«Το μίσος είναι η αγάπη που έχει
ξεμεθύσει».
Σέρεν
Κίρκεγκορ, Δανός φιλόσοφος
Το να διατηρεί κάποιος στη μνήμη
του, ένα κακό που του έγινε (υποθετικό ή αληθινό, είναι αδιάφορο) και να
επιθυμεί την ανταπόδοσή του αυτό σημαίνει μνησικακία και ταυτόχρονα σημαίνει
ότι η συγκεκριμένη μονάδα δεν ζει στον παρόντα χρόνο.
Το μίσος είναι θεμελιώδες συναίσθημα
στον άνθρωπο. Εμφανίζεται στον κοινό τόπο που δημιουργείται όταν το Φαντασιακό
συναντά το Πραγματικό εν τη απουσεία του Συμβολικού.
Ο φθόνος είναι το αποτέλεσμα, το
μίσος είναι η αιτία.
Το βρέφος αρχικά τοποθετείται απέναντι
στην Μητέρα (ο πρώτος Άλλος) υπό το πλέγμα του μίσους. Αιτία: το τραύμα της γέννησης
του. «Αν με ήθελε, αν με αγαπούσε, θα με
κράταγε εντός της. Με γέννησε! Με απέβαλλε από μέσα της. Άρα δεν με αγαπάει.
Την μισώ για αυτό».
Στο βρέφος που απουσιάζει το
Συμβολικό το μίσος είναι καθαρό. Έχει αντικείμενο: την Μητέρα. Έχει αποτέλεσμα:
τον Φθόνο για εκείνη όταν «αποδειχθεί» ότι αυτόν που τελικά αυτή επιθυμούσε δεν
ήταν το ίδιο το βρέφος αλλά τον παρείσακτο άλλο που έχει το όνομα «Πατέρας». Ο
Φθόνος εντείνεται ακόμα και από την αυταπάτη μου ότι, τάχα, αυτή κατέχει τον
φαλλό, ότι, τάχα, εγώ (το μικρό βρέφος) είμαι ο φαλλός (το επιθυμητό της αντικείμενο)
και στο τέλος (αφού ολοκληρώνεται το οιδιπόδειο) ανακαλύπτω ότι Άλλος έχει τον
φαλλό και αυτόν επιθυμούσε η ρουφιάνα! Αυτόν τον Άλλο που φέρει το όνομα «Πατέρας».
Αυτός ο Άλλος προς τον οποίο εγώ (το μικρό βρέφος) τελικά στράφηκα (και δεν
απαρνήθηκα προς χάριν την αφιλότιμης Μητέρας, δεν δια-στράφηκα για να διατηρήσω
την αυταπάτη μου προσηλωμένος στην προδότρα, ικετεύοντας την «αγάπα με, please, αγαπητή καριόλα») και για χάρη του κατάφερα να
ενεργοποιήσω τον μηχανισμό της απώθησης (ο οποίος δημιούργησε το α-συνειδήτο
μου ταυτοχρόνως με την συνείδηση μου) και μέσω αυτού να μετουσιώσω το Μίσος –
Φθόνο σε Αγάπη. Αυτός ο Άλλος που φέρει το όνομα «Πατέρας» (Συμβολικό – γλώσσα)
που τελικά με έκανε ασφαλή και δυνατό, γεμάτο με σθένος (και όχι αδύναμο και α-σθενή
όπως με καθιστά η προσήλωση μου στην προδότρα). Ως εκ τούτου αυτός ο Άλλος ανακάλυψα
ότι είναι ευεργέτης μου Μεγάλος!
Τι συμβαίνει, όμως, αν η «δουλειά»
του Πατέρα δεν έγινε αποτελεσματική όσο απαιτείται; Αν ο Πατέρας (το Συμβολικό)
για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν εμπεδώθηκε ή κατάντησε να ναι μικρό, κούτσικο,
περιορισμένο, φτωχό; Μα τότε η απώθηση – άρα και η μετουσίωση – δεν είναι
αποτελεσματική. Το Συμβολικό έλλειμα μου διογκώνεται. Τα απωθημένα μου συναισθήματα
- ο φθόνος, το μίσος, η ανάγκη για εκδίκηση – επιστρέφουν στο ψυχικό προσκήνιο.
Η αγάπη παραγκωνίζεται. Μεταλλάσσεται σε εξάρτηση και εγώ γίνομαι μνησίκακος. Η
αδυναμία να αποβάλλω αυτά τα φθοροποιά συναισθήματα από την συνείδηση μου γίνεται
φανερή σε μένα.
Αυτή μου η αδυναμία με καθιστά ανίκανο
να δράσω. Δεν μπορώ να εκτονώσω το μίσος που νιώθω μέσω της εκδίκησης. Η εκδίκηση
είναι πράξη – δράση. Θέλω, επιθυμώ να ταπεινώσω τον Άλλο. Θέλω να τον καταστήσω
έναν τόσο δα μικρούλη άλλο (με ένα «α» τόσο δα μικρό). Θέλω να τον εκδικηθώ για
το κακό που νομίζω – και είμαι βαθιά πεισμένος για αυτό – ότι μου έκανε αλλά νιώθω
τόσο αδύναμος που δεν μπορώ να δράσω. Έτσι κυριευμένος από ένα απελπισμένο πείσμα
μεγάλης χρονικής διάρκειας διαιωνίζω εντός μου το ανικανοποίητο αίσθημα της εκδίκησης
μου. Η μόνη δυνατότητα εκτόνωσης της μνησικακίας που νιώθω έγκειται στην απαξίωση
των αξιών του αντικειμένου που μισώ. Μπορώ να το ειρωνευτώ, να το σαρκάσω, να
το ταπεινώσω λεκτικά, να το κακολογήσω γενικότερα.
Ενώ είναι σίγουρο ότι ο φθόνος αποτελεί μέρος της
ανθρώπινης φύσης, όμως αν αφεθεί ελεύθερος, ο φθόνος έχει την τάση να μειώνει
όλους όσους διακατέχει. Ο φθόνος βγαίνει από το ρήμα φθίνω που σημαίνει μειώνω,
λιγοστεύω, συρρικνώνω και πράγματι, ο φθόνος μειώνει το σθένος κι άρα η μονάδα
α-σθενεί. Όπου τίθεται σε λειτουργία ο φθόνος, η κρίση εκτραχύνεται,
ελευθεριάζει κι εκπορνεύεται. Όπως και να λειτουργεί ο νους, ο φθόνος, το
γνωρίζουμε, είναι μία από τις υπερβολές του. Παρεμποδίζει τη διαύγεια, τόσο για
τον εαυτό όσο και για τους ανθρώπους που φθονεί και τελικά δίνει μια κακή
εικόνα για τον εαυτό και την ζωή. Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που
φθονεί και μισεί. Η μοχθηρία θολώνει τη σκέψη, συντρίβει την γενναιοδωρία,
αποκλείει κάθε ελπίδα για γαλήνη, χαρά, ευτυχία, επιτυχία, υγεία και καταλήγει
στο μαρασμό νόησης και σώματος· λόγοι που αρκούν για να μην ξεπέσουμε στον
βόρβορο της νοσηρής ασθένειας.
.
Τα μνησίκακα υποκείμενα, μέσα από
τη δικιά τους φαντασιακή ευσεβή αλήθεια, επιλέγουν να πιστεύουν αυτό που τους
βολεύει, διανθίζουν την «δική τους αλήθεια» με απίστευτες δικαιολογίες, ώστε να
καλύψουν την αδικαιολόγητη κακία τους και το αδηφάγο μίσος τους. Όσο πιο
μνησίκακος είναι κάποιος, τόσο πιο πολλές δικαιολογίες ανικανότητας χωρίς ίχνος
αποτελέσματος η εμπειρίας θα εφευρίσκει. Η συνήθης πρακτική του μνησίκακου
είναι να κατασκευάζει φανταστικούς εχθρούς καλλιεργώντας τον φθόνο στον
κοινωνικό περίγυρο και αξιοποιώντας τον προς όφελός του, δηλαδή το γνωστό
«διαίρει και βασίλευε»!
Αυτή η νοσηρή κατάσταση οδηγεί
στην δηλητηρίαση της προσωπικότητας και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε τελικά,
όσοι έχουν μνησικακία σχεδόν απολαμβάνουν τις ευκαιρίες για κριτική που τους
επιτρέπει η νοοτροπία τους. Η κριτική που ωθείται από την μνησικακία δεν
προσδοκά, ούτε και προσμένει, την εξάλειψη αυτού που θεωρεί λανθασμένο, ή
εσφαλμένο ή κακό. Δίχως αυτά τα μειονεκτήματα κι αυτά τα σφάλματα, θα
καταστρεφόταν η αυξανόμενη ευχαρίστηση που προσφέρει η εξύβριση κι η άρνηση.
Μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα
ότι: Κάθε θεωρία που ανάγει την διαφορά καλού – κακού στην διαφορά ευχάριστου –
δυσάρεστου και την σχετικοποιεί ανάλογα με την ατομική προτίμηση του υποκειμένου
μπορεί και της πρέπει να κατανοηθεί ως προϊόν μνησικακίας.
Τέλος, η Μνησικακία είναι ο
μοναδικός λόγος που το ανθρώπινο ζώο α-σθενεί (χάνει το σθένος του) και κανένας
απολύτως άλλος. Η μνησικακία έχει σωματικές συνέπειες: υψηλή πίεση, αύξηση των
παλμών, αυξημένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, καρκίνους, φλεγμονές κ.α. που
αποκαλούνται «αυτοάνοσα». Κοινός τόπος όλων η γενικευμένη συστημική οξύτητα
μέσα στο σώμα. Όσο περισσότερο μένεις στην υποτιθέμενη κακία, τόσο πιο σίγουρο
είναι ότι αυτά τα συναισθήματα επηρεάζουν την καρδιά, το σθένος, την υγεία. Η
μνησικακία είναι ένα καθαρά φαντασιακό φαινόμενο παρελθόντος χρόνου, που τρώει
σαν σαράκι τα σωθικά σου κι όταν αυτό γίνει πραγματικότητα, η μνησικακία
μετατρέπεται σε καρκίνο, ψωρίαση, έρπη, Αλτσχάιμερ, καρδιοπάθειες και χιλιάδες
δήθεν ανίατες ασθένειες.Η μνησικακία εκφράζεται μέσα στο σώμα για να
δικαιολογήσει την ύπαρξη της και μέσω της ασθένειας δικαιολογεί τον εαυτό της.
Επιβεβαιώνει λοιπόν το υποκείμενο μέσω της αρρώστιας ότι έχει δίκιο για το
μίσος που αισθάνεται κι άρα δεν είναι της φαντασίας του, αλλά μια αντικειμενική
αλήθεια. Μέσω της εκδηλωμένης ασθένειας έχει αποδείξεις για την οδύνη του χωρίς
όμως να έχει συνείδηση όλων αυτών και το τίμημα που πληρώνει γι’ αυτόν τον
μηχανισμό ο μνησίκακος είναι εξαιρετικά βαρύ. Όλοι μας βάζουμε το σώμα μας να
δείξει στο περιβάλλον μας το πώς αισθανόμαστε και μέσω του σώματος μας χρησιμοποιούμε σαν μάρτυρες τους ανθρώπους
του περίγυρου μας. Μετατρέποντας την προσωπική οδύνη σε σωματική πραγματικότητα
αφαιρούμε από τους γύρω μας την δυνατότητα να την αγνοήσουν ή να
αποστασιοποιηθούν από αυτήν.
Ίσως, έγινε η αγάπη μίσος
Ίσως, έτσι είναι φυσικό
Ίσως, αλλά δεν υπάρχει ίσως
Μίσος, και είναι κάτι τραγικό.
Άκης Πάνου: Μίσος - 1974

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου