Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Η Ανάλυση του Μνησίκακου υποκειμένου


«Το μίσος είναι η αγάπη που έχει ξεμεθύσει».
 Σέρεν Κίρκεγκορ, Δανός φιλόσοφος

Το να διατηρεί κάποιος στη μνήμη του, ένα κακό που του έγινε (υποθετικό ή αληθινό, είναι αδιάφορο) και να επιθυμεί την ανταπόδοσή του αυτό σημαίνει μνησικακία και ταυτόχρονα σημαίνει ότι η συγκεκριμένη μονάδα δεν ζει στον παρόντα χρόνο.

Το μίσος είναι θεμελιώδες συναίσθημα στον άνθρωπο. Εμφανίζεται στον κοινό τόπο που δημιουργείται όταν το Φαντασιακό συναντά το Πραγματικό εν τη απουσεία του Συμβολικού.
Ο φθόνος είναι το αποτέλεσμα, το μίσος είναι η αιτία.

Το βρέφος αρχικά τοποθετείται απέναντι στην Μητέρα (ο πρώτος Άλλος) υπό το πλέγμα του μίσους. Αιτία: το τραύμα της γέννησης του. «Αν με ήθελε, αν με αγαπούσε, θα με κράταγε εντός της. Με γέννησε! Με απέβαλλε από μέσα της. Άρα δεν με αγαπάει. Την μισώ για αυτό».
Στο βρέφος που απουσιάζει το Συμβολικό το μίσος είναι καθαρό. Έχει αντικείμενο: την Μητέρα. Έχει αποτέλεσμα: τον Φθόνο για εκείνη όταν «αποδειχθεί» ότι αυτόν που τελικά αυτή επιθυμούσε δεν ήταν το ίδιο το βρέφος αλλά τον παρείσακτο άλλο που έχει το όνομα «Πατέρας». Ο Φθόνος εντείνεται ακόμα και από την αυταπάτη μου ότι, τάχα, αυτή κατέχει τον φαλλό, ότι, τάχα, εγώ (το μικρό βρέφος) είμαι ο φαλλός (το επιθυμητό της αντικείμενο) και στο τέλος (αφού ολοκληρώνεται το οιδιπόδειο) ανακαλύπτω ότι Άλλος έχει τον φαλλό και αυτόν επιθυμούσε η ρουφιάνα! Αυτόν τον Άλλο που φέρει το όνομα «Πατέρας». Αυτός ο Άλλος προς τον οποίο εγώ (το μικρό βρέφος) τελικά στράφηκα (και δεν απαρνήθηκα προς χάριν την αφιλότιμης Μητέρας, δεν δια-στράφηκα για να διατηρήσω την αυταπάτη μου προσηλωμένος στην προδότρα, ικετεύοντας την «αγάπα με, please, αγαπητή καριόλα») και για χάρη του κατάφερα να ενεργοποιήσω τον μηχανισμό της απώθησης (ο οποίος δημιούργησε το α-συνειδήτο μου ταυτοχρόνως με την συνείδηση μου) και μέσω αυτού να μετουσιώσω το Μίσος – Φθόνο σε Αγάπη. Αυτός ο Άλλος που φέρει το όνομα «Πατέρας» (Συμβολικό – γλώσσα) που τελικά με έκανε ασφαλή και δυνατό, γεμάτο με σθένος (και όχι αδύναμο και α-σθενή όπως με καθιστά η προσήλωση μου στην προδότρα). Ως εκ τούτου αυτός ο Άλλος ανακάλυψα ότι είναι ευεργέτης μου Μεγάλος!

Τι συμβαίνει, όμως, αν η «δουλειά» του Πατέρα δεν έγινε αποτελεσματική όσο απαιτείται; Αν ο Πατέρας (το Συμβολικό) για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν εμπεδώθηκε ή κατάντησε να ναι μικρό, κούτσικο, περιορισμένο, φτωχό; Μα τότε η απώθηση – άρα και η μετουσίωση – δεν είναι αποτελεσματική. Το Συμβολικό έλλειμα μου διογκώνεται. Τα απωθημένα μου συναισθήματα - ο φθόνος, το μίσος, η ανάγκη για εκδίκηση – επιστρέφουν στο ψυχικό προσκήνιο. Η αγάπη παραγκωνίζεται. Μεταλλάσσεται σε εξάρτηση και εγώ γίνομαι μνησίκακος. Η αδυναμία να αποβάλλω αυτά τα φθοροποιά συναισθήματα από την συνείδηση μου γίνεται φανερή σε μένα.
Αυτή μου η αδυναμία με καθιστά ανίκανο να δράσω. Δεν μπορώ να εκτονώσω το μίσος που νιώθω μέσω της εκδίκησης. Η εκδίκηση είναι πράξη – δράση. Θέλω, επιθυμώ να ταπεινώσω τον Άλλο. Θέλω να τον καταστήσω έναν τόσο δα μικρούλη άλλο (με ένα «α» τόσο δα μικρό). Θέλω να τον εκδικηθώ για το κακό που νομίζω – και είμαι βαθιά πεισμένος για αυτό – ότι μου έκανε αλλά νιώθω τόσο αδύναμος που δεν μπορώ να δράσω. Έτσι κυριευμένος από ένα απελπισμένο πείσμα μεγάλης χρονικής διάρκειας διαιωνίζω εντός μου το ανικανοποίητο αίσθημα της εκδίκησης μου. Η μόνη δυνατότητα εκτόνωσης της μνησικακίας που νιώθω έγκειται στην απαξίωση των αξιών του αντικειμένου που μισώ. Μπορώ να το ειρωνευτώ, να το σαρκάσω, να το ταπεινώσω λεκτικά, να το κακολογήσω γενικότερα.  

Ενώ  είναι σίγουρο ότι ο φθόνος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, όμως αν αφεθεί ελεύθερος, ο φθόνος έχει την τάση να μειώνει όλους όσους διακατέχει. Ο φθόνος βγαίνει από το ρήμα φθίνω που σημαίνει μειώνω, λιγοστεύω, συρρικνώνω και πράγματι, ο φθόνος μειώνει το σθένος κι άρα η μονάδα α-σθενεί. Όπου τίθεται σε λειτουργία ο φθόνος, η κρίση εκτραχύνεται, ελευθεριάζει κι εκπορνεύεται. Όπως και να λειτουργεί ο νους, ο φθόνος, το γνωρίζουμε, είναι μία από τις υπερβολές του. Παρεμποδίζει τη διαύγεια, τόσο για τον εαυτό όσο και για τους ανθρώπους που φθονεί και τελικά δίνει μια κακή εικόνα για τον εαυτό και την ζωή. Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί και μισεί. Η μοχθηρία θολώνει τη σκέψη, συντρίβει την γενναιοδωρία, αποκλείει κάθε ελπίδα για γαλήνη, χαρά, ευτυχία, επιτυχία, υγεία και καταλήγει στο μαρασμό νόησης και σώματος· λόγοι που αρκούν για να μην ξεπέσουμε στον βόρβορο της νοσηρής ασθένειας.
     .      
Τα μνησίκακα υποκείμενα, μέσα από τη δικιά τους φαντασιακή ευσεβή αλήθεια, επιλέγουν να πιστεύουν αυτό που τους βολεύει, διανθίζουν την «δική τους αλήθεια» με απίστευτες δικαιολογίες, ώστε να καλύψουν την αδικαιολόγητη κακία τους και το αδηφάγο μίσος τους. Όσο πιο μνησίκακος είναι κάποιος, τόσο πιο πολλές δικαιολογίες ανικανότητας χωρίς ίχνος αποτελέσματος η εμπειρίας θα εφευρίσκει. Η συνήθης πρακτική του μνησίκακου είναι να κατασκευάζει φανταστικούς εχθρούς καλλιεργώντας τον φθόνο στον κοινωνικό περίγυρο και αξιοποιώντας τον προς όφελός του, δηλαδή το γνωστό «διαίρει και βασίλευε»!

Αυτή η νοσηρή κατάσταση οδηγεί στην δηλητηρίαση της προσωπικότητας και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε τελικά, όσοι έχουν μνησικακία σχεδόν απολαμβάνουν τις ευκαιρίες για κριτική που τους επιτρέπει η νοοτροπία τους. Η κριτική που ωθείται από την μνησικακία δεν προσδοκά, ούτε και προσμένει, την εξάλειψη αυτού που θεωρεί λανθασμένο, ή εσφαλμένο ή κακό. Δίχως αυτά τα μειονεκτήματα κι αυτά τα σφάλματα, θα καταστρεφόταν η αυξανόμενη ευχαρίστηση που προσφέρει η εξύβριση κι η άρνηση.

Μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι: Κάθε θεωρία που ανάγει την διαφορά καλού – κακού στην διαφορά ευχάριστου – δυσάρεστου και την σχετικοποιεί ανάλογα με την ατομική προτίμηση του υποκειμένου μπορεί και της πρέπει να κατανοηθεί ως προϊόν μνησικακίας.  

Τέλος, η Μνησικακία είναι ο μοναδικός λόγος που το ανθρώπινο ζώο α-σθενεί (χάνει το σθένος του) και κανένας απολύτως άλλος. Η μνησικακία έχει σωματικές συνέπειες: υψηλή πίεση, αύξηση των παλμών, αυξημένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, καρκίνους, φλεγμονές κ.α. που αποκαλούνται «αυτοάνοσα». Κοινός τόπος όλων η γενικευμένη συστημική οξύτητα μέσα στο σώμα. Όσο περισσότερο μένεις στην υποτιθέμενη κακία, τόσο πιο σίγουρο είναι ότι αυτά τα συναισθήματα επηρεάζουν την καρδιά, το σθένος, την υγεία. Η μνησικακία είναι ένα καθαρά φαντασιακό φαινόμενο παρελθόντος χρόνου, που τρώει σαν σαράκι τα σωθικά σου κι όταν αυτό γίνει πραγματικότητα, η μνησικακία μετατρέπεται σε καρκίνο, ψωρίαση, έρπη, Αλτσχάιμερ, καρδιοπάθειες και χιλιάδες δήθεν ανίατες ασθένειες.Η μνησικακία εκφράζεται μέσα στο σώμα για να δικαιολογήσει την ύπαρξη της και μέσω της ασθένειας δικαιολογεί τον εαυτό της. Επιβεβαιώνει λοιπόν το υποκείμενο μέσω της αρρώστιας ότι έχει δίκιο για το μίσος που αισθάνεται κι άρα δεν είναι της φαντασίας του, αλλά μια αντικειμενική αλήθεια. Μέσω της εκδηλωμένης ασθένειας έχει αποδείξεις για την οδύνη του χωρίς όμως να έχει συνείδηση όλων αυτών και το τίμημα που πληρώνει γι’ αυτόν τον μηχανισμό ο μνησίκακος είναι εξαιρετικά βαρύ. Όλοι μας βάζουμε το σώμα μας να δείξει στο περιβάλλον μας το πώς αισθανόμαστε και μέσω του σώματος μας  χρησιμοποιούμε σαν μάρτυρες τους ανθρώπους του περίγυρου μας. Μετατρέποντας την προσωπική οδύνη σε σωματική πραγματικότητα αφαιρούμε από τους γύρω μας την δυνατότητα να την αγνοήσουν ή να αποστασιοποιηθούν από αυτήν.

Ίσως, έγινε η αγάπη μίσος
Ίσως, έτσι είναι φυσικό
Ίσως, αλλά δεν υπάρχει ίσως
Μίσος, και είναι κάτι τραγικό.
                                                                 Άκης Πάνου: Μίσος - 1974
                                                                 

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Μίσος, άγνοια, αγάπη: Θεμελιώδη συναισθήματα




Οι τρεις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης είναι: Το μίσος, η αγάπη και η άγνοια. Το μίσος είναι το συναίσθημα που έχει τον τόπο του εκεί που συμβάλει το πραγματικό και το φαντασιακό του ανθρώπου.

Στο σχέδιο 1 φαίνεται ο τόπος του μίσους και αντιστοιχεί στο κίτρινο χρώμα. Μιλάμε για «καθαρό» μίσος εννοώντας τον τόπο που σχηματίζεται χωρίς την διαμεσολάβηση του συμβολικού. Να θυμίσω, σε αυτό το σημείο, ότι το Φαντασιακό του ανθρώπου είναι η σφαίρα του εγώ. Πρόκειται για μια προ – γλωσσική σφαίρα της αισθητηριακής αντίληψης, της ταύτισης και μιας απατηλής αίσθησης ενότητας. Η πρωταρχική σχέση στο Φαντασιακό είναι μια σχέση με το ίδιο μας το σώμα δηλαδή με την κατοπτρική εικόνα του σώματος. Πρόκειται για εκείνη την εικόνα του Σταδίου του Καθρέφτη. Αυτές οι φαντασιακές διαδικασίες διαμορφώνουν το εγώ και επαναλαμβάνονται και ενισχύονται από το υποκείμενο στην σχέση του με τον εξωτερικό κόσμο. Καθώς η αίσθηση της ενότητας και της συνοχής στο στάδιο του καθρέφτη είναι μια ψευδαίσθηση, υπάρχει μια θεμελιώδης δυσαρμονία που αφορά το εγώ. Το εγώ είναι ουσιαστικά το έδαφος διαφωνιών και συγκρούσεων, ένας τόπος διαρκούς πάλης. Εν ολίγοις, το Φαντασιακό είναι μια σφαίρα ταύτισης και κατοπτρικής αντανάκλασης, μια σφαίρα διαστρέβλωσης και ψευδαίσθησης.
Από την άλλη, το Πραγματικό είναι εκείνο που αντιστέκεται στην συμβολοποίηση. Αντιστοιχεί σε οτιδήποτε ο άνθρωπος δεν μπορεί να δώσει όνομα και κατ’ επέκταση νόημα. Πρόκειται για ό,τι παραμένει ανείπωτο και ως εκ τούτου ανοίκειο. Δεν συνδέεται με την επιθυμία αλλά με την απόλαυση. Είναι ο τόπος του ασυνειδήτου άμα τη εμφανίσει της γλώσσας.
Στην επαφή του εγώ (Φαντασιακό) με το Πραγματικό χωρίς την όποια διαμεσολάβηση της γλώσσας αναπτύσσεται η δυσαρέσκεια, ο φόβος και ο τρόμος του εγώ απέναντι στο ανοίκειο και η επιθετικότητα του εγώ είναι η μόνη κατάσταση άμυνας απέναντι στην απειλούμενη υποκειμενική ύπαρξη. Το μίσος είναι το μόνο συναίσθημα που ευδοκιμεί σε αυτόν τον τόπο.

Στο σχέδιο 2 έχουμε την επαφή του Πραγματικού με το Συμβολικό. Εδώ είναι ο τόπος (μπλε χρώμα) όπου αναπτύσσεται το συναίσθημα της άγνοιας. Κάθε φορά που η γλώσσα συμβολοποιεί – δίνει όνομα και νόημα – σε οτιδήποτε ανοίκειο που βρίσκεται στο Πραγματικό του ανθρώπου ενεργοποιεί τον μηχανισμό της απώθησης και απωθεί το πράγμα του Πραγματικού στο ασυνείδητο. Έτσι, το όνομα (σύμβολο) και το νόημα που του αντιστοιχεί υποκαθιστά στον άνθρωπο την «αλήθεια» του πράγματος. Ως εκ τούτου στην συμβολή του Πραγματικού και του Συμβολικού αναπτύσσεται το συναίσθημα της άγνοιας του ασυνειδήτου, το συναίσθημα της άγνοιας του Πραγματικού. Η επιθυμία του ανθρώπου που βρίσκεται μέσα στο συμβολικό εκφράζεται με την φράση «δεν θέλω να ξέρω».

Στο σχέδιο 3 έχουμε την επαφή του Συμβολικού με το Φαντασιακό. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την επαφή της «λέξης» με το «νόημα» της, του σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Το Πράγμα του Πραγματικού που νοηματοδοτήθηκε έγινε φιλικό, οικείο, προσφιλές στο υποκείμενο. Αφαιρέθηκε ο τρόμος και ο φόβος που προκαλούσε ως τέτοιο. Τώρα έγινε αντικείμενο αγάπης και έτσι καθίσταται πλέον επιθυμητό. Ως επιθυμητό ζητείται η εξύψωση του στο επίπεδο του ιδανικού. Η αγάπη, λοιπόν, έχει τον δικό της τόπο όπου και αναπτύσσεται: στην συμβολή του Συμβολικού με το Φαντασιακό (πράσινο χρώμα). Το φαντασιακό συναίσθημα του μίσους με την διαμεσολάβηση του Συμβολικού μεταβάλλεται σε αγάπη. Το μίσος απωθείται στο ασυνείδητο. Μιλάμε για «θαυμασμό» του άλλου. Τον «θαυμάζουμε» σημαίνει αποκτούμε κίνητρο για να του μοιάσουμε. Ο «θαυμασμός» που τρέφουμε μας κινητοποιεί να εξυψώσουμε στο επίπεδο του και τον εαυτό μας. Τα ά-φθονα προτερήματα του μας οδηγούν πέραν του φθόνου (συγκαλυμμένο μίσος) που τρέφουμε για εκείνον. Εξυψώνοντας το είναι του αποκτούμε κίνητρο εξύψωσης του εαυτού. Το ιδανικό της ισότητας με όλες τις παραλλαγές του (ισονομία, ισοτιμία, δικαιοσύνη κ.λπ.) συνηγορεί εναντίον του φθόνου και του μίσους για τον άλλο. Έτσι, συνηγορεί υπέρ του συναισθήματος της αγάπης τόσο για τον άλλο όσο και για τον εαυτό.

Στο σχέδιο 4 έχουμε την σύνθεση των τριών αναλυτικών σχεδίων που έχουμε επεξεργασθεί μέχρι τώρα. Στο σχέδιο αυτό έχουμε την παρουσία του υποκειμένου! Μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτό την γκρι ζώνη. Πρόκειται για την συμβολή (τον τόπο) των τριών συναισθημάτων: του μίσους, της αγάπης και της άγνοιας. Σε κάθε σημείο αυτού του τόπου (του γκρι) το ένα συναίσθημα επικαλύπτει τα άλλα δύο. Η αγάπη, ας πούμε, καλύπτει το μίσος και την άγνοια. Σε αυτόν το τόπο το υποκείμενο απαντά στην ερώτηση «τι νιώθεις;». Κάθε απάντηση του στόματος αντιστοιχεί στο συναίσθημα που εκείνη την στιγμή έχει πρωτοκαθεδρία στην συνείδηση.

Στο σχέδιο 5 μπορούμε να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει στο υποκείμενο που «εισέρχεται» όλο και περισσότερο στην γλώσσα. Διαπιστώνουμε ότι η μεγέθυνση του συμβολικού συνιστά διεύρυνση του συναισθήματος της αγάπης αλλά και διεύρυνση του συναισθήματος της άγνοιας του Πραγματικού (του ασυνειδήτου). Πράγματι, όταν ο αναλυόμενος προσέρχεται στην ανάλυση καταλαμβάνει την θέση του υποκειμένου της άγνοιας του ασυνειδήτου απέναντι στον αναλυτή στον οποίον παραχωρεί την θέση του «υποκειμένου που γνωρίζει». Στην πορεία της ανάλυσης ο αναλυόμενος όλο και πιο πολύ εισχωρεί – με την βοήθεια του αναλυτή – στην γνώση του ασυνειδήτου του (του Πραγματικού). Επανανοηματοδοτώντας σημαίνοντα που τον βασανίζουν «λύνει» αντιφάσεις και διχασμούς του. Αποδίδοντας – μέσω της μεταβίβασης – αυτήν την ευεργετική για τον ίδιον κατάσταση στον αναλυτή εξυψώνει εκείνον στο αντικείμενο της αγάπης. Το υποκείμενο λοιπόν, που έχει πλούσιο συμβολικό αντιλαμβάνεται τόσο τον άλλο όσο και τον εαυτό ως το αντικείμενο της αγάπης ενώ κρατεί πάντα για τον εαυτό του την θέση της άγνοιας του Πραγματικού του. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι διευρυμένο συμβολικό σημαίνει και διευρυμένη γκρι ζώνη ενώ το κίτρινο του μίσους είναι περιορισμένο.  

Στο σχέδιο 6 έχουμε την εικόνα του υποκειμένου με περιορισμένο Συμβολικό. Μπορούμε να δούμε ότι η αγάπη περιορίζεται, όπως επίσης και η άγνοια του ασυνειδήτου. Θα λέγαμε ότι το εν λόγω υποκείμενο έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην απόλαυση του (στο ασυνείδητο) από ότι το αντίστοιχο με διευρυμένο συμβολικό. Το Πράγμα του Πραγματικού για αυτό το υποκείμενο είναι και παραμένει πηγή φόβου και τρόμου. Η σύγκρουση μαζί του καθώς και επιθετικότητα ευνοούνται. Η οικειότητα της αγάπης και η εξύψωση στο όριο του ιδανικού που αυτή συνεπάγεται φθίνουν προς όφελος του μίσους. Η γκρι ζώνη βαίνει συρρικνούμενη ενώ η κίτρινη είναι διευρυμένη. Έτσι, το εν λόγω υποκείμενο εισέρχεται στη ανάλυση «κρατώντας» για τον εαυτό του την θέση του «υποκειμένου που γνωρίζει». Παραχωρεί στον αναλυτή την θέση του τόπου όπου εκφορτίζει «τα σκουπίδια» του. Για αυτό το υποκείμενο ο αναλυτής δεν είναι ποτέ το αντικείμενο της αγάπης. Αντίθετα, αποτελεί το αντικείμενο της απέχθειας και επομένως του μίσους του. Η μόνη αξία που έχει ο αναλυτής είναι εκείνη της χρήσης. Χρησιμεύει ως δοχείο εκφόρτισης ενορμήσεων του θανάτου που μπουκώνουν συχνά το εν λόγω υποκείμενο.
Το μίσος, στην περίπτωση του υποκειμένου με περιορισμένο Συμβολικό τείνει να είναι «καθαρό» μια που η γκρι ζώνη είναι περιορισμένη.