Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Ο Πατέρας με το "π" κεφαλαίο.


Ξεκινάω από το γεγονός ότι, όπως γνωρίζουμε, η ανθρώπινη ψυχή αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από δύο άξονες. Τον Συμβολικό Άξονα και τον Φαντασιακό: 


Ο Συμβολικός Άξονας διέπει τις λεγόμενες Συμβολικές Σχέσεις. Ένας απλός τρόπος είναι να τις θεωρήσουμε ως την σχέση κάποιου με τον Νόμο, με τον νόμο που τίθεται από τους γονείς του, τους δασκάλους του, την θρησκεία του, την πατρίδα του. Τις συμβολικές σχέσεις μπορούμε επίσης να τις σκεφτούμε ως τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ιδανικά με τα οποία γαλουχήθηκαν από τους γονείς τους, τα μέσα ενημέρωσης, την γλώσσα και την κοινωνία γενικότερα, όπως αυτά ενσωματώνονται σε βαθμούς,, διπλώματα, σύμβολα κοινωνικής θέσης και άλλα. Μήπως τους προκαλεί αναστολές η επιδίωξη των αντικειμένων και των επιτευγμάτων που τους έχουν υποδείξει? Μήπως τα επιδιώκουν ψυχαναγκαστικά? Μήπως αποφεύγουν γενικά να τα επιδιώξουν, εγκαταλείποντας την προσπάθεια? Μήπως τα επιδιώκουν μόνο έμμεσα με την ελπίδα να τα φτάσουν χωρίς όμως να προσπαθούν στα αλήθεια, χωρίς να βάζουν όλες τους τις δυνάμεις? Μήπως παραβίασαν για λίγο τον νόμο με την κρυφή ελπίδα να τους συλλάβουν? Μήπως σκέφτονται να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά νιώθουν όμως άγχος για αυτήν την πορεία και την αναβάλλουν? Μήπως πάλι αποδύονται σε μια σταδιοδρομία και στοχεύουν στην κοινωνική και οικονομική επιτυχία, αλλά το κάνουν με τρόπο που εγγυάται την αποτυχία? Με λίγα λόγια, ποια στάση υιοθετούν έναντι των ιδανικών αντικειμένων που υποδεικνύει ο Μεγάλος Άλλος = ο Γονεϊκός Άλλος + ο Εκπαιδευτικός Άλλος + ο Κοινωνικός Άλλος?


Απέναντι σε αυτόν τον Μεγάλο Άλλο βρίσκεται το Υποκείμενο του ασυνειδήτου με όλα τα συναισθήματα που Αυτός του προκαλεί και τα οποία καλείται να διαχειριστεί μέσω των Συμβολικών σχέσεων του. Σχέσεις που περιλαμβάνουν όλες τις συγκρούσεις που σχετίζονται με αυτό που στην ψυχανάλυση αναφέρεται ως «άγχος ευνουχισμού». Για παράδειγμα, οι αναλυόμενοι συχνά δεν μπορούν να επιδιώξουν ευθέως όσα ισχυρίζονται ότι θέλουν γιατί κάτι τέτοιο συνεπάγεται ότι ενδίδουν σε όσα νομίζουν πως οι γονείς τους θέλουν να τους δουν να κάνουν. Έτσι το να κατακτήσουν έναν συγκεκριμένο στόχο ισοδυναμεί, στο μυαλό τους, με το να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες των γονέων τους. Πολύ γρήγορα θα καταλήξουν να ζήσουν όλη την ζωή τους σε αντίθεση με τα αιτήματα και τα ιδανικά που τους ανέθρεψαν εκείνοι, αντί να επιτρέψουν ό,τι κάνουν να εξυπηρετεί αυτόν τον Γονεϊκό Άλλο. Καταλήγουν λοιπόν, σε μια συμπεριφορά – διαμαρτυρίας: κρυφά ή ευθέως αψηφούν όσα εύχεται ο Άλλος. Όλα αυτά στο ασυνείδητο τους.  Συνειδητά, από την άλλη, πιστεύουν ότι αυτή τους η συμπεριφορά οφείλεται σε κάθε λογής αιτίες που δεν έχουν καμία σχέση με τους γονείς τους. Ωστόσο έχουν καταστήσει τον εαυτό τους ένα ζωντανό σύμβολο διαμαρτυρίας.
Από την άλλη έχουμε τις Φαντασιακές Σχέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν το «Εγώ» του ίδιου του ανθρώπου ή την «αυτοεικόνα» του, και το «Εγώ» των μικρών καθημερινών άλλων που είναι σαν και εκείνον, των ομοίων του. Σε αυτούς τους «όμοιους» συμπεριλαμβάνονται οι φίλοι, οι συνάδελφοι, οι αδελφοί, οι αδελφές και άλλοι.
Στην απλή καθημερινή φράση «Εγώ είμαι…» το «Εγώ» ανήκει στον Φαντασιακό άξονα ενώ το «Είμαι» ανήκει στον Συμβολικό άξονα. Το «Εγώ» δημιουργήθηκε και συγκροτήθηκε στην ζωή του παιδιού στο λεγόμενο «στάδιο του καθρέφτη». Πρόκειται για την χρονική περίοδο του 2ου έτους της ζωής του όταν βρέθηκε για πρώτη φορά μπροστά σε έναν καθρέφτη και για πρώτη φορά αντίκρισε το είδωλο του. Αυτό το σώμα που είδε να καθρεφτίζεται – ενιαίο και αδιαίρετο, απολύτως συγκροτημένο και ελεγχόμενο – δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια των όσων βίωνε μέχρι τότε (το κάθε παιδί δεν βιώνει τον εαυτό του σε αυτό το πρώιμο στάδιο της ζωής του ως ένα σώμα κομματιασμένο και διαιρεμένο αφού ακόμα νιώθει ότι δεν έχει τον πλήρη έλεγχο των ποδιών του, των χεριών του, της μέσης του κ.λπ) έτσι δεν πείθεται αυτόματα πως αυτός που αντικρίζει είναι ο εαυτός του και έτσι αντιμετωπίζει αυτό το είδωλο ως κάποιον άλλον. Απέναντι σε αυτόν τον άλλον είναι επιφυλακτικό και τείνει να είναι επιθετικό στην προσπάθεια του να εξουσιάσει (και έτσι να ιδιοποιηθεί) αυτόν τον άλλον. Μόνο στην πορεία και με την παρότρυνση και την επιβράβευση των γονιών (κυρίως της μητέρας) «πείθεται» ότι αυτός ο άλλος είναι ο εαυτός του – το «Εγώ» του. Τότε υπερισχύει το συναίσθημα της «οικειότητας» έναντι του συναισθήματος της «αν-οικειότητας». Το συναίσθημα της «χαλαρότητας» έναντι του συναισθήματος της «επιθετικότητας». Όμως, αυτή η πρωταρχική αίσθηση ποτέ δεν εξαλείφεται ολοκληρωτικά από την ψυχή του παιδιού και θα διέπει πάντα τις σχέσεις του με τους «ομοίους» του στην ζωή του. Η επιθετικότητα, η αίσθηση ιδιοκτησίας και η τάση για εξουσία που αυτή συνεπάγεται έναντι του «μικρού άλλου», είναι ενορμήσεις μέσα στο ασυνείδητο του ανθρώπου και συνιστούν το «Εγώ» του ενώ διατρέχουν πάντα τον φαντασιακό άξονα. Αντίθετα το «είμαι» του ανθρώπου σημαίνει την «ταυτότητα» του (τις ταυτίσεις του) και διατρέχει τον συμβολικό του άξονα.  
Η ανάλυση στοχεύει να καταλύσει προοδευτικά τις φαντασιακές σχέσεις του αναλυομένου προκειμένου να γίνει η εστίαση στις συμβολικές του σχέσεις. Ας πούμε, μια έντονη αντιπαλότητα ενός άντρα με τον αδελφό του, ίσως να οφείλεται στο τρόπο με τον οποίο οι γονείς του (ο Γονεϊκός Άλλος) είχαν επιφυλάξει ιδιαίτερη μεταχείριση στον αδελφό του, τον οποίο θεωρούσαν εξυπνότερο ή ομορφότερο.
Για να συμβεί όμως αυτό που η ανάλυση επιδιώκει προϋπόθεση είναι η ύπαρξη και των δύο αξόνων. Ο οριζόντιος (ο φαντασιακός) είναι πάντοτε και σε όλους υπαρκτός. Ο Κατακόρυφος (ο συμβολικός) όμως, δεν είναι σε όλους υπαρκτός. Η αιτία βρίσκεται στο ότι για να υπάρξει αυτός ο άξονας πρέπει να προϋπάρξουν και οι δύο απολήξεις του: τόσο ο Μεγάλος Άλλος όσο και το Υποκείμενο. Το Υποκείμενο συγκροτείται ως τέτοιο μόνο όταν ο Μεγάλος Άλλος (με το «α» κεφαλαίο) κάνει αμετάκλητη την παρουσία του για το μωρό παιδί. Στις περιπτώσεις που δεν συμβαίνει αυτό τότε το Υποκείμενο δεν συγκροτείται καν. Στην παιδική-νηπιακή ηλικία ο Μεγάλος Άλλος αποκτά υπόσταση στην παιδική ψυχή στο πρόσωπο του Πατέρα (με το «π» κεφαλαίο).
Για το μικρό νήπιο ο πατέρας (ως πρόσωπο, με το «π» μικρό) είναι μια φιγούρα ανοίκεια. Αντίθετα με την μητέρα (με το «μ» μικρό), όπου η αίσθηση της όσφρησης πείθει το νήπιο για την οικεία ως προς αυτό ύπαρξη της, καμία αίσθηση δεν προδιαθέτει το μωρό για οικειότητα έναντι του προσώπου και του σώματος της πατρικής φιγούρας. Μόνο η μητέρα, και κατά την διάρκεια του οιδιπόδειου, είναι δυνατόν να συστήσει τον πατέρα στο βρέφος και αυτό μπορεί να συμβεί μέσω της επιθυμίας της για εκείνον. Στην μητέρα (ως πρόσωπο) συμπεριλαμβάνεται, στα μάτια του μωρού της, και η Μητέρα (ως λειτουργία, με το «μ» κεφαλαίο). Συμπεριλαμβάνεται δηλαδή, η «μητρική λειτουργία»: επαφή με το σώμα της, τα χάδια της, τα φιλιά της, η ζεστασιά της αγκαλιάς της, ο ήχος της φωνής της, τα στοργικά βλέμματά της, η φροντίδα της κ.λπ.  Όλα αυτά συνιστούν την «μητρική λειτουργία» και καθιστούν την «μητέρα» (ως πρόσωπο-σώμα το οποίο μας γέννησε, με το «μ» μικρό)  «Μητέρα» (ως λειτουργία, με το «μ» κεφαλαίο).
Αντίθετα, ο πατέρας ούτε ως πρόσωπο (με το «π» μικρό) αλλά, πολύ περισσότερο, και ως λειτουργία (με το «π» κεφαλαίο) μπορεί να γίνει αντιληπτός από το νήπιο. Μόνο η σύσταση της μητέρας – Μητέρας μπορεί να καταστήσει οικείο τον πατέρα στο μωρό. Ενώ λοιπόν, η «θέση» της μητέρας – Μητέρας είναι πάντοτε υπαρκτή και κατειλημμένη στα μάτια του μωρού της δεν ισχύει το ίδιο την «θέση» του πατέρα – Πατέρα. Στα μάτια του παιδιού ο πατέρας γίνεται «ορατός» ως ύπαρξη στην πρώτη στιγμή που «χωρίζει» το σώμα της μητέρας από εκείνο του παιδιού (αποθηλασμός). Το παιδί «χάνοντας» το στήθος για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται ότι έχασε μια ηδονή την οποία μέχρι τότε θεωρούσε αυτονόητη. Αυτή η «απουσία» του στήθους αποδίδεται, από μέρους του νηπίου, στην «παρουσία» του πατέρα (για πρώτη φορά) αλλά ταυτοχρόνως γίνεται και «ορατό» από το ίδιο το σώμα της μητέρας ως κάτι το ξεχωριστό από το δικό του.
Η «απουσία» λοιπόν, του στήθους σημαίνει δύο πράγματα για το μωρό: την «απώλεια» μιας ηδονής «υπεύθυνος» για την οποία είναι ο παρείσακτος πατέρας και η «ορατότητα» του σώματος της μητέρας ως ξεχωριστού από το δικό του. Ο πατέρας λοιπόν, ταυτίζεται με μια αίσθηση δυσαρέσκειας από μέρους του νηπίου και η «απώλεια» της ηδονής ταυτίζεται με την έναρξη της «επιθυμίας» από μέρους του νηπίου. Από εκεί και μετά άρχεται η «επιθυμία» του παιδιού για επανένωση με το σώμα της μητέρας. Νοείται σαφώς ότι μέχρι αυτό το χρονικό σημείο δεν υπάρχει «επιθυμία» στο παιδί δεδομένου ότι δεν υπάρχει «έλλειψη». Ταυτόχρονα, τώρα, έχει διαταραχθεί και η σχέση με την Μητέρα ως λειτουργία. Όλη την χρονική περίοδο συμπεριλαμβάνοντας και όλα τα αισθήματα που αυτή περιέχει μέχρι αυτήν την πρώτη στιγμή που θα την ονομάσουμε «στιγμή Αλλοτρίωσης», την αποκαλούμε «Απόλαυση» στην ψυχανάλυση.
Πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι: Αυτή την απώλεια της ηδονής που περιέγραψα παραπάνω και η οποία σηματοδοτεί την αρχή της επιθυμίας για το παιδί αποτελεί το υποτιθέμενο «χαμένο αντικείμενο» από μέρους του. Η πατρική διαμεσολάβηση Απαγορεύει, Ματαιώνει, Στερεί το παιδί από την μητέρα. Με άλλα λόγια, δημιουργεί μια αμφιθυμία στο παιδί που εκφράζεται με το «αν είναι ή όχι επιθυμητό από την μητέρα». Εκφράζεται με το αν Είναι το ίδιο το παιδί ο Φαλλός για την μητέρα ή όχι. Τώρα, η μητέρα – Μητέρα καθίσταται υπερβατική και πλήρης (με την έννοια ότι κατέχει αυτό που «λείπει» από το παιδί) στα μάτια του νηπίου. Τώρα άρχεται η περίοδος της αγωνίας – άγχους για το νήπιο για το αν το ίδιο είναι επιθυμητό από την μητέρα – Μητέρα προκειμένου να του «επιστρέψει» την ηδονή που «έχασε». Όμως, πλήρης καθώς φαίνεται να είναι η μητέρα δεν της λείπει κάτι άρα δεν έχει «επιθυμία» (επιθυμία = έλλειψη). Συνεπώς, μη επιθυμώντας τίποτε η μητέρα δεν επιθυμεί ούτε το νήπιο της. Το υπαρξιακό άγχος του μωρού, κάτω από αυτήν την συνθήκη, εντείνεται.
Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να θυμίσω, περιληπτικά, την θεωρητική προσέγγιση των 3 καταστάσεων που ανάφερα παραπάνω: Ευνουχισμός – Στέρηση – Ματαίωση:
Στην Ματαίωση: η έλλειψη είναι Φαντασιακή ενώ το Αντικείμενο είναι Πραγματικό. Για παράδειγμα, το πέος που απουσιάζει από την μητέρα είναι Πραγματικό αντικείμενο. Η έλλειψη του όμως είναι για το παιδί Φαντασιακή αφού φαντασιώνεται ότι το είχε και κάποιος της το έκοψε.
Στην Στέρηση: η έλλειψη είναι Πραγματική ενώ το Αντικείμενο είναι Συμβολικό. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι κοιτάζουμε στο ράφι της βιβλιοθήκης τους τόμους μιας εγκυκλοπαίδειας που είναι πανομοιότυποι εξωτερικά. Βλέπουμε τον πρώτο, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο και παρατηρούμε ότι ο επόμενος έχει το νούμερο 6 επάνω του. Συνεχίζοντας παρατηρούμε ότι ο διπλανός του έχει το 7, ο επόμενος το 8 και ούτω κάθε εξής. Τότε θα αναφωνήσουμε: «ο Πέμπτος τόμος λείπει…». Ο τόμος στην πραγματικότητα απουσιάζει αφού μπορεί κάπου να έχει παραπέσει ή κάποιος να τον έχει δανειστεί από την θέση του. Ακόμα η αρίθμηση μπορεί να αποτελεί σφάλμα του εκδότη. Όμως, εκείνο που μας πείθει για την έλλειψη είναι η απουσία του συμβόλου «5» από την σειρά των υπαρχόντων τόμων. Η έλλειψη του τόμου είναι πραγματική ενώ η ύπαρξη του πέμπτου τόμου είναι αποτέλεσμα του συμβόλου.
Στον Ευνουχισμό: η έλλειψη είναι Συμβολική ενώ το αντικείμενο είναι Φαντασιακό. Για παράδειγμα, η απαγόρευση της αιμομιξίας από μέρους της εκφοράς του Πατρικού Νόμου. Η έννοια της «Απαγόρευσης» είναι συμβολική με την έννοια ότι αυτό που στην πραγματικότητα απαγορεύεται είναι η επιστροφή του παιδιού στην πριν της Αλλοτριωτικής Στιγμής κατάστασης, δηλαδή η επιστροφή στην απόλαυση. Ενώ το αντικείμενο που δεν είναι άλλο από την μητέρα είναι φαντασιακό με την έννοια ότι το παιδί φαντάζεται ότι μπορεί να επανενωθεί με το σώμα της μητέρας. 


Έτσι, η Πατρική Απαγόρευση από την σκοπιά του παιδιού βιώνεται ως Ματαίωση ενώ από την σκοπιά της Μητέρας βιώνεται από το παιδί ως Στέρηση. Σε αυτήν την στιγμή το παιδί βιώνει τον πατέρα ως Ανταγωνιστή του αφού πιστεύει ότι ο ίδιος διεκδικεί να είναι ο φαλλός για την μητέρα έναντι του «εγώ» του. Αυτά συμβαίνουν καθόλη την διάρκεια της «στιγμής της Αλλοτρίωσης».
Έτσι, η διαπίστωση του παιδιού στο ενδόμυχο ερώτημα προς την μητέρα – Μητέρα «τι είναι αυτό που επιθυμείς?» «επιθυμώ τον πατέρα σου» λειτουργεί ως καταλύτης του υπαρξιακού άγχους του.
Αφενός με αυτόν τον τρόπο το παιδί διαπιστώνει ότι η μητέρα δεν είναι υπερβατική (αφού κάτι επιθυμεί) αφετέρου «δίνει» την δυνατότητα και την ευκαιρία στον πατέρα να γίνει Πατέρας (ως εκείνος δηλαδή που θα εκπληρώσει την Πατρική λειτουργία, με το «π» κεφαλαίο) για το παιδί.
Εδώ πλέον, είναι η δεύτερη στιγμή του πατέρα. Από εδώ και μετά αυτός καταλαμβάνει «θέση» Μεγάλου Άλλου για το τέκνο του. Από εδώ άρχεται η «βασιλεία» του, ο Νόμος του. Όχι με τα καλύτερα αισθήματα αλλά το παιδί ακούει από το στόμα του πατέρα του τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει», τα «σωστά» και τα «λάθος», τις «ερμηνείες» και τις «παρερμηνείες», τα «μεγάλα ιδανικά» και τα «ευτελή» πράγματα που υπάρχουν στην ζωή. Με τον τρόπο αυτό «ετοιμάζει» το παιδί για τον «εκπαιδευτικό Άλλο» του σχολείου (δάσκαλο), του Λυκείου (καθηγητή), του πανεπιστημίου (Καθηγητή), του Μέντορα (Μαρξ, Λένιν, Σπινόζα, Λακάν, Αλτουσερ κ.λπ), τον θρησκευτικό Άλλο, τον πατριωτικό Άλλο και πάει λέγοντας. Τον «ετοιμάζει» και «καθορίζει» τις συμβολικές σχέσεις του παιδιού. Έτσι το καθιστά Υποκείμενο έναντι του Μεγάλου Άλλου και κάνει υπαρκτό τον κατακόρυφο άξονα του σχήματος. Αυτήν την δεύτερη στιγμή της ύπαρξης του πατέρα την ονομάζουμε «στιγμή Χωρισμού». Τώρα επέρχεται το τέλος του φαλλικού Ανταγωνισμού ως προς τον Πατέρα. Το παιδί αναγνωρίζει ότι ο πατέρας δεν Είναι πια ο φαλλός για την μητέρα αλλά είναι εκείνος που τον ΈΧΕΙ. Τώρα το παιδί περνάει από το επίπεδο του «ΕΙΝΑΙ» στο επίπεδο του «ΕΧΕΙΝ». Γι αυτό ισχυριζόμαστε ότι λύθηκε το οιδιπόδειο: Το παιδί πρέπει πρώτα να πάψει να ΕΙΝΑΙ ο φαλλός για να μπορέσει να τον ΕΧΕΙ.
Την πρώτη στιγμή – την στιγμή της Αλλοτρίωσης – εγκαθιδρύεται «η θέση του Πατέρα» (με το «π» κεφαλαίο) ενώ στην δεύτερη στιγμή ο Πατέρας «κάθεται σε αυτήν την θέση» ή με άλλα λόγια ο πατέρας αποκτά «Όνομα», το λεγόμενο «Όνομα του Πατέρα».
Στην περίπτωση της Ψύχωσης έχουμε, όπως λέμε στην ψυχανάλυση, «διάκλειση ή Αποκλεισμό του Ονόματος του Πατέρα». Εννοούμε, ότι «η Αλλοτρίωση» (η πρώτη στιγμή) δεν συνετελέσθη καν. Έτσι δεν υπάρχει «η θέση του Πατέρα». Άρα, ο κατακόρυφος άξονας είναι ανύπαρκτος. Ο μόνος άξονας που υπάρχει είναι ο οριζόντιος. Ενώ στην περίπτωση της διαστροφής η πρώτη στιγμή έλαβε μεν χώρα (η θέση του Πατέρα είναι υπαρκτή) αλλά η δεύτερη στιγμή δεν υπήρξε ποτέ (ο Πατέρας δεν έλαβε Όνομα). Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στην διαστροφή ο συμβολικός άξονας υπάρχει (αναγνωρίζεται από τον αναλυόμενο) αλλά δεν είναι λειτουργικός. Στην ψύχωση η απόλιξη «Υποκείμενο» «απουσιάζει» ενώ στην διαστροφή είναι «παρόν».
Για να εξηγήσω λίγο καλύτερα τα παραπάνω, εδώ ας πάρουμε το πραγματικό παράδειγμα της Άντας: 
Η Άντα έχει θέση Πατέρα. Καθόλη την διάρκεια της ανάλυσης της ήταν πολύ συχνές οι ερωτήσεις της του τύπου: «τι πιστεύεις, ήταν σωστή η στάση μου;» ή «το αντιμετώπισα σωστά, ποια είναι η γνώμη σου;» ή ακόμα «πιστεύεις ότι έχω κάνει βήματα προόδου;». Ερωτήσεις που αποτυπώνουν εύγλωττα ότι υπάρχει «θέση Πατέρα» εντός της. Από την άλλη, πάρα πολλές φορές συμφωνούσε ότι ένιωθα – όχι μόνο καταλάβαινα εγκεφαλικά αλλά ότι «ένιωθα» - το πώς αισθανόταν κυρίως με κριτήριο την φωνή μου. Σας θυμίζω ότι η φωνή αποτελεί ένα από τα 4 θεμελιώδη «αντικείμενα α» της ενόρμησης. Το στοιχείο αυτό απαντάει στην αδήλωτη Επιθυμία της «νιώσε με!» και μετά «θέσε τον Νόμο!». Το «Νιώσε με» δεν έχει αντικείμενο. Αποτελεί καθαρή έλλειψη = Επιθυμία. Το «θέσε τον Νόμο» αποτελεί αίτημα = έχει αντικείμενο.  
Όλη, λοιπόν, η δική μου δουλειά απέβλεπε στο να καταστήσω λειτουργικό και ενεργό τον κατακόρυφο άξονα προσπαθώντας η εν λόγω αναλυόμενη να «δώσει» σε μένα το «Όνομα του Πατέρα». Προσπαθούσα δηλαδή, να «ξαναγράψω» τις συμβολικές σχέσεις εκτιμώντας – διαγνώνοντας ότι πρόκειται για διαστροφή. Αν όμως, είχαμε να κάνουμε με ψύχωση τότε ο κατακόρυφος άξονας θα ήταν ανύπαρκτος άρα δεν θα γινόταν να επιτευχθεί ο στόχος της ανάλυσης που όπως ανάφερα παραπάνω ήταν να καταλύσει προοδευτικά τις φαντασιακές σχέσεις του αναλυομένου – αναλυόμενης προκειμένου να γίνει η εστίαση στις συμβολικές του – της σχέσεις.
Τώρα, εδώ και λίγο πριν το τέλος του σημειώματος, ήλθε η ώρα να εξηγήσω γιατί στις τελευταίες προτάσεις μου απευθύνομαι προς εσάς στον παρελθόντα χρόνο. Κάποια στιγμή μέσα στην ανάλυση της όταν η Άντα πάλευε, έδινε την μάχη της για να ταξινομήσει εντός της την απομάκρυνση της μητέρας από την συμβίωση ήταν η πρώτη φορά που αναφώνησε: «Δεν μπορείς να με νιώσεις, με καταλαβαίνεις με το μυαλό σου αλλά δεν μπορείς να με νιώσεις!» Πράγματι, συνέλαβα τι εννοούσε. Ήταν αδύνατον να συλλάβω το καθημερινό της συναίσθημα καθόλη την διάρκεια της μάχης ταξινόμησης που έδινε εντός της. Εδώ ήταν το όριο του Ασυνειδήτου του αναλυτή που δεν μπορούσε να υπερβεί για να συναντήσει το Ασυνείδητο της αναλυομένης. Όμως, αυτό το όριο, αγαπητοί αναγνώστες, καθόλου δεν επηρέασε την Άντα ώστε να διαβεβαιώσει τον αναλυτή της: «Μην αγχώνεσαι, ξέρω τι κάνω!» και παράλληλα «κατανοώ την θέση και την προσπάθεια σου, εδώ είναι το όριο σου. Δεν πειράζει». Η Επιθυμία της ενισχυμένη πλέον με το “know how” της ανάλυσης είχαν καταστήσει την Άντα ικανή πια να έχει βρει αυτό που πριν της έλειπε: την ελάχιστη (δική της η φράση) ΑΣΦΑΛΕΙΑ για να νικήσει στην μάχη της. Η Άντα, αγαπητοί φίλοι, ήλθε αντιμέτωπη με το όριο του αναλυτή της όταν όμως ο συμβολικός της άξονας είχε ήδη ενεργοποιηθεί!
Σήμερα, που σας γράφω τούτες τις γραμμές, δεν γνωρίζω σε τι ακριβώς έχει μετεξελιχθεί ο ψυχισμός της αλλά από την διαστροφή της, παρακαλώ να με πιστέψετε, ΑΠΕΧΕΙ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου