Δεν γνωρίζουμε κανένα ψυχωτικό υποκείμενο
που το επώνυμο του να μην αποτελεί εμπόδιο για το ίδιο. Τείνουμε να θεωρούμε
ένα από τα συμπτώματα της τρέλας την μη αποδοχή του επωνύμου του από μεριάς του
υποκειμένου της ψύχωσης. Αυτό το σύμπτωμα προβληματίζει τον κοινό νου που συχνά
θεωρεί ως δεδομένο την ύπαρξη επωνύμου σε κάθε ον που μιλά.
Στο δικό μας πολιτισμικό πλαίσιο
το επώνυμο δηλώνει το Όνομα του Πατρός πάνω στο οποίο δομείται το δικό μας όνομα.
Γιατί όμως υπάρχει; Γιατί είναι τόσο καθιερωμένο έτσι ώστε να θεωρείται τόσο
δεδομένο ώστε να μην αναρωτιόμαστε καν για την ανάγκη ύπαρξης του;
Λοιπόν, το επώνυμο δηλαδή το
Όνομα του Πατρός είναι φτιαγμένο για να κρύψει το ασυνείδητο ή, πιο συγκεκριμένα,
την ασυνέπεια του Άλλου, του ασυνειδήτου αν προτιμάτε. Ας διευκρινίσουμε όμως εδώ
ποιος είναι αυτός ο Άλλος στον οποίο αναφέρθηκα και το κάλυμμα του οποίου
αποτελεί το επώνυμο. Υπάρχουν δύο εκδοχές του Άλλου. Υπάρχει ο «άλλος» (με το «α»
μικρό) και υπάρχει και ο «Άλλος» (με το «Α» κεφαλαίο). Ο άλλος είναι ένας δεύτερος
ίδιος με μένα, είναι ο συμμετρικός του εαυτού μου, το άλλο μου εγώ, αυτός που
είναι τόσο όμοιος με μένα ώστε, δοθείσης της ευκαιρίας, παίρνει την θέση μου,
μιλάει στην θέση μου και λέει αυτά που εγώ δεν «θέλω» να πω. Τον ονομάζουμε
φαντασιακό. Κατά μια έννοια δεν διαφέρει από μένα παρά solo numero (μόνο σε αριθμό)[1].
Ο Άλλος, αυτός που η ψυχανάλυση
ονόμασε συμβολικό, έχει διαφορετική δομή. Δεν αρκεί να πω ότι είναι ένας τόπος,
διότι είναι σε τέτοιο βαθμό διαφορετικός ώστε είναι περισσότερος άλλος παρά ο ίδιος
ο εαυτός. Δεν έχει ταυτότητα διότι δεν είναι ταυτόσημος με τον εαυτό του.
Δηλαδή είναι λογικά ασυνεπής, πράγμα που οδήγησε την ψυχανάλυση να διατυπώσει
ότι το ασυνείδητο δεν γνωρίζει την αντίφαση. Έτσι, ο Άλλος ή το ασυνείδητο, αν
προτιμάτε είναι ο τόπος όπου το υποκείμενο χάνει την ταυτότητα του. Πρόκειται
για εκείνο το υποκείμενο που ζητά ανάλυση. Ο λόγος που το κάνει είναι διότι, με
τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθάνεται άλλο από την ταυτότητα του και
τουλάχιστον διαισθάνεται ότι η ταυτότητα του δεν είναι παρά μια ταύτιση και
τίποτε παραπάνω. Αυτό συμβαίνει διότι καμιά ταύτιση δεν ικανοποιεί την
ενόρμηση. Καμιά ταύτιση δεν την «βουλώνει», δεν κατευνάζει το είναι του
υποκειμένου ως απόλαυση. Έτσι εκείνο που αποκαλύπτεται είναι ένα ον απόλαυσης
χωρίς ταυτότητα στο σημαίνον που βρίσκει την συνεκτικότητα του στην φαντασίωση.
Ο Άλλος δεν είναι κανένας,
στερείται ταυτότητας. Η πρόσβαση στον τόπο του απαιτεί το πέρασμα από κάποιον.
Αυτόν τον κάποιον τον λέμε αναλυτή. Ο τελευταίος, περνάει το υποκείμενο στον
Άλλο. Πράγματι, στην ανάλυση συμβαίνει πολύ συχνά να συγχέεται ο αναλυτής με το
Όνομα του Πατρός.
Το Όνομα του Πατρός, όμως, είναι
ένα προσποιητό, και μάλιστα το κατεξοχήν προσποιητό. Η προσποίηση έγκειται στο
ότι λειτουργεί λες και ο Άλλος έχει όνομα. Όμως, είναι απαραίτητο προκειμένου
να καλύψει την ανυπαρξία του Άλλου.
Η χρησιμοποίηση του προσποιητού
του κυρίου ονόματος δεν σημαίνει ότι απλώς ορθώνουμε ένα φετίχ μπροστά στο
πέπλο που καλύπτει το κενό, το άδειο, την άβυσσο του υποκειμένου. Το προσποιητό
του κυρίου ονόματος σηματοδοτεί ότι έχουμε αγγίξει το πραγματικό. Κάθε φορά που
το σημαίνον αγγίζει το πραγματικό, κάθε φορά που ο οικουμενικός λόγος
αναγκάζεται να ομολογήσει ότι εκεί υπήρχε κάτι που δεν ξέραμε, κάθε φορά δηλαδή
που η γνώση περνά στο πραγματικό, καλείται ένα κύριο όνομα.
Στην σύγχρονη συγκυρία καλέσαμε
το κύριο όνομα Κορονοϊός!
[1] Ο
Leibniz αρνήθηκε ότι δύο πράγματα θα μπορούσαν να διαφέρουν solo numero : για δύο διαφορετικά
πράγματα, πρέπει να υπάρχει μια ιδιότητα που το ένα έχει και το άλλο όχι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου