Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018

Ο Καλλιτέχνης απέναντι στο κενό του θανάτου

«Έφυγε ένας νέος, ταλαντούχος άνθρωπος, βυθίζοντας στη θλίψη τα παιδιά του, την οικογένειά του. Ένας άνθρωπος που με τη σκέψη του, το χιούμορ του και την οξύτητα του λόγου του ήταν χρήσιμος στην κοινωνία, όπως όλοι οι πραγματικοί καλλιτέχνες. Οι αντιθέσεις που είχα μαζί του στο παρελθόν, με κάνουν να λυπάμαι ακόμα πιο βαθιά. Μπροστά στη ζωή και στο θάνατο, όλα γίνονται ασήμαντα, μηδαμινά. Καλό σου ταξίδι», έγραψε χαρακτηριστικά ο τραγουδιστής, ο ερμηνευτής, ο καλλιτέχνης, ο άνθρωπος.

Για να σταθούμε λίγο σε τούτο το κείμενο.
Ποιος το απαγγέλει; Ο Καλλιτέχνης (Γιώργος Νταλάρας) Για ποιον; Για τον καλλιτέχνη (Τζίμη Πανούση). Ποιο γεγονός το πυροδοτεί; Ο θάνατος του καλλιτέχνη.
Η τέχνη – καλή ή κακή – ομιλεί. Και τι λέει; “Μπροστά στη ζωή και στο θάνατο, όλα γίνονται ασήμαντα, μηδαμινά”.

Να που βρίσκεται ο καλλιτέχνης. Να που βρίσκεται ο τόπος όπου κατοικεί: ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο. Μπορούμε να φανταστούμε τον καλλιτέχνη ως τον ισορροπιστή, τον γελωτοποιό, που δεν παύει να δημιουργεί το έργο του και να ακροβατεί ο ίδιος πάνω σε αυτήν την λεπτή αδιόρατη γραμμή που εκτείνεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Μέσα στο έργο τέχνης κατασκευάζεται, προσέξτε, έγραψα «μέσα», πάει να πει εντός (δηλαδή «εν»), έγραψα επίσης «έργο τέχνης» (δηλαδή, «έργο») και συμπλήρωσα, «κατασκευάζεται», που σημάνει φτιάχνεται (δηλαδή «ποιείται»), άρα: εν-εργο-ποιείται εκ νέου η αλήθεια του όντος και μέσω αυτής της αλήθειας το ον (ο καλλιτέχνης) εγκαθιδρύεται εκ νέου στον κόσμο ενώ η αλήθεια που του αποκαλύπτεται του παρέχει δυνατότητα πρόσβασης στην ίδια του την ουσία.

Αυτό ισχύει σε απόλυτο βαθμό για τον Καλλιτέχνη που το κοσμικό του όνομα είναι «Γιώργος Νταλάρας». Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα όνομα (για μια ταύτιση, για την πρώτη και σπουδαιότερη ταύτιση του ανθρώπου όπως είναι αυτή με το όνομα του) το οποίο δεν αποκτά αξίας ταύτισης (όντος, πάει να πει) επειδή του δόθηκε στην ονοματοδοσία από τους γονείς του. Όχι. Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε αρκετούς αλλά δεν αφορά στο συγκεκριμένο υποκείμενο. Πρόκειται για ένα όνομα με το οποίο ταυτίζεται η οντότητα, η ύπαρξη, του συγκεκριμένου υποκειμένου το οποίο «κατασκεύασε» ο ίδιος, με τα χεράκια του. Ένα όνομα, «Νταλάρας», που αποτελεί  απλώς το οικοδόμημα. Το θεμέλιο είναι η ιδιότητα: «Καλλιτέχνης». Γι αυτό και γράφω το «κάπα» κεφαλαίο. Το «καλλιτέχνης» συνιστά το σίνθωμα του Γιώργου. Είναι εκείνος ο τέταρτος κύκλος, ο βορρόμειος, που δένει τους άλλους τρεις (συμβολικό, φαντασιακό και πραγματικό) μαζί. Βλέπετε, το συγκεκριμένο υποκείμενο δεν είχε Πατέρα. Έπρεπε, επιβάλλονταν, είχε ανάγκη και αγωνίστηκε νυχθημερόν, μέρες ατέλειωτες, χρόνια πολλά και τελικά πέτυχε να κατασκευάσει, με τα ίδια του τα χέρια μια εκδοχή Πατέρα. Η δική του πατρεκδοχή δεν είναι άλλη από την τέχνη της μουσικής. Για αυτό και όταν αναφερόμαστε στον Γιώργο, ως καλλιτέχνη, θα πρέπει να γράφουμε το γράμμα «κάπα» κεφαλαίο.

Ο Καλλιτέχνης λοιπόν, αντικρύζει τον καλλιτέχνη Τζίμη. Τον εαυτό του πάει να πει. Τον όμοιο του. Αναγνωρίζει το είδωλο του εαυτού του στον καθρέφτη που φέρει το όνομα «Πανούσης». Βλέπει μια παραμόρφωση του εαυτού του, κάτι το ανοίκειο στον καθρέφτη που φέρει το όνομα «Πανούσης». Σε αυτό το ανοίκειο υπάρχει κάτι το εχθρικό, κάτι που τον κάνει και αγριεύει. Αυτό είναι που δεν του αρέσει. Πρόκειται για εκείνο που βλέπουμε όταν κοιταζόμαστε στον δικό μας καθρέφτη ο καθένας από μας. Για κείνη την πλευρά του ειδώλου μας που μισούμε και μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν πρόκειται για μας ή για παραμόρφωση του ίδιου του καθρέφτη. Όμως, παρόλα αυτά, η αναγνώριση του όμοιου «υπερνικά» στο τέλος. Ποιο είναι εκείνο που υπερτερεί στο τέλος; Μα το «καλλιτέχνης».
Τι πάει να πει αυτό το όνομα; Μα Μετουσίωση.

  Μετουσίωση σημαίνει για το υποκείμενο, να εκτεθεί στη δοκιμασία του Πραγματικού και να μην προσπαθεί να απορρίψει, ν’ απαρνηθεί ή ν’ απωθήσει την έλλειψη, την οδύνη, το θάνατο και το κακό ως κάτι το μη υπαρκτό. Για την ψυχανάλυση ο καλλιτέχνης προηγείται του ψυχαναλυτή και πως το έργο τέχνης αντιστέκεται του κενού, του μη αναπαραστάσιμου. Σύμφωνα με αυτήν η μετουσίωση δεν συνιστά απλώς την διοχέτευση της ενόρμησης στην κοινωνική πραγματικότητα Δεν βλέπει το έργο τέχνης σαν παραμορφωτικό αισθητικό καθρέφτη του ασυνειδήτου, αλλά ως μια δημιουργία εκ του μηδενός (ex nihilo).  Έτσι το έργο τέχνης εγγράφεται στην προβληματική της απώλειας του «das Ding», δηλαδή της έννοιας Του Πράγματος, όπως την αντιλαμβάνεται ο Χάιντεγκερ. Το «Πράγμα» είναι προσδιοριστικός παράγοντας της τέχνης, το οποίο αναπαρίσταται από ένα κενό. Το κενό αυτό έχει να κάνει με το αποτύπωμα που η γλώσσα αφήνει στον άνθρωπο και αυτό είναι θεμελιώδες.

Για αυτό είναι απόλυτα ειλικρινές αυτό που είπε ο Καλλιτέχνης, ότι «Οι αντιθέσεις που είχα μαζί του στο παρελθόν, με κάνουν να λυπάμαι ακόμα πιο βαθιά». Όλες αυτές «οι αντιθέσεις» έχουν κάποιο νόημα μόνο μέσα στον τόπο της μετουσίωσης (της τέχνης) όπου λαμβάνουν χώρα οι απολαύσεις της επιθυμίας. Πρόκειται για τον τόπο όπου το Πράγμα έχει ήδη χαθεί και το κενό του καλύπτει η μετουσίωση, δηλαδή η τέχνη.
Από την στιγμή όμως που επέρχεται ο θάνατος, η απουσία, το κενό κάνει την εμφάνιση του μεγαλοπρεπέστατα αυτοπροσώπως και η διαπίστωση της ύπαρξης του μόνο σοκ, λύπη και φόβο μπορεί να δημιουργήσει στο υποκείμενο.

Η ματαιότητα λοιπόν, «των αντιθέσεων» είναι η στιγμή που γίνεται προφανές το κενό.

Εν κατακλείδι, δεν πρόκειται για κάποια τυπολογία ευγένειας αυτό που οδήγησε το στόμα του Γιώργου του Νταλάρα στην εκφορά ενός τέτοιου κειμένου. Ούτε καν το παραδοσιακό «ο νεκρός πάντα δικαιώνεται».
Πρόκειται για μια απόλυτα ειλικρινή δήλωση που ως τέτοια (σοκαριστική και οδυνηρότατη) δεν απαιτεί κανένα «μεγαλείο ψυχής» η διατύπωση της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου