ΑΓΧΟΣ.
Κάτω από την άλφα ή βήτα συγκυρία, το υποκείμενο νιώθει να παρασύρεται από τον
φόβο ενός κινδύνου, μιας πληγής, μιας εγκατάλειψης, μιας μεταστροφής – κι αυτό
το αίσθημα το εκφράζει με την λέξη «άγχος».
Έρχεται
και φεύγει. Και εγώ τι; Εγώ μένω μόνη πίσω στο άδειο σπίτι. Στην ησυχία αυτού
του σπιτιού που είναι τώρα ηχηρή, αδιάφορη, ηλίθια. Ηλίθια τα έπιπλα, οι
λάμπες, η ροή του νερού στον νεροχύτη, ακόμη και αυτό το μικρό φωτιστικό δίπλα στο
κρεβάτι που με τόση επιμέλεια εγώ η ίδια το διάλεξα κάποτε. Τώρα είναι το ίδιο
ηλίθιο με όλα τα άλλα. Τίποτε φιλικό, να σε ζεστάνει. Το άγχος περισσεύει. Το
ακούω να αποκτά όνομα. Το άγχος βρίσκεται κιόλας εκεί, σαν έτοιμο φαρμάκι (η
ζήλια, η εγκατάλειψη, η ανησυχία)* απλώς περιμένει να περάσει λίγη ώρα για να
μπορέσει να εκδηλωθεί κόσμια. Το βλέπω να υψώνεται σαν μορφή αδυσώπητη πάνω στο
φόντο των πραγμάτων που βρίσκονται εδώ.
(Κι
αν, για να γίνει κάτι, έκανα μια ευχή;)
Ό
ψυχωτικός ζει με τον φόβο τής κατάρρευσης (και εναντίον αυτού του φόβου οι
διάφορες ψυχώσεις λειτουργούν απλώς ως άμυνες). Αλλά ο κλινικός φόβος της
κατάρρευσης είναι φόβος για μια κατάρρευση πού έχουμε ήδη δοκιμάσει (primitive agony) – όταν ήμασταν παιδιά, εκεί γύρω
στον τεσσαρακοστό μήνα της ζωής μας, μια κατάρρευση που συντελέστηκε όταν
απωλέσθη η Μητέρα και μας οδήγησε στην ασφάλεια της γλώσσας (στον Πατέρα, πάει
να πει) - και υπάρχουν στιγμές πού ένας ασθενής έχει την ανάγκη να ακούσει ότι
ή κατάρρευση, ο φόβος της οποίας υπονομεύει την ζωή του, έχει ήδη συντελεστεί.
Το
ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το ερωτικό άγχος: είναι ο φόβος ενός πένθους
πού έχει ήδη συντελεστεί από την στιγμή που άρχισε ο έρωτας, από την στιγμή πού
ένιωσα την σαγήνη.
Θα
’πρεπε κάποιος να μπορούσε να μου πει «Μην έχεις πιά άγχος. Τον έχεις ήδη
χάσει».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου