Οι άνθρωποι γεννιούνται πρόωρα.
Αν αφεθούν μόνοι τους το πιθανότερο είναι ότι θα πεθάνουν. Γεννιούνται πάντοτε
πολύ νωρίς. Δεν είναι σε θέση να περπατήσουν ή να μιλήσουν αμέσως μετά την γέννηση
τους: διαθέτουν μόνο μερικό έλεγχο των κινητικών τους λειτουργιών και δεν είναι,
σε καμιά περίπτωση, πλήρεις από βιολογική άποψη.
Πως, λοιπόν, κατορθώνει ένα παιδί
να ελέγξει την σχέση του με το σώμα του?
Πως απαντά στην πρωιμότητα του?
Η απάντηση της ψυχανάλυσης πρέπει
να αναζητηθεί στην Θεωρία της Φάσης του Καθρέφτη. Σε μεταγενέστερα κείμενα της στρέφει
την προσοχή μας σε ένα ηθολογικό παράδοξο γνωστό με το όνομα μιμητισμός: Ορισμένα ζώα συνηθίζουν να
υιοθετούν τα διακριτικά γνωρίσματα και το χρώμα του περιβάλλοντος τους προκειμένου
να προστατευθούν από άλλα σαρκοβόρα ζώα. Η ψυχανάλυση ανέπτυξε την θέση αυτή
στην θεωρία της για το στάδιο του Καθρέφτη, την συνδύασε δε με παρατηρήσεις από
την παιδοψυχολογία και την κοινωνική θεωρία. Υποστήριξε, δηλαδή, ότι ο οργανισμός
υφίσταται μια μορφή φαντασιακής αιχμαλωσίας του σε μια εξωτερική εικόνα. Το
παιδί ταυτίζεται με μια εικόνα που βρίσκεται έξω από αυτό, είτε εικόνα
πραγματική είτε εικόνα ενός άλλου παιδιού. Η φαινομενική πληρότητα αυτής της εικόνας
του προσφέρει έναν νέο έλεγχο πάνω στο σώμα.
Ας ρίξουμε όμως, σε αυτό το σημείο,
μια πιο αναλυτική ματιά στην δόμηση του σταδίου του καθρέφτη. Αυτό τελείται σε
τρεις θεμελιακούς χρόνους:
Χρόνος 1ος
α) Κατ’ αρχήν το παιδί, δεν
διαφοροποιεί τον εαυτό του από τους άλλους όντας μέσα σε μια σύγχυση.
Το παιδί μέχρι την ηλικία που
λαμβάνει χώρα το στάδιο του καθρέφτη, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τον εαυτό του από
τους άλλους. Μπορούμε να δούμε ένα παιδί να πέφτει να κτυπάει και ένα άλλο
παιδί εκεί κοντά να βάζει τα κλάματα.
Επίσης, δεν έχει αίσθηση ότι το
σώμα του, αποτελεί μια ενότητα. Παραδείγματος χάριν, μπορεί να τραβάει τα
μαλλιά του με το χέρι του και ενώ κλαίει γιατί πονάει, δεν αφήνει το χέρι του
διότι δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι το ίδιο που προκαλεί τον πόνο. Όταν η μητέρα
ελευθερώσει το χέρι του, αυτό ησυχάζει.
Αυτή την εμπειρία της μη
επίγνωσης της συνοχής του σώματος, η ψυχανάλυση θα την ονομάσει φαντασίωση του τεμαχισμένου σώματος.
Κατάλοιπα αυτής της αναπτυξιακής
φάσεις μπορούμε να δούμε στην ενήλικη ζωή στα όνειρα, ή μέσα στο λόγο. Όταν
θέλουμε να πούμε ότι δεν είμαστε καλά μπορούμε να πούμε φράσεις όπως «έχω γίνει
κομμάτια», «έχω διαλυθεί». Μπορούμε επίσης να βρούμε μέσα σε ταινίες τρόμου,
π.χ. ένα χέρι, χωρίς σώμα και κεφάλι, αποκομμένο, να πράττει κάτι. Αυτό
δημιουργεί φόβο γιατί απευθύνεται σε εκείνο τον αρχέγονο απωθημένο κομμάτι του
είναι μας όπου το κάθε μέλος του σώματος μας μπορούσε να έχει μια ανεξάρτητη
ζωή. Μπορούμε ακόμα, να βρούμε μέσα σε έργα ζωγραφικής όπως αυτά του Picasso.
Στην παθολογία, την φαντασίωση
του τεμαχισμένου σώματος, την συναντάμε στην σχιζοφρένια και στην παράνοια. Το
τεράστιο άγχος του ψυχωσικού είναι το άγχος του κατακερματισμού, και έχει τις
καταβολές του σε αυτή ακριβώς την αναπτυξιακή φάση. Ένας ψυχωσικός ασθενής μου,
μου έλεγε, «Δεν με βλέπεις; δεν έχω κεφάλι, μου έχουν κόψει τα χέρια» ή «δεν το
έκανα εγώ αυτό, αυτά το έκαναν» και έδειχνε τα χέρια του. Αυτά τα άτομα δεν
έχουν την συνοχή του σώματος τους. Αυτή η συνοχή θα είχε πραγματωθεί σταδιακά
αν οι ψυχωσικοί είχαν την δυνατότητα του περάσματος από το στάδιο του καθρέφτη.
Χρόνος 2ος
β) Σε αυτό το δεύτερο χρόνο, το
παιδί σιγά - σιγά θα αρχίσει να ξεχωρίζει την εικόνα του και να ταυτίζεται με
αυτήν. Αυτή είναι η πρωταρχική ταύτιση η οποία γίνεται. Το παιδί αντιλαμβάνεται
ότι αυτό που βλέπει δεν είναι ένα πραγματικό ον αλλά μια εικόνα και διακρίνει
την δική του εικόνα από την εικόνα των άλλων.
Η πρώτη αυτή ταύτιση γίνεται με μια εικόνα σώματος. Με την δική του εικόνα που βλέπει μέσα στον καθρέφτη και θα οδηγήσει σε ένα «ενδοργανικό καθρέφτη». Θα ενδοβάλει δηλαδή αυτή την εικόνα του, θα την φέρει μέσα του.
Η πρωταρχική ταύτιση έχει μεγάλη σημασία για την διαμόρφωση του Ιδεώδες Εγώ (Je-Idéal).
Ο Freud, χρησιμοποίησε το μύθο του Νάρκισσου που καθρεφτιζόταν στο νερό της λίμνης για να αναπτύξει την θεωρία του περί του πρωτογενούς ναρκισσισμού και έλεγε ότι «το εγώ, είναι πρώτα απ’ όλα ένα σωματικό εγώ». Αυτό το εγώ, που είναι ακόμα αδιαμόρφωτο και που για πρώτη φορά συντίθεται μέσα από την ταύτιση με την εικόνα του σώματος, ο Lacan το αποκάλεσε εγώ (Je), διαφοροποιώντας το από το Εγώ (Μοi).
Όταν το παιδί βλέπει την εικόνα του μέσα στον καθρέφτη, συνήθως αυτός ο αντικατοπτρισμός, συνοδεύεται από τα λόγια και από το βλέμμα της μητέρας του.
Οι μητέρες, ενστικτωδώς πηγαίνουν το παιδί τους στον καθρέφτη παρουσιάζοντας το στο ίδιο και του λένε το όνομα του. Δεν λένε αυτός είσαι, λένε το όνομα του. Η εικόνα ονοματίζεται. Η μητέρα, προσδιορίζοντας την εικόνα με ένα όνομα, αποσπά το παιδί από την απλή σαγήνη του αντικατοπτρισμού, εισάγοντας το σημαίνον-όνομα του παιδιού. Εάν το παιδί εγκλωβιστεί στην σαγήνη του ειδώλου, χωρίς την παρεμβολή, με το βλέμμα - τον λόγο - την ονοματοδοσία από την πλευρά της μητέρας, ο αντικατοπτρισμός μπορεί να οδηγήσει στο φαινόμενο του διπλού (le double). Με τίμημα την ψύχωση.
Η πλαισίωση της εικόνας με τα λόγια, αλλά ακόμα πιο πολύ με τα συναισθήματα της μητέρας, είναι αποφασιστικά για την δημιουργία του εγώ (Je), του παιδιού.
Η εικόνα που αποκτά όνομα και επενδύεται συναισθηματικά από την επιθυμία της μητέρας για το παιδί της, είναι αυτή με την οποία το παιδί θα κάνει την πρώτη ταύτιση μέσα στον καθρέφτη. Αυτό με το οποίο θα ταυτισθεί, είναι με αυτό που η μητέρα του βλέπει για αυτό.
Το μικρό παιδί, καθρεφτίζεται μέσα στα μάτια της μητέρας του. Είναι η επιθυμία της μητέρας του για αυτό, που θα το κάνει σημαντικό, θα του δώσει νόημα. Τα συναισθήματα της είναι η εικόνα του. Είναι η εικόνα που θα έχει αφ’ εξής για τον εαυτό του.
Αυτή η εικόνα λοιπόν που βλέπει το παιδί, δεν είναι μια αντικειμενική εικόνα, αλλά μια Imago, δηλαδή μια φαντασιακά επενδεδυμένη εικόνα. Είναι μια Imago του ίδιου του σώματος του.Το είδωλο του, που κατοπτρίζεται, δεν είναι μια πραγματική αντανάκλαση αλλά μια αντανάκλαση φαντασιακή, που θα έρθει να τεκμηριωθεί από αντικειμενικά γεγονότα. Αυτή η αντανάκλαση έχει να κάνει όχι με την πραγματικότητα αλλά με την ψυχική πραγματικότητα.
Αυτή την ψυχική πραγματικότητα την βλέπουμε κλινικά, όταν ζητήσουμε από ενήλικες να μας περιγράψουν τι βλέπουν μπροστά στον καθρέφτη.
Άτομα σε κατάθλιψη, συνήθως παιδιά μιας καταθλιπτικής μητέρας, αποφεύγουν την θέα τους στον καθρέφτη, όπως η μητέρα τους χαμένη μέσα στην δική της θλίψη δεν τα έβλεπε, έτσι και αυτοί τώρα αδυνατούν να δουν τους εαυτούς τους. Ακόμα και όταν σηκώσουν το βλέμμα τους, αυτό που περιγράφουν, είναι μια υποτιμημένη εικόνα που δεν τους αρέσει.
Οι σχιζοφρενείς, βλέπουν παραμορφωμένα πρόσωπα και τεμαχισμένα μέλη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ή μητέρα τους δεν τους θέλησε σαν ένα ενιαίο σύνολο για να τους το προβάλει στην συνέχεια μέσα από το βλέμμα της. Αυτοί, δεν μπόρεσαν να περάσουν και να ολοκληρώσουν την ψυχική διαδικασία της τρίτης φάσης του σταδίου του καθρέφτη, που αφορά την απαρτίωση της εικόνας του σώματος σε ενιαία οντότητα κάτι που προϋποθέτει πάντα κάποιος άλλος να σε έχει πρώτα δεκτή σαν ολότητα και να στο έχει επιστρέψει.
Αυτό όμως, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, δεν σημαίνει ότι η μητέρα έχει όλη την ευθύνη για την ψύχωση του παιδιού της, καθώς το ίδιο το παιδί ως υποκείμενο επιλέγει την τοποθέτηση του ως προς την δομή που θα εξελίξει.
Η πρώτη αυτή ταύτιση γίνεται με μια εικόνα σώματος. Με την δική του εικόνα που βλέπει μέσα στον καθρέφτη και θα οδηγήσει σε ένα «ενδοργανικό καθρέφτη». Θα ενδοβάλει δηλαδή αυτή την εικόνα του, θα την φέρει μέσα του.
Η πρωταρχική ταύτιση έχει μεγάλη σημασία για την διαμόρφωση του Ιδεώδες Εγώ (Je-Idéal).
Ο Freud, χρησιμοποίησε το μύθο του Νάρκισσου που καθρεφτιζόταν στο νερό της λίμνης για να αναπτύξει την θεωρία του περί του πρωτογενούς ναρκισσισμού και έλεγε ότι «το εγώ, είναι πρώτα απ’ όλα ένα σωματικό εγώ». Αυτό το εγώ, που είναι ακόμα αδιαμόρφωτο και που για πρώτη φορά συντίθεται μέσα από την ταύτιση με την εικόνα του σώματος, ο Lacan το αποκάλεσε εγώ (Je), διαφοροποιώντας το από το Εγώ (Μοi).
Όταν το παιδί βλέπει την εικόνα του μέσα στον καθρέφτη, συνήθως αυτός ο αντικατοπτρισμός, συνοδεύεται από τα λόγια και από το βλέμμα της μητέρας του.
Οι μητέρες, ενστικτωδώς πηγαίνουν το παιδί τους στον καθρέφτη παρουσιάζοντας το στο ίδιο και του λένε το όνομα του. Δεν λένε αυτός είσαι, λένε το όνομα του. Η εικόνα ονοματίζεται. Η μητέρα, προσδιορίζοντας την εικόνα με ένα όνομα, αποσπά το παιδί από την απλή σαγήνη του αντικατοπτρισμού, εισάγοντας το σημαίνον-όνομα του παιδιού. Εάν το παιδί εγκλωβιστεί στην σαγήνη του ειδώλου, χωρίς την παρεμβολή, με το βλέμμα - τον λόγο - την ονοματοδοσία από την πλευρά της μητέρας, ο αντικατοπτρισμός μπορεί να οδηγήσει στο φαινόμενο του διπλού (le double). Με τίμημα την ψύχωση.
Η πλαισίωση της εικόνας με τα λόγια, αλλά ακόμα πιο πολύ με τα συναισθήματα της μητέρας, είναι αποφασιστικά για την δημιουργία του εγώ (Je), του παιδιού.
Η εικόνα που αποκτά όνομα και επενδύεται συναισθηματικά από την επιθυμία της μητέρας για το παιδί της, είναι αυτή με την οποία το παιδί θα κάνει την πρώτη ταύτιση μέσα στον καθρέφτη. Αυτό με το οποίο θα ταυτισθεί, είναι με αυτό που η μητέρα του βλέπει για αυτό.
Το μικρό παιδί, καθρεφτίζεται μέσα στα μάτια της μητέρας του. Είναι η επιθυμία της μητέρας του για αυτό, που θα το κάνει σημαντικό, θα του δώσει νόημα. Τα συναισθήματα της είναι η εικόνα του. Είναι η εικόνα που θα έχει αφ’ εξής για τον εαυτό του.
Αυτή η εικόνα λοιπόν που βλέπει το παιδί, δεν είναι μια αντικειμενική εικόνα, αλλά μια Imago, δηλαδή μια φαντασιακά επενδεδυμένη εικόνα. Είναι μια Imago του ίδιου του σώματος του.Το είδωλο του, που κατοπτρίζεται, δεν είναι μια πραγματική αντανάκλαση αλλά μια αντανάκλαση φαντασιακή, που θα έρθει να τεκμηριωθεί από αντικειμενικά γεγονότα. Αυτή η αντανάκλαση έχει να κάνει όχι με την πραγματικότητα αλλά με την ψυχική πραγματικότητα.
Αυτή την ψυχική πραγματικότητα την βλέπουμε κλινικά, όταν ζητήσουμε από ενήλικες να μας περιγράψουν τι βλέπουν μπροστά στον καθρέφτη.
Άτομα σε κατάθλιψη, συνήθως παιδιά μιας καταθλιπτικής μητέρας, αποφεύγουν την θέα τους στον καθρέφτη, όπως η μητέρα τους χαμένη μέσα στην δική της θλίψη δεν τα έβλεπε, έτσι και αυτοί τώρα αδυνατούν να δουν τους εαυτούς τους. Ακόμα και όταν σηκώσουν το βλέμμα τους, αυτό που περιγράφουν, είναι μια υποτιμημένη εικόνα που δεν τους αρέσει.
Οι σχιζοφρενείς, βλέπουν παραμορφωμένα πρόσωπα και τεμαχισμένα μέλη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ή μητέρα τους δεν τους θέλησε σαν ένα ενιαίο σύνολο για να τους το προβάλει στην συνέχεια μέσα από το βλέμμα της. Αυτοί, δεν μπόρεσαν να περάσουν και να ολοκληρώσουν την ψυχική διαδικασία της τρίτης φάσης του σταδίου του καθρέφτη, που αφορά την απαρτίωση της εικόνας του σώματος σε ενιαία οντότητα κάτι που προϋποθέτει πάντα κάποιος άλλος να σε έχει πρώτα δεκτή σαν ολότητα και να στο έχει επιστρέψει.
Αυτό όμως, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, δεν σημαίνει ότι η μητέρα έχει όλη την ευθύνη για την ψύχωση του παιδιού της, καθώς το ίδιο το παιδί ως υποκείμενο επιλέγει την τοποθέτηση του ως προς την δομή που θα εξελίξει.
Χρόνος 3ος
γ) Σε ένα τρίτο χρόνο, επέρχεται η ενοποίηση της κομματιασμένης εικόνας του σώματος. Αυτή την φάση, η ψυχανάλυση, την ονόμασε «ορθοπεδική».
γ) Σε ένα τρίτο χρόνο, επέρχεται η ενοποίηση της κομματιασμένης εικόνας του σώματος. Αυτή την φάση, η ψυχανάλυση, την ονόμασε «ορθοπεδική».
Είναι η στιγμή της ταύτισης του
παιδιού με την ίδια την εικόνα του.
Η συγκρότηση αυτή τελείται με την
διαμεσολάβηση της επιθυμίας της μητέρας.
Η μητέρα είναι αυτή που συγκροτεί
το παιδί της σαν μια ενιαία οντότητα και δίνει νόημα στην εικόνα του μέσα στον
καθρέφτη. Βάση της εικόνας που δομεί η ίδια η μητέρα για το παιδί της και του
την προβάλει με το βλέμμα της και τα λόγια της, θα δομηθεί το εγώ (Je) του
παιδιού.
Το εγώ (Je), το πρώτο ενικό πρόσωπο,
το οποίο θα εξελιχτεί σε Εγώ (Moi) ρυθμιστή δηλαδή στο σύστημα αντίληψης-
συνείδησης της «αρχής της πραγματικότητας», θεμελιώνεται κατά αρχήν μέσω της
πρωταρχικής ταύτισής του με την εικόνα του σώματός του και κατά δεύτερον μέσω
της διαφοροποίησης του ειδώλου από το αντικείμενο.
Ακόμα όμως και βγαίνοντας το
παιδί από αυτή την φάση της ταύτισης του σταδίου του καθρέφτη, όπου
σκιαγραφείται ως υποκείμενο, εξακολουθεί να μην έχει κάνει διακριτή την
διαφοροποίησή του από την μητέρα του. Εξακολουθεί να είναι σχεδόν ένα με την
μητέρα του. Αυτή η οριστική διάκριση μέλλει να συντελεστεί κατά την φάση του
Οιδιπόδειου συμπλέγματος.
Τελικά…
Αν το εγώ μοιάζει ολοκληρωμένο
και πλήρες πέρα από αυτό δεν υπάρχει παρά η κομματιασμένη, ασυντόνιστη κατάσταση
του σώματος. Ο Φρόυντ είχε ενδιαφερθεί για αυτό το φαινόμενο που είναι γνωστό
ως αρνητική ψευδαίσθηση. Υποκείμενα
που βρίσκονται σε κατάσταση ύπνωσης πληροφορούνται ότι, για παράδειγμα, δεν υπάρχουν
έπιπλα στο δωμάτιο στο οποίο βρίσκονται. Μετά τους ζητείται να φέρουν κάτι από την
άλλη άκρη του δωματίου. Αν ερωτηθούν γιατί δεν κινήθηκαν κατευθείαν προς την άκρη
αυτή αλλά, αντιθέτως, ακολούθησαν μια προσεκτικά προδιαγραμμένη πορεία – ακριβώς
για να αποφύγουν τα έπιπλα – δίνουν απαντήσεις που παραποιούν την αλήθεια. Απαντούν,
ας πούμε, «κινήθηκα έτσι για να εξετάσω έναν πίνακα στον τοίχο» ή «είδα μια φίλη
και προχώρησα προς το μέρος της». Με άλλα
λόγια, πρόκειται για εκλογικεύσεις των πράξεων των υπνωτισμένων ατόμων,
λειτουργία των οποίων ήταν η ωραιοποίηση των αληθινής κατάστασης των πραγμάτων.
Η ψυχανάλυση διακρίνει εντός του παραποιητικού πλαισίου της Αρνητικής Ψευδαίσθησης
το βασικότερο γενικό χαρακτηριστικό του εγώ.
Συνεπώς, η ψυχανάλυση οφείλει να
είναι δύσπιστη και ανατρεπτική απέναντι στο υλικό που πηγάζει από το πεδίο του
εγώ. Οποιαδήποτε θεωρία της ψυχανάλυσης που ενέχει την ιδέα της συμμαχίας ή της
συμφωνίας ανάμεσα στον αναλυτή και το εγώ του αναλυομένου είναι εκ θεμελίων ατυχής
και μπορεί να αποβεί ολέθρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου