμανών για τις εξαντλητικές ποινές σε φερόμενους ναζί εγκληματίες.
Η
αποφυλάκισή της σήκωσε θύελλα αντιδράσεων στη Δύση, αν και δεν θα έμενε πολύ
έξω από τα κάγκελα να το χαρεί, καθώς την ίδια μέρα που απελευθερώθηκε (1η
Οκτωβρίου) συνελήφθη από την κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας για τα εγκλήματά
της κατά γερμανών πολιτών στην περίοδο του Μπούχενβαλντ. Στη δίκη που ξεκίνησε τον
Νοέμβριο του 1950 και κράτησε περισσότερο από εφτά εβδομάδες κατέθεσαν 250
κρατούμενοι, με την πλειονότητά τους να επιβεβαιώνουν το κατηγορητήριο.
Η
Ίλσε καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη τον Ιανουάριο του 1951, αν και δεν
σταμάτησε ποτέ να κάνει εφέσεις και εκκλήσεις σε διεθνή δικαστήρια. Η Ίλσε Κοχ
απαγχονίστηκε στο κελί της με τα σεντόνια του κρεβατιού της την 1η Σεπτεμβρίου
1967, όντας πια 60 ετών.
Το
μητρικό πρόσωπο της διαστροφής: Έρνα Πέτρι
(1920
– 2000)

Γεννημένη
στο Χέρεσεν, ένα απομονωμένο, οπισθοδρομικό χωριό της Θουριγγίας, η Έρνα Κερμπς
έβγαλε μόνο το δημοτικό και θα παρέμενε για πάντα στο πληκτικό χωριό της, αν το
1936, σε κάποια τοπική χοροεσπερίδα, δεν γνώριζε τον Χορστ Πέτρι, έναν
αθυρόστομο νταή, στέλεχος των Ες Ες και του ναζιστικού κόμματος. Ο Πέτρι ήταν
προστατευόμενος του δρα Βάλτερ Νταρέ, διευθυντή του Γραφείου Φυλής και
Επανεγκατάστασης του Γ’ Ράιχ, που οραματιζόταν τον εποικισμό των σλαβικών
εδαφών της Ανατολής από στρατιώτες-αγρότες τύπου Χορστ Πέτρι, με τη συνοδεία
των γόνιμων, φυλετικά καθαρών, φαρδυκάπουλων συζύγων τους. Το 1938, το ζεύγος
Πέτρι, έλαβε την πολυπόθητη άδεια γάμου από το γραφείο του Χάινριχ Χίμλερ με
δώρο, για τη δεκαοκτάχρονη Έρνα, μια γυναικεία ποδιά κουζίνας στολισμένη με
πολύχρωμες σβάστικες. Το δωράκι του Χίμλερ, αν και φαινομενικά κιτς, δεν ήταν
σύμβολο οικιακής γαλήνης, αλλά συμβόλιζε τη θηλυκή έκφραση της γερμανικής
υπεροχής υπό τη μορφή της τάξης και της καθαριότητας. Ο ρόλος των Γερμανίδων,
κατά τα Ες Ες, ήταν να εκτελέσουν μια εκπολιτιστική αποστολή που εμπεριείχε την
επιβολή «ανωτέρων» μεθόδων οικοκυρικής και οικιακής τάξης στα πρωτόγονα εδάφη
της Ανατολής. Το καλοκαίρι του 1942, ο Χορστ και η Έρνα Πέτρι, μαζί με τα δυο
τους παιδιά, αναχώρησαν για την Γκρζέντα της Πολωνίας, όπου τους δόθηκε προς
εκμετάλλευση η κατασχεμένη φυτεία και το υποστατικό κάποιου Πολωνού
γαιοκτήμονα. Η περιπέτεια στην «Άγρια Ανατολή» άρχιζε!
Η
πολυτελής έπαυλη που θα στεγάζονταν οι Πέτρι δεν είχε καμία σχέση με την
καταπιεστική οικογενειακή φάρμα στην Θουριγγία και το έδαφος ήταν πλούσιο και
γόνιμο. Παρά τη χαρά της έναρξης της νέας τους ζωής, δύο μόλις μέρες από την
άφιξή τους η Έρνα είδε τον σύζυγό της να δέρνει ανηλεώς δύο από τους εργάτες.
Φαίνεται πως η βία ήταν καθημερινό στοιχείο της βουκολικής ζωής στο αγρόκτημα
και εντεινόταν, καθώς η νίκη κατά της ΕΣΣΔ άρχισε να φαντάζει απίθανη. Από το
1943 και μετά ο Χορστ Πέτρι άρχισε να κάνει αυθαίρετες επιδρομές στα γειτονικά
χωριά και να κυνηγά Εβραίους που κατάφερναν να το σκάσουν από τα τρένα που
κατευθύνονταν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Τα πτώματα μεταφέρονταν σε ένα αλσύλιο
κοντά στο αγρόκτημα όπου θάβονταν σε χαντάκια που είχαν ανοίξει οι εργάτες. Η
Έρνα Πέτρι, ακολουθώντας το παράδειγμα του συζύγου της, άρχισε να κακοποιεί κι
αυτή τους εργάτες του υποστατικού και να χαστουκίζει τις υπηρέτριες για
ασήμαντη αφορμή.
Κάποια
μέρα, το καλοκαίρι του ’43, η Έρνα Πέτρι επέστρεφε με την άμαξα από την κοντινή
πόλη όπου είχε πάει να αγοράσει προμήθειες. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και κάποια
στιγμή ο αμαξάς πρόσεξε κάτι στην άκρη του δρόμου. Ήταν έξι μικρά παιδιά
ντυμένα με κουρέλια. Κατά την Πέτρι, «ήταν παιδιά που είχαν ξεφύγει από τον
σταθμό του Σάσκοου»… «ήταν σίγουρα Εβραιόπουλα, γιατί ήταν γυμνά»… «τους
Εβραίους τους ξεγύμνωναν για να ξεχωρίζουν από τους Πολωνούς και τους
Ουκρανούς». Τα παιδιά ήταν φοβισμένα και πεινούσαν. Η Πέτρι τους έγνεψε να
πλησιάσουν και τα πήγε στο αγρόκτημα όπου κέρδισε την εμπιστοσύνη τους δίνοντάς
τους φαγητό. Αφού τα τάισε και ο σύζυγός της δεν φαινόταν, αποφάσισε να τα
εκτελέσει η ίδια. Έτσι τα οδήγησε στο αλσύλιο με τα ανοιγμένα χαντάκια, τα
παρέταξε με την πλάτη γυρισμένη και «τα πυροβόλησα ένα ένα στο πίσω μέρος του
κεφαλιού, όπως έκαναν τα Ες Ες. Κανένα δεν προσπάθησε να ξεφύγει, γιατί ήταν
εξουθενωμένα… αφού σκότωσα τα πρώτα δύο, τα υπόλοιπα άρχισαν να κλαίνε, αλλά
δεν σταμάτησα να πυροβολώ». Μέχρι να εγκαταλείψουν οι Πέτρι την Γκρζέντα, τον
Μάρτιο του 1944, λόγω της προέλασης του Κόκκινου Στρατού, η Έρνα θα σκότωνε
άλλους τέσσερις ανθρώπους, ανάμεσά τους και δύο νεαρές γυναίκες.
Αν
με το τέλος του πολέμου, το 1945, οι Πέτρι βρίσκονταν στη Δυτική Γερμανία, η
ιστορία τους στην Γκρζέντα θα είχε ξεχαστεί, στα πλαίσια της μαζικής αμνηστίας
που δόθηκε στα πρώην χαμηλόβαθμα μέλη των Ες Ες. Είχαν όμως την ατυχία να
εγκλωβιστούν στην Ανατολική Γερμανία και εκεί οι αρχές ήταν αμείλικτες απέναντι
στους πρώην ναζί με εγκληματικό παρελθόν. Έτσι, με βάση τις μαρτυρίες δεκαεπτά
μαρτύρων κατηγορίας από την Πολωνία και την Ουκρανία, το ζεύγος Πέτρι κρίθηκε
ένοχο για πολλαπλές ανθρωποκτονίες και ο μεν Χορστ καταδικάστηκε σε θάνατο διά
απαγχονισμού, η δε Έρνα σε ισόβια κάθειρξη.
Το
1989, χρονιά της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, η Έρνα Πέτρι, που βρισκόταν
ακόμη στη φυλακή, άδραξε την ευκαιρία της αλλαγής καθεστώτος για να πετύχει την
αποφυλάκισή της, η οποία έγινε το 1992 για λόγους υγείας. Δημοσιεύματα της
εποχής κάνουν λόγο για παρέμβαση υπέρ της Πέτρι της Stille Hilfe (Σιωπηρής
Βοήθειας), της μυστικής οργάνωσης αλληλοβοήθειας των Ες Ες. Η ίδια οργάνωση
πλήρωνε και το ενοίκιο του σπιτιού που παραχωρήθηκε στην Πέτρι μέχρι τον θάνατό
της, αλλά και για τις διακοπές της στις Άλπεις, όπου παραθέριζε φιλοξενούμενη
της Γκούντρουν Μπούρβιτς, κόρης του Χάινριχ Χίμλερ. Η Έρνα Πέτρι πέθανε τον
Ιούλιο του 2000 σε ηλικία ογδόντα ετών. Στην κηδεία της παρέστησαν πάνω από
διακόσια άτομα, όλοι οι κάτοικοι του χωριού και κάποιες δεκάδες τελείως
άγνωστοι στην οικογένειά της. Ήταν η μία και μόνη Γερμανίδα που καταδικάστηκε
για φόνο κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π