Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Καρδιολογικά νοσήματα και ψυχανάλυση

Έχει γίνει κοινή συνείδηση, τόσο στο φάσμα της Ιατρικής όσο και της ψυχανάλυσης, ότι ο συνδυασμός βιολογικών θεραπειών και ψυχοθεραπείας –είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετική φάση της νόσου- δύναται να ενισχύσει το θεραπευτικό αποτέλεσμα και να ανακουφίσει περισσότερο τον ασθενή.
Ιδιαίτερη σχέση διαπιστώνεται μεταξύ της στεφανιαίας νόσου και του τρόπου συμπεριφοράς Τύπου Α, ο οποίος περιγράφηκε από τους Friedman και Rosenman. Τα άτομα Τύπου Α είναι έντονα ανταγωνιστικά, επιθετικά και ανυπόμονα, βρίσκονται υπό μεγάλη πίεση χρόνου και εμφανίζουν μια επίμονη επιθυμία για αναγνώριση και προσωπική επιτυχία. Είναι γενικά σε κατάσταση εγρήγορσης, σε μυϊκή τάση, και η ομιλία τους είναι συχνά ταχεία και εμφατική. Μπορεί να εμφανίζουν επίσης ορισμένα φυσιολογικά χαρακτηριστικά, όπως είναι η αλλαγή του λιποπρωτεϊνικού δείκτη, στην αύξηση της μέσης τιμής των επιπέδων της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων στον ορό, στην αύξηση της τιμής των αιμοπεταλίων στη γενική αίματος και σε μια μικρή μείωση της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων, κατά την άσκηση. Οι ασθενείς που δεν έχουν τέτοια χαρακτηριστικά ονομάζονται άτομα Τύπου Β. Είναι μάλλον χαλαροί, σέβονται τους άλλους, αισθάνονται ικανοποιημένοι και η συμπεριφορά τους γενικά είναι αβίαστη.
Σχετικά με τις καρδιολογικές παθήσεις η μελέτη (Friedman, Thoresen et al 1982) μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα σε εμφραγματίες ασθενείς. Μελετήθηκαν για ένα χρόνο 1.035 μετεμφραγματικοί ασθενείς, εκ των οποίων οι 300 συμμετείχαν σε τακτικές ομαδικές συναντήσεις καρδιολογικής Συμβουλευτικής για τους καρδιολογικούς παράγοντες κινδύνου της στεφανιαίας νόσου, ενώ 600 ασθενείς συμμετείχαν, επί πλέον, και σε τακτικές συναντήσεις με ψυχαναλυτή ή ψυχίατρο για τροποποίηση της συμπεριφοράς τύπου Α. Οι υπόλοιποι ασθενείς είχαν τεθεί απλώς σε ετήσια παρακολούθηση. Τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά ήδη από τον πρώτο χρόνο της μελέτης, αφού μειώθηκαν τόσο οι υποτροπές εμφραγμάτων όσο και οι αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι στους ασθενείς που συμμετείχαν στα ομαδικά προγράμματα. Σύμφωνα με τους μελετητές ο στόχος που είχαν ήταν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τύπου Α, ανεξάρτητα από τις διάφορες ψυχολογικές υποθέσεις για την αιτιολογία της, π.χ. άγχος, κατάθλιψη, ψυχαναγκασμοί, έλλειψη ικανοποίησης από τον γάμο ή τη δουλειά, έλλειψη μητρικής αγάπης κ.τ.λ. Μετά από τρία χρόνια follow- up των ασθενών, διαπιστώθηκε ότι οι 600 ασθενείς που συμμετείχαν και στις ομάδες καρδιολογικής Συμβουλευτικής και στις Ψυχαναλυτικές συνεδρίες για τροποποίηση της συμπεριφοράς τύπου Α είχαν και ελάττωση της συμπεριφοράς τύπου Α και μείωση των υποτροπών εμφράγματος σε σχέση με τους 300 ασθενείς που συμμετείχαν μόνο στις ομάδες καρδιολογικής Συμβουλευτικής. Στα 4,5 χρόνια follow- up (Friedman, Thoresen et al 1986) διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς που προαναφέρθηκαν εξακολουθούσαν να έχουν λιγότερες υποτροπές εμφράγματος από τους άλλους 300. Η μακροχρόνια αυτή μελέτη απέδειξε για πρώτη φορά ότι η τροποποίηση (μείωση) της συμπεριφοράς τύπου Α ελαττώνει και την καρδιακή νοσηρότητα και την καρδιακή θνησιμότητα στους μετεμφραγματικούς ασθενείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου