Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Ο Άλλος και η «πρόσληψη» του από την νεύρωση και την διαστροφή.






Ο τόπος όπου κατοικεί η γλώσσα με τις λέξεις της και τα νοήματα τους, τους νόμους, τους κανόνες της, τις αρχές της αποτελεί τον τόπο όπου ο άνθρωπος «κατασκευάζει» την φαντασίωση του. Αποτελεί τον τόπο όπου «φτιάχνεται» το όπλο άμυνας του ανθρώπου απέναντι στο ανυπόφορο, οδυνηρό και απειλητικό για την ύπαρξη του Πραγματικό. Με μια λέξη τούτος ο τόπος λέγεται τόπος του Άλλου. Αυτός ο Άλλος είναι πάντα εκεί και στέκει απέναντι στον άνθρωπο «έτοιμος» να του παρέχει όλα «τα απαραίτητα υλικά» (την λεγόμενη Συμβολική τάξη ή Συμβολικό) για να «κατασκευαστεί» η φαντασίωση του. Η γλώσσα λοιπόν, είναι το δώρο του ανθρώπου που αλλοίμονο, αποτελεί ένα δώρο που προσομοιάζει με τον δούρειο ίππο του: Από την στιγμή που θα «παραληφθεί» από τον άνθρωπο θα τον «εξουσιάσει» ολοκληρωτικά. Ο Άλλος λοιπόν, είναι υπαρκτός για οποιαδήποτε ψυχαναλυτική δομή και αν χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Είτε πρόκειται για ψύχωση είτε για διαστροφή είτε για νεύρωση ο Άλλος είναι υπαρκτός. Ας δούμε όμως, πως προσλαμβάνεται από την κάθε μια ψυχαναλυτική δομή ξεχωριστά.
Πρώτα για την νεύρωση: εδώ ο Άλλος δεν είναι πραγματικός. Με αυτό εννοούμε ότι ο νευρωτικός πρέπει, είναι υποχρεωμένος να τον καταστήσει υπαρκτό. Αυτό σημαίνει ότι ο νευρωτικός πρέπει να τον αγαπήσει. Αυτό είναι κάτι που επαληθεύεται στα πρώτα βήματα της ανάλυσης: η μεταβίβαση που κάνει ο αναλυόμενος στον αναλυτή του δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι πρόκειται να καταστήσει υπαρκτό τον Άλλο. Ο λόγος, η αιτία που το κάνει αυτό είναι για να επιφορτίσει τον Αναλυτή με το έργο της λογικής συνεκτικότητας του αντικειμένου α. Έτσι ο αναλυτής καθίσταται ο Άλλος της γνώσης. Ο Άλλος που γνωρίζει. Αυτός που με ψυχαναλυτικούς όρους συνηθίζουμε να ονομάζουμε το καθ’ υπόθεση υποκείμενο της γνώσης. Από την στιγμή που τοποθετεί ο αναλυόμενος το αντικείμενο α στον αναλυτή του (τον Άλλον που, καθ’ υπόθεση του ίδιου του αναλυόμενου, γνωρίζει) είναι λογικό να θεωρήσει ο ίδιος ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο έχει χαθεί από εκείνον. Για τον ίδιον τώρα, το συγκεκριμένο αντικείμενο είναι ένα χαμένο αντικείμενο. Φυσικά, θα το ζητήσει από τον Άλλον. Έτσι αυτό που επιθυμεί (το χαμένο γι αυτόν αντικείμενο) θα ζητηθεί από τον Άλλον, τον γνώστη. Δηλαδή, από αυτόν που το χει, Αυτό σημαίνει ότι το αίτημα γίνεται πλέον κεντρικό στη νεύρωση. Το αίτημα, είτε με την μορφή «τι οφείλω να κάνω?», «ποιο είναι το χρέος μου απέναντι σου για να είμαι εντάξει?», δηλαδή «τι σου χρωστώ?» (κάνοντας τον Άλλον, με αυτόν τον τρόπο, να απαιτήσει από εμάς την πληρωμή του χρέους που του οφείλεται) είτε με την μορφή «τι θέλεις από μένα?» (δηλαδή, ποιο είναι το αντικείμενο α που έχεις και εγώ δεν το διαθέτω?) είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό – έχει κεντρικό νόημα – στην νεύρωση και αποτελεί την εναγώνια προσπάθεια του νευρωτικού να καταστήσει τον Άλλο υπαρκτό. Επίσης, είναι ανάγκη να προσθέσω, σε αυτό το σημείο, ότι το να ζητάμε από τον Άλλον το αντικείμενο που έχει, το να τον κάνουμε να απαιτεί την πληρωμή του χρέους που του οφείλουμε, δηλαδή να εναποθέτουμε την λογική συνεκτικότητα στον τόπο του Άλλου, αποτελεί την θεμελιώδη αρχή του κοινωνικού δεσμού.
Ο Άλλος στην νεύρωση, λοιπόν, δεν είναι πραγματικός. Ομολογώντας ότι ο Άλλος είναι ο τόπος της αλήθειας μας δεν λέμε τίποτε άλλο από το ότι ο Άλλος αποτελεί τον τόπο της μυθοπλασίας μας. Ομολογώντας ότι ο Άλλος είναι ο τόπος της γνώσης, ουσιαστικά λέμε ότι έχει υπόσταση…υπόθεσης! Η νεύρωση είναι μια αγωνιώδης προσπάθεια να τον καταστήσουμε πραγματικό για μας. Κατανοούμε έτσι, ότι από την στιγμή που ο Άλλος θα γίνει υπαρκτός για μας θα έχουμε επιτύχει στην προσπάθεια μας να αμυνθούμε απέναντι στο ανυπόφορο Πραγματικό. Με άλλα λόγια: η επιθυμία είναι μια άμυνα απέναντι στο πραγματικό της Απόλαυσης.
Για να δούμε τώρα, πως έχουν τα πράγματα στην διαστροφή: Όπως και στην νεύρωση έτσι και στην διαστροφή ο Άλλος είναι «χωρισμένος», βρίσκεται απέναντι, από τον άνθρωπο. Αν όμως, ο νευρωτικός τον ομολογεί ο διεστραμμένος τον διαψεύδει. Έτσι, αν η νεύρωση είναι η κλινική δομή όπου η άμυνα ονομάζεται επιθυμία και ως εκ τούτου η εν λόγω κλινική είναι κλινική της Ομολογίας του Άλλου, η διαστροφή είναι η κλινική δομή όπου η άμυνα ονομάζεται Διάψευση.
Ο όρος «διάψευση» αποκτά την αξία του από την αντίθεση του με την «ομολογία» του νευρωτικού. Χωρίς αμφιβολία, ο διεστραμμένος καθιστά πραγματικό τον Άλλον. Όμως, εδώ ο ίδιος ο διεστραμμένος προσποιείται ότι αποτελεί το αντικείμενο α του Άλλου. Δεν το εναποθέτει στον Άλλον, όπως κάνει ο νευρωτικός με σκοπό να αιτηθεί από εκείνον (τον Άλλον, εννοώ) να του δοθεί μέσω του αιτήματος, προσποιείται ότι είναι ο ίδιος το αντικείμενο του Άλλου με σκοπό να τον αγχώσει. Ενώ ο νευρωτικός τοποθετεί στον αναλυτή του το αντικείμενο α και έτσι εμφανίζεται ο ίδιος ως επιθυμών (έχει έλλειψη αντικειμένου), αντίθετα ο διεστραμμένος προσποιείται ότι αποτελεί ο ίδιος το αντικείμενο α του αναλυτή (του Άλλου) και έτσι ο αναλυτής έχει την έλλειψη. Ο Άλλος είναι που επιθυμεί. Αυτό το τελευταίο σημαίνει άγχος για τον Άλλον και ο διεστραμμένος το…πετυχαίνει! Έτσι, ενώ ο νευρωτικός είναι το εν ελλείψει υποκείμενο στην περίπτωση που συζητάμε η έλλειψη (δηλαδή, η επιθυμία) από τον διεστραμμένο μετατίθεται στον Άλλο! Έτσι, για τον διεστραμμένο το αίτημα λειτουργεί ως επιταγή, ως διαταγή, ως προσταγή όχι ως αντικείμενο. Ενώ για τον νευρωτικό ο αναλυτής (ο Άλλος) παραμένει καθόλη την διάρκεια της ανάλυσης ως το καθ’ υπόθεση υποκείμενο της γνώσης για τον διεστραμμένο εκπίπτει είτε από την αρχή είτε κατά την διάρκεια. Διαψεύδεται από εκείνον η γνώση του Άλλου. Είναι χαρακτηριστικό το σημείο ότι ενώ τον νευρωτικό τον χαρακτηρίζει το χιούμορ στην περίπτωση της αστοχίας του Άλλου, τον διεστραμμένο, αντίθετα, τον χαρακτηρίζει η ειρωνεία.
Αυτό συμβαίνει διότι, ως γνωστόν, το χιούμορ εγγράφεται στην προοπτική του Άλλου. Είναι εγγεγραμμένο στον τόπο του, ενώ η ειρωνεία δεν του ανήκει. Προέρχεται από το υποκείμενο και βαίνει εναντίον του Άλλου. Τι λέει η ειρωνεία? Λέει ότι ο Άλλος δεν είναι πραγματικός. Δηλαδή, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ο κοινωνικός δεσμός είναι απάτη. Ο πραγματικός μαζοχιστής, παρόλο που είναι πολύ ικανός χιουμορίστας, εν τούτοις γίνεται ειρωνικός όταν αποδεικνύει ότι ο Άλλος (ο αναλυτής, ας πούμε) του οποίου εμφανίζεται ως δούλος δεν είναι παρά η μαριονέττα της βούλησης του, της δικής του, του μαζοχιστή.
Η διάψευση έναντι της ομολογίας, λοιπόν, και η ειρωνεία έναντι του χιούμορ είναι τα χαρακτηριστικά της διαστροφικής κλινικής δομής έναντι του Άλλου.

Σε ένα άλλο άρθρο θα εξετάσουμε το ίδιο θέμα στην ψύχωση.           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου