Δύο αντίρροπες δυνάμεις, η
καθεμία άξια και δυνατή που αντιμάχονται για την πρωτιά. Και οι δύο με δόκιμα
επιχειρήματα, που σαν τις σειρήνες θα προσπαθήσουν να σε πάρουν με το μέρος
τους.
Από τη
μία η ομορφιά και η τρυφερότητα των συναισθημάτων που ένιωσες και μοιράστηκες.
Το τι μοιράστηκα μαζί σου
είχε χρώματα, αισθήσεις, συναίσθημα, μοίρασμα, αποτσίγαρα και τεκίλες. Αυτό που
δημιουργήθηκε είχε ενέργεια και δυναμική, καύλα και άφημα. Αυτό και μόνο αξίζει
για να μην το ξεφτιλίσω.
Από την άλλη τα αναπάντητα
ερωτήματα, η δίψα του να πατσίσεις, να βγεις και από πάνω αν γίνεται. Η ικανοποίηση του να τα πεις, να
ταπώσεις, να μην σε περάσουν και για μαλάκα βρε αδερφέ
Είναι πολύ
δελεαστικό το δίλημμα.
«Δελεαστικό» γιατί θέλεις με
κάποιο τρόπο να κερδίσεις. «Δίλημμα» γιατί ο έρωτας είναι σίγουρα εγωιστής,
κτητικός, ανασφαλής και ανταγωνιστικός. Έχει και την πλάκα του δε λέω. Αλλά
κρατάει λίγο. Η αγάπη πάλι όχι. Αυτή δε δέχεται δεσμά, αν το κάνει, πολύ απλά
χάνει. Είναι άχρονη και σε απελευθερώνει.
Το «δελεαστικό δίλημμα» σε έχει
θυμώσει.
Και ο θυμός είναι αμείλικτος. Βλέπεις,
είναι το μόνο συναίσθημα που δεν έχει αντίθετο. Στην κλίμακα των συναισθημάτων
κατέχει την θέση που έχει το «μηδέν» στην αντίστοιχη ευθεία των πραγματικών
αριθμών: όπως το «μηδέν» έχει για αντίθετο τον εαυτό του έτσι ακριβώς συμβαίνει
και με τον «θυμό». Δεν μπορείς να τον μετατρέψεις στο αντίθετο του αφού και αυτό
(το αντίθετο, πάει να πει) πάλι «θυμός» είναι. Ο Θωμάς ο Ακιννάτης τα ήξερε καλά
αυτά τα πράγματα και μας τα μετέδωσε, ώρα του καλή.
Τι κάνεις, λοιπόν, έτσι θυμωμένος
που είσαι? Ανοίγεις το στόμα σου, μιλάς, τα λες, πατσίζεις, δείχνεις στο άλλον
(στον εαυτό σου, εννοώ) ότι δεν είσαι κανένας μαλάκας, ή μήπως επιλέγεις να μην
ξεφτιλίσεις την ομορφιά των συναισθημάτων που ένιωσες, την ενέργεια και την καύλα
που, να πάρει ο διάολος, ακόμα είναι ζωντανά μέσα σου και θες να τα κρατήσεις έτσι?
Τι να σου πω…δεν γνωρίζω και πολλά.
Υποκειμενικά πράγματα που είναι όλα αυτά! Δεν έχουν «οδηγίες προς ναυτιλομένους».
Δεν υπάρχουν εγχειρίδια καθοδήγησης για τέτοιου είδους διλήμματα. Θα σου πω
λοιπόν, εκείνο που γνωρίζω. Άκου, λοιπόν, και κρίνε:
Από την μία είναι η ομιλία μας. Από την άλλη αυτό που υπάρχει.
Από το γεγονός και μόνο ότι μιλάμε γι αυτό που υπάρχει, αυτό γίνεται, αυτόματα,
μυθοπλασία. Οτιδήποτε σημαινοποιείται (λέξη και αυτή που χρησιμοποίησα ο αθεόφοβος,
εννοώ οτιδήποτε αποκτά νόημα μέσω του λόγου) μετατρέπεται, ως εκ τούτου, σε επίφαση.
Επειδή μιλάμε γι αυτό παύει να υπάρχει. Πρέπει, λοιπόν, να σιωπήσουμε, όπως λέει
και ο Βίντγκεστάιν – αυτό που θέλουμε να
υπάρχει πρέπει να το αποσιωπήσουμε! Αυτό κάνει ο ψυχαναλυτής στην πρακτική
του. Η γλώσσα έχει την καταπληκτική ιδιότητα να καθιστά μη υπαρκτό αυτό για το
οποίο μιλά. Σε αυτό, νομίζω, οφείλεται το γεγονός ότι η ικανοποίηση που εισπράττεις
όταν ανοίξεις το βρωμόστομά σου και τα πεις μοιάζει σαν την τσιχλόφουσκα. Είναι
γλυκιά μόνο στα πρώτα της πέντε λεπτά. Μετά σκληραίνει, γίνεται ένα ανυπόφορο
αμάσητο πράγμα που θέλεις να φτύσεις!
Αυτά είχα να σου πω. Τόσα έμαθα,
τόσα ξέρω, τόσα σου λέω. Εσύ αποφασίζεις τι θες να υπάρχει και τι όχι…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου