Πρώτο γεγονός: Τα μαθηματικά όπως και το ασυνείδητο είναι ανθρώπινες επινοήσεις, είναι δημιουργήματα μας. Αφορούν και τα δύο, ιδέες που έχουμε στο νου μας. Τόσο οι μαθηματικοί όσο και οι ψυχαναλυτές το ξέρουν αυτό διότι είναι αντίστοιχα εκείνοι που τα επινόησαν.
Δεύτερο γεγονός: Τα μαθηματικά όπως και το ασυνείδητο είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, με την έννοια ότι τα αντικείμενα που περιέχουν, εκείνα που διαπραγματευόμαστε έχουν ιδιότητες που μπορούμε ή που δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε.
Αν πιστεύουμε στην εμπειρία και δεχόμαστε αυτά τα δύο γεγονότα, τότε πρέπει να ρωτήσουμε πως μπορούν να συμβιβαστούν, πως μπορούμε να τα βλέπουμε συμβατά και όχι αντίθετα;
Τι συμβαίνει λοιπόν, όταν παρατηρούμε δύο αντίθετα γεγονότα στον κόσμο, που είναι και τα δύο αναμφισβήτητα αληθή; Συμβαίνει ότι εξαναγκαζόμαστε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, εξαναγκαζόμαστε να βρούμε μια σκοπιά από την οποία τα γεγονότα δεν θα είναι αντίθετα αλλά συμβιβαστά.
Ένας άλλος τρόπος για να πούμε το ίδιο πράγμα είναι ο εξής: Αν ένα γεγονός αντιβαίνει στην κοινή λογική και παρόλα αυτά είμαστε υποχρεωμένοι να το αποδεχτούμε και να ασχοληθούμε μαζί του, τότε μαθαίνουμε να αλλάζουμε το περιεχόμενο που δίνουμε στην έννοια της κοινής λογικής!
Είμαστε συνηθισμένοι να σκεφτόμαστε ότι ο κόσμος περιέχει δύο είδη υλικού: την ύλη, δηλαδή την φυσική ουσία, που την μελετάμε σε ένα εργαστήριο φυσικής, καθώς επίσης και τον νου, δηλαδή τον νου μου ή τον νου σου, την ιδιαίτερη ψυχή που ο καθένας έχει με την οποία, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης, σκεφτόμαστε και νιώθουμε. Αλλά αυτές οι δύο κατηγορίες είναι ανεπαρκείς. Τόσο ανεπαρκείς όσο ήταν για την φυσική οι τέσσερις κατηγορίες των αρχαίων Ελλήνων, η γη, ο αέρας, η φωτιά και το νερό.
Τα μαθηματικά – όπως και το ασυνείδητο – είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που δεν είναι υποκειμενική ούτε φυσική. Αποτελούν μια ιδεατή (δηλαδή, μη φυσική) πραγματικότητα που είναι αντικειμενική (δηλαδή, πέραν από την συνείδηση οποιουδήποτε ατόμου). Πράγματι τα παραδείγματα των μαθηματικών από την μία και του ασυνειδήτου από την άλλη αποτελούν την πιο ισχυρή και συνάμα την πιο πειστική απόδειξη για την ύπαρξη μιας ιδεατής πραγματικότητας. Αυτή την ιδεατή πραγματικότητα ονομάσαμε Προσποιητό. Αιτία της επινόησης αυτού του όρου αποτελεί ο ίλιγγος, που είναι ο καθαυτό ίλιγγος της διαλεκτικής, επειδή το Είναι αποτελεί το αντίθετο του Φαίνεσθαι αλλά κι επειδή, ταυτόχρονα, το Είναι δεν είναι τίποτε άλλο από το Φαίνεσθαι, ένας ορισμένος τρόπος του Φαίνεσθαι. Και αυτή η εγγενής ευθραυστότητα του Είναι δικαιολογεί την επινόηση του όρου που συνενώνει το Είναι και το Φαίνεσθαι, δηλαδή του όρου Προσποιητό [semblant]. Το Προσποιητό είναι μια λέξη που χρησιμοποιούμε στην ψυχανάλυση και μέσω της οποίας προσπαθούμε να ορίσουμε με αδιάρρηκτο τρόπο το Είναι και το Φαίνεσθαι. Έχω επιχειρήσει να μεταφράσω αυτή τη λέξη στα αγγλικά με την έκφραση make believe. Και πράγματι, εάν το πιστεύουμε, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Φαίνεσθαι και το Είναι. Είναι θέμα πίστης.
Ξέρετε, ασφαλώς, αυτό που είναι απωθημένο (ασυνείδητο) είναι κατεξοχήν ένα want to be. Αυτό που είναι απωθημένο (ασυνείδητο) δεν είναι ένα επίκαιρο Είναι, δεν είναι μια λέξη που πράγματι ειπώθηκε. Αυτό που βρίσκεται απωθημένο (ασυνείδητο) είναι μια δυνητική ύπαρξη σε μια εν δυνάμει κατάσταση, η οποία μπορεί να φανερωθεί ή όχι. Η πράξη που φέρνει το ασυνείδητο στην ύπαρξη δεν είναι η πράξη του Αγίου Πνεύματος, είναι μια γλωσσική πράξη που η ψυχανάλυση θέτει σε λειτουργία.
Το έχω ξαναγράψει: Η γλώσσα είναι η λειτουργία που κάνει να υπάρχει αυτό που δεν υπάρχει. Οι θεωρητικοί της μαθηματικής λογικής αναγκάστηκαν να το διαπιστώσουν, και απελπισμένοι από το γεγονός ότι η γλώσσα είναι ικανή να κάνει να υπάρχει αυτό που δεν υπάρχει, προσπάθησαν να οριοθετήσουν τη χρήση της με κανόνες, με την ελπίδα ότι η τεχνητή τους γλώσσα θα ονομάτιζε μόνο αυτό που υπάρχει. Στην πραγματικότητα όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε εδώ, όχι ένα σφάλμα της γλώσσας, αλλά τη δύναμή της. Η γλώσσα είναι δημιουργός και ειδικότερα δημιουργεί το Είναι. Για να είμαι ακριβέστερος η ενέργεια που δαπανάται από το υποκείμενο για να αποκτηθεί η γλώσσα μετατρέπεται σε Είναι. Αυτό εννοώ με την φράση «η γλώσσα είναι δημιουργός». Εν ολίγοις, το ον για το οποίο μιλούν ανέκαθεν οι φιλόσοφοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα γλωσσικό όν, ένα δημιούργημα της γλώσσας. Αυτό είναι το μυστικό της οντολογίας.
Η θέση μου λοιπόν, είναι ότι οι Έλληνες, επειδή ακριβώς βρέθηκαν σε ύψιστο βαθμό αντιμέτωποι με αυτόν τον ίλιγγο, αναζήτησαν ένα «πέραν του Είναι», ένα «πέραν του Προσποιητού». Αυτό που αποκαλούμε Πραγματικό είναι αυτό «το πέραν του Προσποιητού», ένα πέραν που είναι προβληματικό. Υπάρχει άραγε ένα «πέραν του Προσποιητού»; Το Πραγματικό θα ήταν, εάν θέλετε, ένα Είναι, που δεν θα ήταν όμως γλωσσικό κατασκεύασμα, που θα ήταν απρόσβλητο από τα διφορούμενα της γλώσσας και αδιάφορο στο make believe.
Αυτό το Πραγματικό, πού άραγε το έβρισκαν οι Έλληνες; Το έβρισκαν στα μαθηματικά και άλλωστε από τότε που τα μαθηματικά συνεχίστηκαν όπως συνεχίστηκε και η φιλοσοφία, ορισμένοι μαθηματικοί αυτοαποκαλούνται ευχαρίστως πλατωνικοί, με την έννοια ότι δεν πιστεύουν διόλου πως δημιουργούν το αντικείμενό τους, αλλά θεωρούν ότι διαβάζουν ένα Πραγματικό που προϋπάρχει. Και αυτό μας εμπνέει σκέψεις και όνειρα, ενέπνεε τουλάχιστον στον Λακάν.
Ο Λακάν έκανε κάποτε ένα σεμινάριο με τίτλο Για ένα λόγο που δεν θα ήταν του προσποιητού (D’un discours qui ne serait pas du semblant). Η διατύπωση αυτή παρέμεινε μυστηριώδης ακόμα και μετά τη δημοσίευση του σεμιναρίου, επειδή ο τίτλος αυτού του σεμιναρίου παρουσιάζεται με μια δυνητική και συγχρόνως αρνητική
μορφή (αναφέρομαι σε εκείνο το «δεν θα ήταν»). Με αυτή τη μορφή, όμως, υποδηλώνει ένα λόγο που θα ήταν του Πραγματικού, αυτό θέλει να πει. Ο Λακάν είχε τη λεπτότητα να μην το πει με τη μορφή που αποκαλύπτω, το είπε μονάχα με μια δυνητική και αρνητική μορφή: για ένα λόγο που θα ήταν του Πραγματικού, ένα λόγο που θα είχε την αφετηρία του στο Πραγματικό, όπως τα μαθηματικά. Ήταν το όνειρο του Λακάν να τοποθετήσει την ψυχανάλυση στο επίπεδο των μαθηματικών.
Προτείνω, λοιπόν, να εξετάσουμε την ψυχανάλυση με βάση τα προαναφερθέντα. Πού είναι το Πραγματικό στην ψυχανάλυση; Είναι ένα φλέγον ζήτημα, στο βαθμό που ένας ψυχαναλυτής δεν μπορεί να μην αισθανθεί τον ίλιγγο του Είναι, από τη στιγμή που στην πρακτική του κατακλύζεται από τις δημιουργίες και από τα πλάσματα της ομιλίας. Πού είναι το Πραγματικό σε όλα αυτά;
Είναι άραγε το ασυνείδητο Πραγματικό; Όχι, δεν είναι! Και αυτή είναι η πιο εύκολη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε. Το ασυνείδητο είναι μια υπόθεση - που παραμένει ως θεμελιακή προοπτική, ακόμα κι αν μπορούμε να την επεκτείνουμε, να την μεταβάλλουμε. Σας υπενθυμίζω ότι για τον Φρόιντ το ασυνείδητο είναι το αποτέλεσμα ενός παραγωγικού συλλογισμού [déduction]. Ο Λακάν το αποδίδει πολύ πιστά υπογραμμίζοντας ότι το υποκείμενο του ασυνειδήτου είναι ένα υποτιθέμενο, υποθετικό υποκείμενο. Συνεπώς, δεν είναι ένα Πραγματικό. Και αναρωτιόμαστε εάν είναι της τάξης του Είναι. Γνωρίζετε ότι ο Λακάν προτιμάει να πει ότι είναι μια επιθυμία για Είναι παρά ένα Είναι. Το ασυνείδητο δεν έχει περισσότερο Είναι από το ίδιο το υποκείμενο. Αυτό που ο Λακάν γράφει διαγραμμένο S είναι κάτι που δε διαθέτει Είναι, που δεν έχει παρά το Είναι της έλλειψης, του κενού, και που πρέπει να επέλθει. Και το γνωρίζουμε καλά, αρκεί απλά να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Γνωρίζουμε καλά ότι το ασυνείδητο στην ψυχανάλυση υπόκειται σε ένα «οφείλει να Είναι». Υπόκειται σε μια προσταγή την οποία αντιπροσωπεύουμε ως ψυχαναλυτές. Και υπό αυτήν ακριβώς την έννοια ο Λακάν λέει ότι το καθεστώς του ασυνειδήτου είναι ηθικό. Εάν το καθεστώς του ασυνειδήτου είναι ηθικό, σημαίνει ότι δεν είναι της τάξης του Πραγματικού. Το καθεστώς του Πραγματικού δεν είναι ηθικό. Στις εκδηλώσεις του, το Πραγματικό είναι μάλλον unethical, μη ηθικό, δεν συμπεριφέρεται σωστά όπως θα θέλαμε. Το να πούμε ότι το καθεστώς του ασυνειδήτου είναι ηθικό σημαίνει ακριβώς ότι είναι σχετικό με την επιθυμία, και πρώτα-πρώτα με την επιθυμία του αναλυτή που προσπαθεί να εμπνεύσει στον αναλυόμενο να πάρει τη σκυτάλη αυτής της επιθυμίας.
Σε ποια στιγμή, στην πρακτική της ψυχανάλυσης, βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνουμε το ασυνείδητο; Πολύ απλά, για παράδειγμα, όταν βλέπουμε να επανέρχονται στο λόγο του αναλυόμενου παλιές αναμνήσεις που είχε μέχρι τότε ξεχάσει. Δεν μπορούμε να μην υποθέσουμε ότι αυτές οι αναμνήσεις, στο μεταξύ, βρίσκονταν κάπου, σε έναν ορισμένο τόπο του Είναι, έναν τόπο που παραμένει άγνωστος, απρόσιτος στη γνώση, και για τον οποίο λέμε ακριβώς πως δε γνωρίζει το χρόνο. Και για να μιμηθούμε ακόμα περισσότερο το οντολογικό καθεστώς του ασυνειδήτου, ας πάρουμε τα μορφώματά του, όπως τα αποκαλεί ο Λακάν, που αναδεικνύουν ακριβώς το φευγαλέο καθεστώς του Είναι. Τα όνειρα εξαλείφονται. Πρόκειται για όντα χωρίς συνεκτικότητα, από τα οποία στην ψυχανάλυση δεν έχουμε παρά μικρά θραύσματα. Το γλωσσικό ολίσθημα, η παραπραξία, το ευφυολόγημα, είναι στιγμιαία όντα, αστραπιαία, στα οποία δίνουμε στην ψυχανάλυση ένα νόημα αλήθειας, αλλά που εξαφανίζονται αμέσως.
Ανάμεσα λοιπόν σε αυτά τα μορφώματα του ασυνειδήτου υπάρχει το σύμπτωμα. Γιατί θέτουμε το σύμπτωμα ανάμεσα σε αυτά τα μορφώματα του ασυνειδήτου, αν όχι επειδή το φροϋδικό σύμπτωμα είναι επίσης αλήθεια; Του δίνουμε ένα νόημα αλήθειας, το ερμηνεύουμε. Διακρίνεται όμως από όλα τα άλλα μορφώματα του ασυνειδήτου λόγω της μονιμότητάς του. Για να υπάρχει σύμπτωμα με τη φροϋδική έννοια του όρου, πρέπει βέβαια να διακυβεύεται κάποιο νόημα. Πρέπει να είναι εφικτή η ερμηνεία. Και σε αυτό ακριβώς έγκειται η διαφορά, σύμφωνα με τον Φρόιντ, ανάμεσα στο σύμπτωμα και την αναστολή. Η αναστολή είναι πολύ απλά ο περιορισμός μιας λειτουργίας. Μια αναστολή δεν έχει ως τέτοια νόημα αλήθειας. Για να υπάρχει σύμπτωμα πρέπει επίσης το φαινόμενο να έχει διάρκεια. Για παράδειγμα, το όνειρο αλλάζει καθεστώς όταν πρόκειται για επαναληπτικό όνειρο. Όταν το όνειρο είναι επαναληπτικό συμπεραίνουμε ένα τραύμα. Η παραπραξία, όταν επαναλαμβάνεται, γίνεται συμπτωματική, μπορεί μάλιστα να κατακλύσει ολόκληρη τη συμπεριφορά. Τότε της προσδίδουμε το καθεστώς του συμπτώματος. Με αυτή την έννοια το σύμπτωμα είναι ό,τι πιο πραγματικό μάς δίνει η ψυχανάλυση.
Το να σκεφτούμε, σε σχέση με το σύμπτωμα, τη συσχέτιση, τη σύζευξη του αληθινού και του Πραγματικού, είναι τελικά φλέγον ζήτημα. Με αυτή την έννοια, το σύμπτωμα είναι ένας Ιανός, έχει δύο όψεις, μια όψη αλήθειας και μια όψη πραγματικού. Αυτό που ανακάλυψε ο Φρόιντ και προκάλεσε αίσθηση στην εποχή του, είναι ότι το σύμπτωμα ερμηνεύεται όπως το όνειρο, ερμηνεύεται σε συνάρτηση με μια επιθυμία, και ότι είναι ένα επιτέλεσμα αλήθειας. Υπάρχει όμως, όπως γνωρίζετε, ένας δεύτερος χρόνος αυτής της ανακάλυψης, η επιμονή του συμπτώματος μετά την ερμηνεία. Ο Φρόιντ την ανακάλυψε ως ένα παράδοξο. Είναι πράγματι ένα παράδοξο εάν το σύμπτωμα είναι απλά και μόνο μια γλωσσική ύπαρξη. Όταν έχουμε να κάνουμε με γλωσσικές υπάρξεις στην ψυχανάλυση, τις ερμηνεύουμε, δηλαδή τις συρρικνώνουμε. Επαναφέρουμε τα γλωσσικά όντα στο τίποτε, στο μηδέν. Το παράδοξο εδώ είναι ότι υπάρχει ένα υπόλειμμα. Υπάρχει ένα x που παραμένει πέραν της φροϋδικής ερμηνείας. Σήμερα η πρακτική μας επεκτάθηκε πολύ πέραν του φροϋδικού σημείου, πολύ πέραν του σημείου όπου για τον Φρόιντ η ψυχανάλυση έφτανε στο τέλος της. Για την ακρίβεια, ήταν ένα τέλος για το οποίο ο Φρόιντ έλεγε ότι υπάρχει πάντα ένα υπόλειμμα και επομένως πρέπει πάντοτε να ξαναρχίζουμε την ψυχανάλυση, μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον όσον αφορά τον ψυχαναλυτή. Μια μικρή παύση και μετά ξαναρχίζουμε. Ήταν ο ρυθμός stop and go, όπως το λέμε στα αγγλικά σήμερα. Δεν είναι όμως αυτή η πρακτική μας. Η πρακτική μας επεκτείνεται πέραν του σημείου όπου ο Φρόιντ θεωρούσε ότι υπάρχει κάθε φορά ένα τέλος της ψυχανάλυσης, έστω κι αν έπρεπε αργότερα να την ξαναρχίσουμε. Η πρακτική μας πηγαίνει πέραν του σημείου που ο Φρόιντ θεωρούσε ως τέλος της ψυχανάλυσης. Στην πρακτική μας, γινόμαστε τότε μάρτυρες της αντιπαράθεσης του υποκειμένου με τα συμπτωματικά του υπολείμματα. Περνάμε βέβαια από τη στιγμή της αποκρυπτογράφησης της αλήθειας του συμπτώματος, αλλά φτάνουμε στα συμπτωματικά υπολείμματα και εκεί δεν σταματάμε, δεν λέμε στοπ. Ο ψυχαναλυτής δεν λέει stop και ο αναλυόμενος δεν λέει stop. Η ψυχανάλυση, σε αυτή τη φάση, συνίσταται στην άμεση αντιπαράθεση του υποκειμένου με αυτά που ο Φρόιντ αποκαλούσε συμπτωματικά υπολείμματα και στα οποία προσδίδουμε ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς. Υπό το όνομα «συμπτωματικά υπολείμματα» ο Φρόιντ σκόνταψε πάνω στο Πραγματικό του συμπτώματος, πάνω σε αυτό που, μέσα στο σύμπτωμα, είναι εκτός νοήματος.
Ο Φρόιντ, στο έργο “Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος”, στο δεύτερο κεφάλαιο, χαρακτήριζε ήδη το σύμπτωμα, με αφετηρία αυτό που αποκαλούσε ενορμητική ικανοποίηση, «ως σήμα και υποκατάστατο (Anzeichen und Ersatz) μιας ενορμητικής ικανοποίησης που δεν πραγματοποιήθηκε». Το εξηγούσε στο τρίτο κεφάλαιο με αφετηρία την ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και την παράνοια σημειώνοντας πως το σύμπτωμα, που εμφανίζεται πρώτα ως ένα ξένο σώμα σε σχέση με το Εγώ, τείνει όλο και περισσότερο να γίνει ένα με το Εγώ, δηλαδή να ενσωματωθεί στο Εγώ. Έβλεπε μέσα στο σύμπτωμα το αποτέλεσμα της διαδικασίας της απώθησης.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω το εξής: η εν λόγω απόλαυση, είναι άραγε πρωταρχική; Υπό μια έννοια, ναι. Μπορούμε να πούμε ότι η απόλαυση είναι το ίδιον του σώματος, ότι είναι ένα φαινόμενο του σώματος. Υπό αυτή την έννοια, ένα σώμα είναι αυτό που απολαμβάνει, αλλά σε σχέση με τον εαυτό του. Ένα σώμα είναι αυτό που απολαμβάνει από τον εαυτό του και αυτό ακριβώς ο Φρόιντ αποκαλούσε αυτοερωτισμό. Αλλά αυτό ισχύει για κάθε ζωντανό σώμα. Μπορούμε να πούμε ότι το καθεστώς του ζωντανού σώματος συνίσταται στο να απολαμβάνει από τον εαυτό του. Αυτό που διακρίνει το σώμα του ομιλούντος όντος είναι ότι η απόλαυσή του υφίσταται την επίπτωση της ομιλίας. Και ένα σύμπτωμα μαρτυρά ακριβώς ότι έλαβε χώρα ένα συμβάν που σημάδεψε την απόλαυσή του, μια μη αρμόζουσα απόλαυση, μια απόλαυση που διαταράζει την αρμόζουσα απόλαυση, δηλαδή την απόλαυση από τη φύση του ως σώμα. Επομένως, υπό αυτή την έννοια, όχι, η εν λόγω απόλαυση στο σύμπτωμα δεν είναι πρωταρχική. Παράγεται από το σημαίνον. Γι αυτό γουστάρουμε να μιλάμε! Μιλάμε και παράγουμε μια απόλαυση που ονομάζουμε υπεραπόλαυση. Και αυτή ακριβώς η σημαίνουσα επίπτωση καθιστά την απόλαυση του συμπτώματος συμβάν, και όχι μόνο φαινόμενο. Η απόλαυση του συμπτώματος μαρτυρά ότι έλαβε χώρα ένα συμβάν, ένα σωματικό συμβάν μετά από το οποίο η σε εισαγωγικά φυσική απόλαυση που μπορούμε να φανταστούμε ως μια φυσική απόλαυση του ζωντανού σώματος, διαταράχτηκε και παρέκκλινε. Αυτή η απόλαυση δεν είναι πρωταρχική, είναι όμως πρώτη σε σχέση με το νόημα που της προσδίδει το υποκείμενο, και της το προσδίδει με το σύμπτωμά του ως ερμηνεύσιμο.
Ενώ η απόλαυση που παράγουν τα μαθηματικά είναι το Πραγματικό για την φιλοσοφία, η απόλαυση που παράγει το σύμπτωμα είναι το Πραγματικό στην ψυχανάλυση. Εδώ έγκειται λοιπόν, η συνάφεια των μαθηματικών και του συμπτώματος.

