Κατά αρχήν να ξεκινήσουμε από το
γεγονός ότι το παιδί είναι ερμηνευτής. Κερδίζοντας την αγάπη και την παρουσία
της μητέρας, απλά με το αίτημα του, το παιδί, εξ αρχής προσφέρεται να πραγματώσει
εκείνο που του επιτρέπεται από τα λόγια και τους τρόπους της μητέρας, να
αντιληφθεί το αντικείμενο της επιθυμίας της. Μέσα σε αυτήν την διαδικασία, η
μητέρα εξυψώνεται σε συμβολική δύναμη, σε κάτοχο της δικαιοδοσίας της ομιλίας
και της δικαιοδοσίας από όπου πηγάζουν οι πρώτες ετυμηγορίες και τα πρώτα
αξιώματα. Το παιδί καλείται να ερμηνεύσει όλα αυτά.
Εν τούτοις, αυτή του η προσπάθεια
προσκρούει σε μια άλλη όψη της δικαιοδοσίας της ομιλίας: όπου πέρα από τα λόγια
της πρέπει να ερμηνευτούν, μέσα από αντιφάσεις, σιωπές, αμφισημίες, και
χασμωδίες, όλα εκείνα που δεν λέει, αλλά που αφήνει να ακουστούν στα αυτιά του
νεαρού υποκειμένου, για μια ανείπωτη επιθυμία που του δίδεται ως ανάγνωση. Στην
διαδικασία αποκωδικοποίησης αυτού του αινίγματος, το παιδί αναζητά την θέση της
ύπαρξης του και την τελική του ταύτιση. Επίσης, από αυτή την αποκωδικοποίηση
εξαρτάται και η απάντηση στο ερώτημα του τι αντιπροσωπεύει για τον Άλλον.
Από την μεριά της μητέρας, δεν θα
πρέπει να χειριζόμαστε απλοϊκά την παραφθαρμένη έννοια του «επιθυμητού παιδιού»:
Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι η επιθυμία για παιδί και ο φθόνος για αυτό είναι
δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ακούστε ένα παράδειγμα. Η Α. είναι μια μητέρα
που ήλθε στην ανάλυση μετά από τον χαμό του αγοριού της. Η ιατροδικαστική έκθεση
απεφάνθει: αυτοκτονία. Όπως η ίδια δήλωσε «τελικά,
στο τέλος, τα κατάφερε και έφυγε από την ζωή!». Η ίδια, έπαιρνε όρκο ότι όχι
μόνο εκείνη αλλά και ολόκληρη η οικογένεια της ήθελε και πρόσμενε την γέννηση
του αγοριού της με λαχτάρα. Όμως, κάποια στιγμή παραδέχτηκε ότι το παιδί της,
στην διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της ζωής του, υφίσταται την κατάθλιψη της
ίδιας η οποία, παθολογικά προσκολλημένη στον πατέρα της, προήλθε από τον ξαφνικό
θάνατο του τελευταίου. Τότε θυμάται την κουβέντα που ξεστόμισε: «ο γιός μου σκότωσε τον πατέρα μου». Έτσι,
το αγόρι της, εμπρός «στο άλυτο μυστήριο που ενώνει το παιδί με τις σκέψεις που
συνόδευσαν την σύλληψη του» δεν μπορεί να ταυτιστεί με το σημαίνον της ζωής και
ερμηνεύει τον ερχομό του στον κόσμο, όχι ως το «επιθυμητό παιδί» που υπήρξε πράγματι,
αλλά ως το «παιδί αφιερωμένο στον θάνατο» που όντως έγινε.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το
παιδί είναι, πάνω από όλα, ερμηνευτής.
Από την άλλη, είναι σαφές πλέον ότι
η μητέρα, με την γέννηση του παιδιού της, ανακτά το αντικείμενο του ελλείματος της.
Το παιδί ανταποκρίνεται στο φαλλικό «έχειν» της. «Έχω παιδί», όπως «έχω πτυχίο»,
όπως «έχω σπίτι», όπως «έχω αυτοκίνητο» και ούτω καθεξής. Υπάρχει εκείνο το «έχειν»
που ικανοποιεί (φαλλικό), στην μητέρα, όπως ακριβώς συμβαίνει στον άνδρα. Αυτό
το «έχειν» μέσα στη σχέση με το παιδί της είναι που κάνει το παιδί να αφιερώνεται
στην μέγιστη αλλοτρίωση πραγματώνοντας την φαντασίωση της μητέρας, και αν τυχόν
του σημανθεί ότι την πληροί, θα είναι καθολοκληρία παγιδευμένο σε θέση αντικειμένου,
ως κτήμα της μητέρας. Εδώ, δεν είναι η έλλειψη αγάπης, αλλά η υπερβολική αγάπη
που μπορεί να βλάπτει και η οποία επικαλείται το αποτέλεσμα ενός απαραίτητου
χωρισμού.
Τι είναι αυτό όμως, μέσα στην μητέρα,
που θα αποτελέσει το καθοριστικό και απαραίτητο σήμα του χωρισμού μητέρας και
παιδιού;
Η απάντηση, κατά την γνώμη μου,
δεν μπορεί να είναι άλλη παρά τούτη: η ΓΥΝΑΙΚΑ. Εκείνη η γυναίκα μέσα στην μητέρα
που εφόσον η λίμπιντο της απευθύνεται στον άνδρα, παρουσιάζεται, μπρος στα μάτια
του παιδιού, ως στερημένη απ’ ό,τι αναζητά σε εκείνον. Η γυναικεία επιθυμία είναι
εκείνη που ανοίγει τον δρόμο για την απουσία της μητέρας. Μια απουσία η οποία
χρειάζεται να συμβολιστεί από το παιδί και είναι απολύτως αναγκαία αφού οδηγεί
στην διαλεκτική του απαραίτητου χωρισμού. Ούσα γυναίκα μια μητέρα δεν ανήκει εξ
ολοκλήρου στο παιδί της. Το παιδί δεν καλύπτει την διχασμένη σχέση της με τον
φαλλό. Η γυναικεία επιθυμία σηματοδοτεί για εκείνη μια άλλη απόλαυση, πέραν της
φαλλικής. Μια ανεξιχνίαστη απόλαυση που το μόνο που έχω να πω για εκείνη, σε ό,τι
αφορά στον προσδιορισμό της, στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, είναι ένα σημαίνον:
Θηλυκότητα.
Η αμιγώς γυναικεία επιθυμία
καθιστά την μητέρα απούσα για το παιδί της, όπως είπα προηγουμένως, όμως η επίπτωση
αυτής της απουσίας για το παιδί θα εξαρτηθεί από το αν ως απουσία θα
αποκωδικοποιηθεί από το τελευταίο, εντός της τάξης της ικανοποίησης (φαλλική τάξη) ή αν, αντίθετα, βρεθεί εκτός αυτής της τάξης,
προσπερνώντας την, σκοτεινώ τω τρόπω.
Στον ένα πόλο της επιβλαβούς μητέρας,
έθεσα την μητέρα, που είναι παντελώς κατειλημμένη από το παιδί της. Στον άλλο πόλο,
τοποθετώ την μητέρα που δεν είναι καθόλου κατειλημμένη από αυτό. Έτσι, αντίκρυ
στο παιδί – όμηρο της πρώτης (διαστροφή) θα βάλω το παρατημένο παιδί (ψύχωση) της
δεύτερης, απροστάτευτο απέναντι στην δύναμη μιας αξεδιάλυτης σιωπής, που
ισοδυναμεί με σημείο διάκλεισης.
Όσο για τον πατέρα, ένα έχω μόνο
να επισημάνω. Εκείνο που ο λακάν επισήμανε: «Ένας πατέρας δεν δικαιούται σεβασμού,
ακόμα και αγάπης, παρά μόνο αν αγαπά μια γυναίκα, υπό την σεξουαλική έννοια του
όρου, υπό την έννοια μιας αγάπης που δεν είναι μόνο συναίσθημα αλλά και φορέας της
επιθυμίας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου