Ήταν, μια φορά και έναν καιρό, ένας
μουσικός που όλη του η ύπαρξη βασίζονταν στην μουσική. Κάποια στιγμή βρισκόταν
σε μια πρόβα προετοιμάζοντας μια συναυλία που θα έδινε. Την στιγμή που πρόβαρε ένα
τραγούδι δικό του σταμάτησε πριν το ολοκληρώσει και γύρισε απευθυνόμενος προς τους
μουσικούς που αποτελούσαν την ορχήστρα:
«Ακούστε με λίγο. Παίξτε τούτο το κομμάτι σαν να σας αρέσει!»
Ήμουν σε μια γωνιά όταν τον άκουσα
να το λέει. «…σαν να σας αρέσει!» Τι
παράξενη προτροπή, σκέφτηκα. Πως είναι δυνατόν να κάνουν κάτι τέτοιο, αναρωτήθηκα.
Οι μουσικοί, μετά από λίγο, εκτέλεσαν
το κομμάτι με πάρα πολύ ωραίο τρόπο. Η προτροπή του ερμηνευτή είχε πιάσει τόπο.
Μα πως έγινε, συνέχισα να αναρωτιέμαι μετά το τέλος της πρόβας. Τότε μου ήλθε
στο νου το «πέρασμα στην πράξη».
Μα για ποια πράξη, αλήθεια, μιλάμε
σε αυτήν την περίπτωση.
Έχουμε σήμερα ιδιαίτερα
μορφοποιημένο το ιδανικό ενός συγκεκριμένου τύπου πράξης, η οποία θα ανταποκρίνονταν
μονίμως σε έναν ώριμο επιστημονικό συλλογισμό – έτσι ώστε η δράση να μπορεί να απορροφάται
από την σκέψη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η σκέψη είναι επιστημονική ή απλώς
λογική. Επομένως θα ανταποκρίνονταν στο υπολογισμό της υπολογισμένης δράσης που
τελικά εμφανίζεται ως το συμπέρασμα ενός συλλογισμού, ως το πόρισμα μιας
αποδεικτικής διαδικασίας. Αυτό το ιδεώδες προϋποθέτει φυσικά ότι η σκέψη
λειτουργεί στο πλαίσιο κάποιας διακοπής του χρόνου, και ότι, μόλις κάνουμε τον
υπολογισμό που χρειάζεται, η πράξη επακολουθεί ως πόρισμα μιας απόδειξης.
Όλη αυτή η διαδικασία έχει το εξής
προαπαιτούμενο: εκείνο που διακυβεύεται στην πράξη πρέπει να θεωρείται δεδομένο,
η φύση της διακύβευσης οφείλει να μην είναι αμφιλεγόμενη, και η ίδια η διακύβευση
να μπορεί να ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό ως ένα από τα στοιχεία του.
Και γνωρίζουμε τι σημαίνουν τελικά,
για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, τέτοιοι υπολογισμοί. Οι υπολογισμοί
αποδοτικότητας γίνονται στην βάση της μεγιστοποίησης της ωφέλειας. Έτσι διαθέτουμε
ένα μοντέλο της δράσης το οποίο είναι απλά το μάνατζμεντ.
Τότε, λοιπόν, ποιες είναι οι συνέπειες,
αν θεωρήσουμε ως προαπαιτούμενο ότι πρέπει να γνωρίζουμε εκείνο που διακυβεύεται
κατά την δράση;
Ουσιαστικά,
αυτό που όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν είναι ότι το υποκείμενο που πρόκειται να
δράσει θέλει ουσιωδώς το δικό του καλό, το οποίο σήμερα ταυτίζεται με το ωφέλιμο.
Έτσι, μπορούμε να μετρήσουμε την καταλληλότητα των πράξεων, και ιδίως ότι υπάρχει
πιθανότητα το υποκείμενο ναι! να βλάψει τον εαυτό του.
Τελικά, μπορούμε να αμφισβητήσουμε
αυτό το αξίωμα, ότι το υποκείμενο της σκέψης, θέλει το καλό του.
Αν υπάρχει κάτι που αντιτίθεται
σε αυτό το ιδανικό είναι σίγουρα η αυτοκαταστροφή. Δεν θα αναφερθώ εδώ, ως παράδειγμα,
στην αυτοκτονική πράξη αλλά θα αναφερθώ στις πράξεις που διαπράττουμε και οι οποίες
ενδέχεται να κριθούν. Επ αυτού η κλινική κάτι έχει να πει, αφού γνωρίζουμε πλέον
καλά με ποια νευρωτική μορφή μπορεί να έλθει στην σκέψη το ηθικό ζήτημα. Έτσι ώστε,
το τάδε υποκείμενο εμφανίζεται απασχολημένο ή μετέωρο αξιολογώντας αδιάκοπα την
ορθότητα των πράξεων του, της πράξης που πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει, φτάνοντας
μέχρι του ιδεοψυχαναγκασμού.
Ακολουθεί ένα στυλ αναβολής,
αναστολής, αντίδρασης που μπορεί να διακοπεί απότομα, όπως ξέρουμε, υπό την
μορφή βιασύνης καθώς το υποκείμενο σπεύδει να δράσει. Γνωρίζουμε, πλέον κλινικά
αυτήν την ανατροπή της αναστολής, της αναβλητικότητας σε βιασύνη και σε αίσθημα
επείγοντος χάρη στην κλινική μαρτυρία της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης.
Ίσως λοιπόν, αυτός ο υπαινιγμός να
αρκεί για να μας δείξει ότι, αντίθετα πιθανόν με την υπόδειξη της παραπάνω φιλοσοφίας
υπάρχει μια αντινομία ανάμεσα στην σκέψη και στην πράξη.
Λοιπόν, κάθε γνήσια πράξη είναι, ας
το πούμε, μια «αυτοκτονία του υποκειμένου». Ας το βάλουμε μέσα σε εισαγωγικά
για να υποδηλώσουμε ότι το υποκείμενο αναγεννάται, αλλά αναγεννάται διαφορετικά.
Αυτό είναι που συνιστά στην κυριολεξία την πράξη, δηλαδή το υποκείμενο δεν είναι
το ίδιο πριν και μετά. Αυτό είναι που δικαιολογεί τον όρο «μετάλλαξη». Το υποκείμενο
μεταλλάσσεται πριν και μετά την πράξη. Ίσως ακουστεί καλύτερα στα αυτιά σας αν σας
πω ότι κάθε γνήσια πράξη, κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί μόνο ταραχή, κίνηση,
κινητική εκτόνωση, κάθε αληθινή πράξη η οποία σημαδεύει ή μετράει, αποτελεί παράβαση.
Αν προτιμάτε, κάθε γνήσια πράξη είναι
εγκληματική. Όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, δεν υπάρχει αληθινή πράξη που να
μην συμπεριλαμβάνει μια υπέρβαση. Υπέρβαση τίνος πράγματος; Ενός κώδικα, ενός νόμου,
ενός συμβολικού συνόλου το οποίο λίγο ή πολύ, η πράξη παραβαίνει. Και ακριβώς
καταλήγοντας στην παράβαση, η εν λόγω πράξη έχει μια πιθανότητα να τροποποίηση
αυτήν την κωδικοποίηση.
Κάθε υποκείμενο αγαπάει το σύμπτωμα
του. Του είναι αρεστό το σύμπτωμα. Το σύμπτωμα, όμως, είναι εκείνο που του κάνει
κακό. Που κάνει κακό στον οργανισμό του. Η αρέσκεια προς το σύμπτωμα, η αγάπη
για αυτό συνιστά την απόλαυση του υποκειμένου, η οποία δεν μπορεί να είναι σύμμαχος
της ηδονής αλλά του πόνου. Μια ικανοποίηση από τον πόνο, η οποία ενδεχομένως κάνει
κακό στον οργανισμό, σε τέτοιο σημείο ακριβώς ώστε, όταν αυτονομείται, η απόλαυση
φτάνει ως τον θάνατο.
Έτσι, ο όρος «πέρασμα στην πράξη»
δηλώνει ότι εγκαταλείπουμε το διφορούμενο της σκέψης, της ομιλίας και της γλώσσας,
προς όφελος της πράξης. Έτσι, το διακύβευμα της πράξης είναι, κυριολεκτικά, μη
κωδικοποιήσιμο. Αντίθετα από την προηγούμενη λογική της υπολογισμένης πράξης,
βρίσκεται έξω από τον κόσμο των λογαριασμών, των υπολογισμών, των ισοτιμιών και
των συναλλαγών. Αποβλέπει στο οριστικό. Και θα λέγαμε πως στην καρδιά κάθε πράξης,
το πέρασμα στην πράξη αποτελεί, κυριολεκτικά,
υπόδειγμα.
Ένα πέρασμα στην πράξη κάλεσε ο
συγκεκριμένος ερμηνευτής τους μουσικούς του να κάνουν. Μέσω της προτροπής «…παίξτε
το σαν να σας αρέσει» τους πρότεινε να απομακρυνθούν από το σύμπτωμα τους. Να
αναγεννηθούν. Και ω του θαύματος, τον ακολούθησαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου