«Δεν είναι οι σκηνές που κάνουν μια ταινία,
αλλά η ψυχή των εικόνων.» Αμπέλ Γκανζ (1889-1981)
«Καθώς η ταινία επιλέγει ένα μη γραμμικό αλλά
μπερδεμένο τρόπο αφήγησης μπας και νοστιμίσει ένα φτηνά μελοδραματικό σενάριο συναισθηματικά
εκβιαστική ιστορία επιβίωσης δύο μικρών παιδιών (ο Ζαΐν «υιοθετεί» στην πορεία
και τον μικρότερό του Γιόνας, η μητέρα του οποίου συλλαμβάνεται από τις αρχές
ως παράνομη μετανάστρια) κι ένα νατουραλιστικό δράμα-αποθέωση του
κινηματογραφικού λαϊκισμού[1]».
«Η Λαμπακί ντύνει την αφήγησή της με έναν
παντελώς αχρείαστο μελοδραματισμό, προδίδοντας έτσι μια ακατανόητη έλλειψη
εμπιστοσύνης από μεριάς της απέναντι στην αναντίρρητη δύναμη της ιστορίας της[2]».
«Η χειριστική, στα όρια του exploitation, ματιά
της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπακι για τα παιδιά και τις γυναίκες που ξέχασε ο Θεός.
To
γεγονός πως η Ναντίν Λαμπακί αποδεικνύει στην τρίτη της ταινία (θυμηθείτε το
«Caramel» και το «Οταν Θέλουν οι Γυναίκες») πως μπορεί ως σκηνοθέτης να
χειριστεί ικανά μια δύσκολη παραγωγή τόσο σε μέγεθος όσο και απαιτήσεις
εξαιτίας των ερασιτεχνών ηθοποιών της, δεν κάνει απαραίτητα την ταινία της κάτι
περισσότερο από μια «εύκολη» ματιά πάνω στην ανθρώπινη δυστυχία όπως αυτή
απλώνεται πάνω από τη σύγχρονη Βηρυτό, εκεί όπου θα συναντηθούν οι ιστορίες του
Ζεν και της Ραχήλ[3]».
«Συναισθηματικά
εκβιαστική ιστορία» ή «ένας παντελώς αχρείαστος μελοδραματισμός» ή «χειριστική
στα όρια του exploitation, ματιά της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπακι» είναι ορισμένες
από τις διαπιστώσεις των κριτικών που είδαν την ταινία της Λιβανέζας
σκηνοθέτριας.
Προφανώς
ο ρατσισμός που ασκείται πάνω στο μαύρο δέρμα της «παράνομης μετανάστριας» και
του μικρού αγοριού της αποτελεί ύβρη. Επίσης η απώλεια οποιασδήποτε ταυτότητας
του δωδεκάχρονου Ζεν - αφού ούτε καν το όνομα του δεν αναγνωρίζεται από τον κοινωνικό
Άλλο – αποτελεί μια ακόμα ύβρη του σεναριογράφου. Επίσης η ακραία φτώχεια η
οποία οδηγεί τους γονείς του μικρού Ζεν στο να δώσουν ως νύφη την εντεκάχρονη
αδελφή του μόλις η τελευταία βίωσε την πρώτη περίοδο της, με αποτέλεσμα τον
πρόωρο θάνατο της κατά την διάρκεια της κύησης της είναι μια ακόμα ύβρις του
σεναρίου.
Όταν
ο δικαστής ρωτά τον Ζεν «για ποιο λόγο
καταθέτεις μήνυση κατά των γονιών σου;» ο μικρός του απαντά «επειδή με έφεραν στον κόσμο». Προφανώς
εδώ έχουμε μια ακόμα ύβρη της σκηνοθέτριας.
Μελόδραμα,
χειρισμός, συναισθηματικός εκβιασμός γιατί όλα αυτά από μέρους της Λαμπακί; Μα
προφανώς διότι όλα όσα αφηγείται μέσω της ταινίας είναι υπερβολές της φαντασίας
της καλλιτέχνιδας. Δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για εμμονές της φαντασίας
της. Ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα του πολιτισμού μας. Τι κι αν ο αφελής
Φρόυντ διαβεβαιώνει με μια από τις πιο θαυμαστές εργασίες του «ο πολιτισμός είναι
πηγή δυστυχίας». Τι κι αν ο ζευζέκης Λακάν δηλώνει ότι ο καλλιτέχνης προηγείται
κατά πολύ του ψυχαναλυτή. Τι γνωρίζουν τούτοι εδώ οι σοφοί; Προφανώς την τύφλα τους!
Μια είναι η αλήθεια: Όλα αυτά που αφηγείται ο φακός της κάμερας της Λαμπακί
είναι απλώς ύβρεις!
Τι
παραβλέπουν όμως, όλοι αυτοί οι «κριτικοί»; Μα ότι πρόκειται για την τέχνη του
κινηματογράφου. Πρόκειται, δηλαδή, για την ματιά της κάμερας. Δεν πρόκειται για
ζωγραφική ή για κάποια άλλη εικαστική τέχνη. Για να εξηγηθώ καλύτερα: Σε
αντίθεση με την ζωγραφική ή την γλώσσα, η φωτογραφία δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί
το παρελθόν της, ότι το πράγμα υπήρξε και βρισκόταν μπροστά από την κάμερα,
αλλά αυτό το πραγματικό χάνεται την στιγμή που γεννιέται η φωτογραφία. Με άλλα
λόγια, δεν πρόκειται για την φαντασία της Λαμπακί. Αυτό που στήθηκε μπροστά από
την κάμερα της ήταν το Πραγματικό. Μπορεί να πέθανε την στιγμή που η κάμερα
άρχισε την καταγραφή της όμως το βλέμμα της κάμερας ήλθε σε επαφή με αυτό το
Πραγματικό. Αυτή η επαφή του Πραγματικού με την φαντασίωση αποτελεί το τραύμα της
ψυχής. Αυτό το τραύμα προσπαθεί να αφηγηθεί η κάμερα της σκηνοθέτριας. Αυτό,
αγαπητοί κριτικοί, δεν συμβαίνει απαραίτητα με τις άλλες μορφές τέχνης όπως είναι
η ζωγραφική ή η μουσική. Αυτό είναι που παραβλέπετε αγαπητοί. Αυτό που κρίνετε εσείς
είναι το studium:
Δηλαδή το γενικό πεδίο πολιτισμικού ενδιαφέροντος που εγείρει η φωτογραφία. Το
κοινό έδαφος του πολιτισμικού νοήματος – η «μέση» επίδραση που ασκεί η
φωτογραφία στους θεατές. Παραβλέπετε όμως το punctum: Δηλαδή εκείνο το
τυχαίο, το ενδεχομενικό στοιχείο στην φωτογραφία που τραβάει την προσοχή του
φωτογράφου, του καλλιτέχνη γενικά. Πρόκειται για αυτό που τον κεντρίζει, που τον
πονά. Πρόκειται για το πραγματικό. Αυτό επιδιώκει να αποδώσει ο σκηνοθέτης –
καλλιτέχνης.
Για
αυτό ας μην ξεχάσουμε ποτέ ότι: Τα
έργα τέχνης ζουν μέσα σε απέραντη μοναξιά και η κριτική είναι το χειρότερο για
να τα ζυγώσεις. Μονάχα η αγάπη μπορεί να τα συλλάβει, να τ' αγκαλιάσει, να σταθεί
δίκαιη απέναντί τους.
Και
κάτι ακόμα: η Καπερναούμ, σας αρέσει δεν σας αρέσει ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΕΦΑΜΙΛΟ,
ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ, ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου