Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Ζήσε το 2018

Σκέφτεσαι… τη χρονιά που πέρασε, τα χρόνια που πέρασαν, τον εαυτό σου, τους άλλους, τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα επιτεύγματα, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τη ζωή σου… τη ζωή που έχεις, τη ζωή που θα ήθελες να έχεις, τη ζωή που νιώθεις ότι σου ανήκει και τη ζωή που νιώθεις ότι σε στερούν…

Και επικρατεί ένα μόνο συναίσθημα… Θέλεις τόσο πολύ να κλάψεις, να κλάψεις για σένα. Για όσα κάνεις και δεν κάνεις, για όσα πιστεύεις και δεν πιστεύεις, για όσα είσαι και δεν είσαι, για όσα ελπίζεις και για όσα παραιτείσαι. Θέλεις να κλάψεις για όλη σου τη ζωή, για σένα, για τα χρόνια που πέρασαν, για τους ανθρώπους στους οποίους κακώς επένδυσες. 

Και η φωνή του Ιδανικού του Εγώ σου λέει, εντός σου, την ακούς σιγανά να ψιθυρίζει «από όλους κάτι κερδίζεις, από όλους κάτι μαθαίνεις, κάτι κρατάς, κάτι μένει»… Όχι, ξέρεις ότι θα προτιμούσες να μην ελπίσεις ούτε στιγμή σε όλους αυτούς. Θέλεις, λοιπόν, να κλάψεις για όλες τις τελειωμένες καταστάσεις στις οποίες έδωσες αμέτρητες ευκαιρίες, στις οποίες εναπόθεσες τόσες ελπίδες και απλά διαψεύστηκες.

 Και πάλι η ίδια φωνή έρχεται τώρα να συμπληρώσει, λες και για όλα έχει μιαν απάντηση, «δεν μπορείς να παραιτείσαι από τους ανθρώπους». Όμως, όλα αυτά τώρα δείχνουν τόσο μακρινά, τόσο ανούσια, τόσο μάταια… Και το μόνο που απομένει τώρα είναι να κλάψεις, να πενθήσεις, να σταματήσεις να νοσταλγείς, να σταματήσεις να ελπίζεις. Θέλεις έναν εαυτό απαλλαγμένο και ελεύθερο από όλα τα απωλεσθέντα αντικείμενα. Όσοι δεν ήταν ποτέ στη ζωή σου δεν πρόκειται τώρα να εισέλθουν.

Απάλλαξε, λοιπόν, τον εαυτό σου από μάταιες ελπίδες και προσδοκίες. Ζήσε χωρίς τα φαντάσματα του παρελθόντος και χωρίς τις μισοζωντανές υπάρξεις του παρόντος. Ζήσε όπως ο ποιητής μας στο πρότεινε…
«Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’ ακουστεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαραλλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχτείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαραλλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ώς τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις
».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου