Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Ο Πόνος στο σώμα και η σχέση του με εκείνον της ψυχής.

Η διαπροσωπική απώλεια εκδηλώνεται με πόνο: πρόκειται για μια ανεξέλεγκτη
ένταση μέσα σ’ένα αναστατωμένο ψυχισμό. Είναι ένας πόνος αποχωρισμού, συνιστά
εκρίζωση. Είναι μια βαθειά απορρύθμιση της ψυχικής ζωής που διαφεύγει της αρχής
της ευχαρίστησης. Εντούτοις ο ψυχικός πόνος δεν είναι υποχρεωτικά ένα παθολογικό φαινόμενο ούτε ένα συναίσθημα που εμφανίζεται μόνο σε οδυνηρές περιστάσεις. Ο ψυχικός πόνος καθορίζει τη ζωή μας, είναι ένα σημάδι ενδεικτικό της εμπειρίας που βιώνουμε, ένα βίωμα δοκιμασίας που οδηγεί στην ωρίμανση.

Ο πόνος είναι συναίσθημα

Ο πόνος είναι συναίσθημα (affekt κατά Freud) που ξεφεύγει από την αρχή της ευχαρίστησης: εδώ το Εγώ δε δύναται να κυριαρχήσει στην αναστάτωση των ενορμήσεων και αισθάνεται πόνο. Η ρυθμιστική αρχή της ευχαρίστησης αδρανεί, δεν έχει τη δυνατότητα να ρυθμίσει την ένταση των ενορμήσεων και να τις κάνει υποφερτές. Ο πόνος - σε αντιδιαστολή με τη δυσαρέσκεια - είναι μια βαθιά απορρύθμιση της ψυχικής ζωής που ξεφεύγει από την αρχή της ηδονής. Σε κάθε υποκείμενο σε ανάλυση συναντάμε έναν πόνο τον οποίο το άτομο αναζητά ασυνείδητα με σκοπό να αποκτήσει μια επιδοτούμενη ευχαρίστηση (prime de plaisir) σε έναν άλλο ενδοψυχικό τόπο. Επί παραδείγματι, ευχαρίστηση για το Υπερεγώ, δυσαρέσκεια για το Εγώ. Ο πόνος εμφανίζεται πάντα στο όριο - από εκεί πηγάζει η δυσκολία
μελέτης του - ανάμεσα στο ψυχικό και το σωματικό. Ο πόνος είναι ένα οριακό φαινόμενο και ένα οριακό συναίσθημα. Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον σωματικό και τον ψυχικό πόνο γιατί ο πόνος είναι ένα μικτό φαινόμενο.

Ο πόνος ως σύμπτωμα.

Ας θυμηθούμε τι είναι το σύμπτωμα: ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται και συνήθως έχει τραυματικό χαρακτήρα, μια παραπραξία επαναλαμβανόμενη, ένα γλωσσικό ολίσθημα μπορούν να θεωρηθούν συμπτώματα. Όπως επίσης και η φοβία, η ανορεξία, η βουλιμία, η κατάθλιψη, ο αλκοολισμός κτλ. Το σύμπτωμα είναι σημαίνον και απόλαυση μαζί. Προκαλεί δυσαρέσκεια αλλά και ικανοποίηση, έχει νόημα αλλά και μη νόημα. Χαρακτηριστικό του είναι η επανάληψή του. Το σύμπτωμα αποτελεί έκφραση του πραγματικού, είναι της τάξης του ανυπόφορου. Αυτό το ανυπόφορο είναι που οδηγεί κάποιον σε ανάλυση. Το σύμπτωμα μπορεί να πάρει σωματική μορφή πχ στην υστερία και για αυτό ο Λακάν μιλά για σωματοσυμβάν
Αρχικά η ανάλυση ξεκινά με αυτό το αίτημα προς τον αναλυτή, της απαλλαγής από το σύμπτωμα. Ωστόσο το υποκείμενο ενώ υποφέρει ικανοποιείται σε ασυνείδητο επίπεδο. Μέσα από την ανάλυση μπορεί να υπάρξει βελτίωση του συμπτώματος κάποιου μέσω της ερμηνείας. Ωστόσο υπάρχει ένας πυρήνας απόλαυσης, κάτι της τάξης του μη νοήματος που δεν μπορεί να ερμηνευτεί και έτσι το σύμπτωμα σε κάποια μορφή και βαθμό εμμένει. Η ανάλυση στοχεύει στην ταύτιση με το σύμπτωμα, την ανάληψη από μέρους του υποκειμένου της ευθύνης που ενέχεται στην απόλαυσή του.

Ο πόνος ως σύμπτωμα σημαίνει σωματικό ή ψυχικό πόνο ως αποτέλεσμα μιας ασυνείδητης σύγκρουσης. Πρόκειται για τον «ψυχογενή πόνο» (κατά την ιατρική) ή πόνο-σύμπτωμα (κατά την ψυχανάλυση) επειδή είναι μια εκδήλωση στο σώμα μιας ενδοψυχικής σύγκρουσης). Είναι επίμονος σωματικός πόνος χωρίς οργανικά αίτια, τις περισσότερες φορές απατηλός. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα η επίμονη ημικρανία που δεν υποχωρεί. Παραπέμπει στη φροϋδική έννοια της σωματοτρεπτικής υστερίας, εκδήλωση στο σώμα μιας σύγκρουσης την οποία ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται, δεν ακούει, δε βλέπει, δεν κατανοεί. Ασυνείδητα ο σωματικός πόνος μπορεί να χρησιμοποιείται ως ένα τρόπος να αποφύγει κάποιος τον ψυχικό πόνο, τη συνειδητοποίηση (γνώση), την ψυχική επεξεργασία. Μπορεί όμως το βίωμα του πόνου να είναι και εξίσου επίμονος ψυχικός πόνος που δεν είναι ούτε μελαγχολία ούτε κάποιο παθολογικό πένθος αλλά μια κατάσταση που δεν εξηγείται.

Έχει πλέον αναγνωρισθεί ότι σώμα και ψυχισμός πλέκουν παράλληλα τα νήματα της
ζωής. Υπήρξε πάντα ένα βασικό θέμα της λογοτεχνίας και είναι σήμερα μέρος της
λαϊκής μας σοφίας το γεγονός ότι οι αντιξοότητες και η απόγνωση μπορεί να
οδηγήσουν σε σωματικές ασθένειες. Ένα έντονο, παρατεταμένο ή επαναλαμβανόμενο
αρνητικό συναίσθημα - ένα παθογόνο συναίσθημα που μένει, κατά κανόνα, έξω από τη συνείδηση του ατόμου που πάσχει – το οποίο δεν μπορούμε να εκφράσουμε άμεσα επιδρά διαβρωτικά πάνω στον οργανισμό μας. Γίνεται λόγος για τις συγκινήσεις ως πιθανό αίτιο
ασθένειας. Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι ισχυρά δυσάρεστα συναισθήματα όπως ο
θυμός, ο φόβος, η θλίψη προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις στο βλεννογόνο του
στομάχου που, αν η σχετική ευαλωτότητα (προδιάθεση) του οργάνου συντελέσει,
μπορεί να εξελιχθούν σε μόνιμες ανατομοπαθολογικές καταστάσεις. Έρευνες έδειξαν
ότι το υπερβολικό stress διαφοροποιεί τις άμυνες του οργανισμού και αυξάνει την
προδιάθεση για κάποιες ασθένειες του ανοσοποιητικού συστήματος: δεν είναι ο
στρεσσογόνος παράγοντας (π.χ θάνατος , διαζύγιο κλπ) αυτός καθ’ αυτός που επηρεάζει
το ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά ο τρόπος που εμείς τον βιώνουμε, τον
επεξεργαζόμαστε και αποκρινόμαστε σε αυτόν: πρόκειται για την ικανότητα
προσαρμογής σε συνθήκες που αλλάζουν.

Η σωματοτρεπτική υστερία

Μίλησα προηγουμένως για σωματοτρεπτική υστερία. Ας αφιερώσουμε δυο λόγια στο φαινόμενο: Η υστερία μετατροπής ή σωματοτρεπτική υστερία είναι ένα από τα σωματικά συμπτώματα που περιέγραψε ο Freud. Aφορά στις μεγάλες υστερικές προσβολές (grande hysterie) που απαντώνται συχνότερα σε πρωτόγονους ανθρώπους. Ή έννοια της μετατροπής εισήχθη στην ψυχοπαθολογία για να εξηγήσει αυτό το «πήδημα» του ψυχικού στο σωματικό το οποίο και ο Freud θεωρούσε δύσκολο να γίνει κατανοητό. Εδώ η λίμπιντο αποχωρίζεται από την απωθημένη σεξουαλική αναπαράσταση και μετατρέπεται σε ενέργεια σωματικής νευροποίησης (innervation). Τα (σωματικά) συμπτώματα μετατροπής είναι ανατάξιμα και έχουν συμβολικό νόημα. Εκφράζουν μέσω του σώματος απωθημένες αναπαραστάσεις. Πρόκειται για μια απευθείας επικοινωνία του Εκείνου με το Σώμα και αφορά στη συμβολική αξία ενός μέρους ή του συνόλου του σώματος. Ό φέρων το σύμπτωμα αγνοεί τη μεταφορική αξία του «μηνύματος» / συμπτώματος το οποίο εγγράφεται με «ιερογλυφικά» πάνω σε ένα άρρωστο σώμα.

Το σωματικό σύμπτωμα έρχεται στην υστερία ως η συμβιβαστική λύση ανάμεσα στις δυο τάσεις : την επιθυμία και την απαγόρευση της. Και εδώ υπάρχει συμβολισμός, νόημα, μια φαντασίωση. Στην υστερία μετατροπής υπάρχει σκηνοθεσία, το σώμα «μιλάει» και ζητάει ν’αποκωδικοποιηθεί (υποχώρηση του συμπτώματος). To σώμα στην υστερία είναι σημαίνον. Η ενόρμηση και η σεξουαλική της διάσταση διασχίζει την ψυχή και το σώμα του υστερικού ως έμφραξη, πλημμυρίδα, μετάλλαξη σε σωματικό. Μεταστοιχείωση του ενορμητικού, δημιουργία μιας νέας γλώσσας, χαρακτηρίζουν επίσης και κυρίως την υστερία: πρόκειται για μια προσπάθεια διαχειρίσεως της σεξουαλικότητας μέσω της συγκρότησης μιας μηδέποτε σταθερής ταυτότητας. Το υστερικό σύμπτωμα μεταφράζει μια έλλειψη που συνοψίζεται στο «δεν είμαι πλήρης». Κάποιες χαρακτηριστικές σωματικές εκδηλώσεις παραπέμπουν στην έλλειψη: αναισθησίες, αισθητηριακά προβλήματα, ψυχρότητα. Ο υστερικός μέσω της δομής και της συμπτωματολογίας του προβαίνει διαρκώς σε μια έκκληση για πλήρωση ενώ η
γοητεία που ενδύεται το όλο αίτημα το καθιστά ακαταμάχητο. Η πλέον άμεση αντίδραση εκείνου που συναντά ο υστερικός στην πορεία του, εάν υποκύψει στον πειρασμό αυτής της έκκλησης, είναι να προβεί στην πλήρωση αυτής της έκκλησης.

Περί εκφόρτισης

Δεν είναι αυτονόητο για όλες τις ψυχικές κατηγορίες η δυνατότητα μιας ικανοποιητικού βαθμού ψυχικής επεξεργασίας των διεγέρσεων. Τα υποκείμενα με ευαισθησία στη δομή του Εγώ βιώνουν με τραυματικό-αιμορραγικό τρόπο τις εσωτερικές και εξωτερικές διεγέρσεις οπότε τείνουν προς εκφορτίσεις των εντάσεων. Η φόρτιση/ αναστάτωση που προκύπτει από κάθε εμπειρία στέρησης, ευνουχισμού ματαίωσης είναι μια ποσότητα ενέργειας, ένα μπούκωμα, την οποία έχω μέσα μου και με τρώει. Αν δεν έχω άλλον τρόπο να την αντιμετωπίσω, να την «σηκώσω», τότε την εκφορτίζω. Η εκφόρτιση είναι μια κινητική και
εκρηκτική λειτουργία. Εδώ το Εγώ δε μπορεί να κρατήσει μέσα του το δυσάρεστο οπότε
το υποκείμενο ανακουφίζεται με άμεσο εδώ και τώρα, άδειασμα/κένωση της έντασης (εκτόνωση έντασης νοητικά ακατέργαστης). Σε αυτήν την περίπτωση ο αναλυτής δεν είναι παρά ένα δοχείο όπου ο ασθενής εκβράζει πράγματα (μπορεί να επαναλαμβάνει κατά τη διάρκεια των συνεδριών «ήρθα να σας καταθέσω» ή «πρέπει ν’αδειάσω απ’όλα αυτά»).

Έχουμε τριών ειδών δυνατότητες εκφόρτισης της έντασης:

1) Εκφορτίσεις στο επίπεδο συμπεριφοράς: αφορούν στο άμεσο πέρασμα στην
πράξη (διαταραχές συμπεριφοράς «έργω και λόγω»), πρωτίστως βία έτσι ώστε το
Εγώ ν’ανακουφίζεται από τις εσωτερικές καταιγίδες (ανακουφιστική ναρκισσιστική
συμπεριφορά). Πρόκειται για την επιστροφή του απωθημένου στην πράξη. Η κίνηση
επανάληψης στο επίπεδο συμπεριφοράς, με την εμμονή της και μόνο δείχνει ότι ένας
ορισμένος τύπος συνδετικής επένδυσης και διέγερσης μέσα στην ψυχή διατηρείται.
Αυτή η συμπεριφορά λίγο έχει να κάνει με σκέψη, κρίση, αμφιβολία, επερωτήσεις εαυτού, με
ενδοσκόπηση τελικά. Δεν αναφέρομαι, σε αυτήν την περίπτωση, στο πράττειν ως αποτέλεσμα οργανωμένων διαδικασιών σκέψης. Εδώ η ψυχή αποτυγχάνει να απορροφήσει τις εντάσεις
(διαταραχές στη σκέψη). Έχουμε περιπτώσεις ανθρώπων εξαιρετικά ενεργητικών οι οποίοι
χρησιμοποιούν τη δραστηριότητα τους με τέτοιο τρόπο ώστε να ξοδεύονται ενεργειακά
(υπερδραστηριότητα): συχνά καταβάλλονται από εξάντληση. Έχει βρεθεί η σχέση αυτής της
κατάστασης με το υψηλό ποσοστό εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικών επεισοδίων σε ανθρώπους νεαρής και μέσης ηλικίας.

2) Εκφορτίσεις μέσω κρίσεων πανικού: διέπονται απ’αυτό το οποίο ονομάζουμε
ελεύθερο άγχος η επιπλέον άγχος, το κατακλυσμικό άγχος. Είναι μια ποσότητα
διάχυτης αγωνίας η οποία δε δένεται με κάτι συγκεκριμένο π.χ. μ’ένα φοβικό αντικείμενο.

3) Εκφορτίσεις στο σωματικό επίπεδο: Πρόκειται για ένα ακόμα πεπρωμένο της
διέγερσης, δηλαδή του ελεύθερου άγχους, του άγχους του μη δεσμευμένου, το οποίο
δεν συνδέεται με το αντικείμενο, όπως αντίθετα συμβαίνει με μια φοβία π.χ υψοφοβία
στην οποία υπάρχει το αντικείμενο, το ύψος. Όταν το άγχος και οι συγκινησιακές φορτίσεις αποδεικνύονται μη διαχειρίσιμες ψυχικά, το σώμα παύει να` είναι ένας σιωπηλός υποδοχέας. Γίνεται φορέας λειτουργικών ασθενειών ή διαταραχών, μάρτυρας - με τις δύο έννοιες της λέξης - της ψυχικής αναταραχής. Όταν το Εγώ δεν βρίσκει άλλη διέξοδο, είναι τα σωματικά συμπτώματα τα οποία αντικαθιστούν το άγχος. Στις εκφορτίσεις στο σώμα η λιβιδινική ενέργεια (ένταση), μη βρίσκοντας άλλη έκβαση εκφορτίζεται στο σώμα για να μη χυθεί. Το
σώμα γίνεται εδώ το εξωτερικό κράτημα, το σταμάτημα της ενέργειας, πάνω στο
οποίο ξεσπάει η ενστικτώδης διέγερση. Σε αυτήν την περίπτωση το σώμα απορροφά
μη επεξεργασμένες ενεργειακές φορτίσεις και οδηγεί σε σωματικά συμπτώματα τα
οποία μπορεί να είναι είτε ανατάξιμα είτε μόνιμα (οργανικές αρρώστιες).

Τελικά, όταν οι απόπειρες οργάνωσης διαταραχών συμπεριφοράς αποτύχουν, δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες εκφόρτισης της έντασης παρά στο σώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου