Οι τρεις θεμελιώδεις
έννοιες της ψυχανάλυσης είναι: Το μίσος, η αγάπη και η άγνοια. Το μίσος είναι
το συναίσθημα που έχει τον τόπο του εκεί που συμβάλει το πραγματικό και το
φαντασιακό του ανθρώπου.
Στο σχέδιο 1 φαίνεται ο τόπος του
μίσους και αντιστοιχεί στο κίτρινο χρώμα. Μιλάμε για «καθαρό» μίσος εννοώντας
τον τόπο που σχηματίζεται χωρίς την διαμεσολάβηση του συμβολικού. Να θυμίσω, σε
αυτό το σημείο, ότι το Φαντασιακό του ανθρώπου είναι η σφαίρα του εγώ.
Πρόκειται για μια προ – γλωσσική σφαίρα της αισθητηριακής αντίληψης, της
ταύτισης και μιας απατηλής αίσθησης ενότητας. Η πρωταρχική σχέση στο Φαντασιακό
είναι μια σχέση με το ίδιο μας το σώμα δηλαδή με την κατοπτρική εικόνα του
σώματος. Πρόκειται για εκείνη την εικόνα του Σταδίου του Καθρέφτη. Αυτές οι
φαντασιακές διαδικασίες διαμορφώνουν το εγώ και επαναλαμβάνονται και
ενισχύονται από το υποκείμενο στην σχέση του με τον εξωτερικό κόσμο. Καθώς η
αίσθηση της ενότητας και της συνοχής στο στάδιο του καθρέφτη είναι μια
ψευδαίσθηση, υπάρχει μια θεμελιώδης δυσαρμονία που αφορά το εγώ. Το εγώ είναι ουσιαστικά
το έδαφος διαφωνιών και συγκρούσεων, ένας τόπος διαρκούς πάλης. Εν ολίγοις, το Φαντασιακό
είναι μια σφαίρα ταύτισης και κατοπτρικής αντανάκλασης, μια σφαίρα
διαστρέβλωσης και ψευδαίσθησης.
Από την άλλη, το Πραγματικό είναι
εκείνο που αντιστέκεται στην συμβολοποίηση. Αντιστοιχεί σε οτιδήποτε ο άνθρωπος
δεν μπορεί να δώσει όνομα και κατ’ επέκταση νόημα. Πρόκειται για ό,τι παραμένει
ανείπωτο και ως εκ τούτου ανοίκειο. Δεν συνδέεται με την επιθυμία αλλά με την
απόλαυση. Είναι ο τόπος του ασυνειδήτου άμα τη εμφανίσει της γλώσσας.
Στην επαφή του εγώ (Φαντασιακό)
με το Πραγματικό χωρίς την όποια διαμεσολάβηση της γλώσσας αναπτύσσεται η δυσαρέσκεια,
ο φόβος και ο τρόμος του εγώ απέναντι στο ανοίκειο και η επιθετικότητα του εγώ
είναι η μόνη κατάσταση άμυνας απέναντι στην απειλούμενη υποκειμενική ύπαρξη. Το
μίσος είναι το μόνο συναίσθημα που ευδοκιμεί σε αυτόν τον τόπο.
Στο σχέδιο 2 έχουμε την επαφή του
Πραγματικού με το Συμβολικό. Εδώ είναι ο τόπος (μπλε χρώμα) όπου αναπτύσσεται
το συναίσθημα της άγνοιας. Κάθε φορά που η γλώσσα συμβολοποιεί – δίνει όνομα
και νόημα – σε οτιδήποτε ανοίκειο που βρίσκεται στο Πραγματικό του ανθρώπου
ενεργοποιεί τον μηχανισμό της απώθησης και απωθεί το πράγμα του Πραγματικού στο
ασυνείδητο. Έτσι, το όνομα (σύμβολο) και το νόημα που του αντιστοιχεί
υποκαθιστά στον άνθρωπο την «αλήθεια» του πράγματος. Ως εκ τούτου στην συμβολή
του Πραγματικού και του Συμβολικού αναπτύσσεται το συναίσθημα της άγνοιας του
ασυνειδήτου, το συναίσθημα της άγνοιας του Πραγματικού. Η επιθυμία του ανθρώπου
που βρίσκεται μέσα στο συμβολικό εκφράζεται με την φράση «δεν θέλω να ξέρω».
Στο σχέδιο 3 έχουμε την επαφή του
Συμβολικού με το Φαντασιακό. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την επαφή της «λέξης»
με το «νόημα» της, του σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Το Πράγμα του Πραγματικού
που νοηματοδοτήθηκε έγινε φιλικό, οικείο, προσφιλές στο υποκείμενο. Αφαιρέθηκε
ο τρόμος και ο φόβος που προκαλούσε ως τέτοιο. Τώρα έγινε αντικείμενο αγάπης
και έτσι καθίσταται πλέον επιθυμητό. Ως επιθυμητό ζητείται η εξύψωση του στο επίπεδο
του ιδανικού. Η αγάπη, λοιπόν, έχει τον δικό της τόπο όπου και αναπτύσσεται:
στην συμβολή του Συμβολικού με το Φαντασιακό (πράσινο χρώμα). Το φαντασιακό
συναίσθημα του μίσους με την διαμεσολάβηση του Συμβολικού μεταβάλλεται σε
αγάπη. Το μίσος απωθείται στο ασυνείδητο. Μιλάμε για «θαυμασμό» του άλλου. Τον
«θαυμάζουμε» σημαίνει αποκτούμε κίνητρο για να του μοιάσουμε. Ο «θαυμασμός» που
τρέφουμε μας κινητοποιεί να εξυψώσουμε στο επίπεδο του και τον εαυτό μας. Τα
ά-φθονα προτερήματα του μας οδηγούν πέραν του φθόνου (συγκαλυμμένο μίσος) που
τρέφουμε για εκείνον. Εξυψώνοντας το είναι του αποκτούμε κίνητρο εξύψωσης του
εαυτού. Το ιδανικό της ισότητας με όλες τις παραλλαγές του (ισονομία, ισοτιμία,
δικαιοσύνη κ.λπ.) συνηγορεί εναντίον του φθόνου και του μίσους για τον άλλο.
Έτσι, συνηγορεί υπέρ του συναισθήματος της αγάπης τόσο για τον άλλο όσο και για
τον εαυτό.
Στο σχέδιο 4 έχουμε την σύνθεση
των τριών αναλυτικών σχεδίων που έχουμε επεξεργασθεί μέχρι τώρα. Στο σχέδιο
αυτό έχουμε την παρουσία του υποκειμένου! Μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτό την
γκρι ζώνη. Πρόκειται για την συμβολή (τον τόπο) των τριών συναισθημάτων: του
μίσους, της αγάπης και της άγνοιας. Σε κάθε σημείο αυτού του τόπου (του γκρι)
το ένα συναίσθημα επικαλύπτει τα άλλα δύο. Η αγάπη, ας πούμε, καλύπτει το μίσος
και την άγνοια. Σε αυτόν το τόπο το υποκείμενο απαντά στην ερώτηση «τι νιώθεις;».
Κάθε απάντηση του στόματος αντιστοιχεί στο συναίσθημα που εκείνη την στιγμή
έχει πρωτοκαθεδρία στην συνείδηση.
Στο σχέδιο 5 μπορούμε να
διαπιστώσουμε τι συμβαίνει στο υποκείμενο που «εισέρχεται» όλο και περισσότερο
στην γλώσσα. Διαπιστώνουμε ότι η μεγέθυνση του συμβολικού συνιστά διεύρυνση του
συναισθήματος της αγάπης αλλά και διεύρυνση του συναισθήματος της άγνοιας του Πραγματικού
(του ασυνειδήτου). Πράγματι, όταν ο αναλυόμενος προσέρχεται στην ανάλυση
καταλαμβάνει την θέση του υποκειμένου της άγνοιας του ασυνειδήτου απέναντι στον
αναλυτή στον οποίον παραχωρεί την θέση του «υποκειμένου που γνωρίζει». Στην
πορεία της ανάλυσης ο αναλυόμενος όλο και πιο πολύ εισχωρεί – με την βοήθεια
του αναλυτή – στην γνώση του ασυνειδήτου του (του Πραγματικού).
Επανανοηματοδοτώντας σημαίνοντα που τον βασανίζουν «λύνει» αντιφάσεις και
διχασμούς του. Αποδίδοντας – μέσω της μεταβίβασης – αυτήν την ευεργετική για
τον ίδιον κατάσταση στον αναλυτή εξυψώνει εκείνον στο αντικείμενο της αγάπης.
Το υποκείμενο λοιπόν, που έχει πλούσιο συμβολικό αντιλαμβάνεται τόσο τον άλλο
όσο και τον εαυτό ως το αντικείμενο της αγάπης ενώ κρατεί πάντα για τον εαυτό
του την θέση της άγνοιας του Πραγματικού του. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι
διευρυμένο συμβολικό σημαίνει και διευρυμένη γκρι ζώνη ενώ το κίτρινο του μίσους
είναι περιορισμένο.
Στο σχέδιο 6 έχουμε την εικόνα
του υποκειμένου με περιορισμένο Συμβολικό. Μπορούμε να δούμε ότι η αγάπη
περιορίζεται, όπως επίσης και η άγνοια του ασυνειδήτου. Θα λέγαμε ότι το εν
λόγω υποκείμενο έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην απόλαυση του (στο ασυνείδητο) από
ότι το αντίστοιχο με διευρυμένο συμβολικό. Το Πράγμα του Πραγματικού για αυτό
το υποκείμενο είναι και παραμένει πηγή φόβου και τρόμου. Η σύγκρουση μαζί του
καθώς και επιθετικότητα ευνοούνται. Η οικειότητα της αγάπης και η εξύψωση στο
όριο του ιδανικού που αυτή συνεπάγεται φθίνουν προς όφελος του μίσους. Η γκρι
ζώνη βαίνει συρρικνούμενη ενώ η κίτρινη είναι διευρυμένη. Έτσι, το εν λόγω
υποκείμενο εισέρχεται στη ανάλυση «κρατώντας» για τον εαυτό του την θέση του
«υποκειμένου που γνωρίζει». Παραχωρεί στον αναλυτή την θέση του τόπου όπου
εκφορτίζει «τα σκουπίδια» του. Για αυτό το υποκείμενο ο αναλυτής δεν είναι ποτέ
το αντικείμενο της αγάπης. Αντίθετα, αποτελεί το αντικείμενο της απέχθειας και
επομένως του μίσους του. Η μόνη αξία που έχει ο αναλυτής είναι εκείνη της
χρήσης. Χρησιμεύει ως δοχείο εκφόρτισης ενορμήσεων του θανάτου που μπουκώνουν
συχνά το εν λόγω υποκείμενο.
Το μίσος, στην περίπτωση του
υποκειμένου με περιορισμένο Συμβολικό τείνει να είναι «καθαρό» μια που η γκρι
ζώνη είναι περιορισμένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου