(Με αφορμή την κλινική του Ν… όπου
η απουσία μπήκε στο προσκήνιο της ζωής)
α π ο υ σ ία . Κάθε γλωσσικό επεισόδιο
που φέρνει στο προσκήνιο την απουσία του αγαπημένου αντικειμένου - όποια κι αν είναι
ή αιτία και η διάρκεια αυτής τής απουσίας - και τείνει να προσδώσει στην απουσία
τη μορφή της εγκατάλειψης.
Πολλές μελωδίες και τραγούδια για
την ερωτική απουσία. Αλλά ή απουσία υπάρχει μόνο σαν απουσία τού άλλου: ό άλλος
φεύγει, εγώ μένω. Ό άλλος είναι συνεχώς σέ κατάσταση αναχώρησης, ταξιδιού·
έχει, από εσωτερική διάθεση, την τάση τής αποδημίας, τής φυγής. Ενώ εγώ πού αγαπώ
είμαι, από αντίθετη εσωτερική διάθεση, δεμένος μέσα στο χώρο, ακίνητος,
διαθέσιμος, σέ κατάσταση αναμονής, σωριασμένος στη θέση μου, υποφέροντας, σαν
ένα πακέτο παραπεταμένο σέ κάποια γωνιά ενός σταθμού. Ή ερωτική απουσία είναι
μονής κατευθύνσεως και μπορεί να διατυπωθεί μόνο από αυτόν πού μένει όχι από
αυτόν που φεύγει: Το εγώ, πάντα παρόν, συνίσταται μόνο απέναντι στο εσύ πού
συνεχώς απουσιάζει. Για να εκφράσω την απουσία πρέπει να δεχτώ
εξαρχής ότι ή θέση τού υποκειμένου
και ή θέση τού άλλου δεν μπορούν να αντιμετατεθούν. Είναι σαν να λέω:
«Αγαπιέμαι λιγότερο απ’ όσο αγαπώ».
Ιστορικά, φορέας του λόγου τής απουσίας
είναι ή Γυναίκα:
η Γυναίκα είναι μόνιμα εγκατεστημένη
κάπου, ό Άντρας είναι κυνηγός, ταξιδιάρης η Γυναίκα είναι πιστή (περιμένει), ό
άντρας είναι άστατος (αρμενίζει, «ψωνίζει»). Έτσι μπορεί να υποστηριχτεί ότι μέσα σε κάθε άντρα
πού εκφράζει την απουσία του άλλου εκδηλώνεται το Θηλυκό στοιχείο: ό άντρας αυτός
που περιμένει και υποφέρει έχει, κατά τρόπο θαυμαστό, θηλυκοποιηθεί. Ό άντρας
δε θηλυκοποιείται αντιστρέφοντας τη φύση του αλλά ερωτευόμενος.
Κάποτε μού συμβαίνει να μπορώ να αντέχω
μια χαρά την απουσία. Τότε είμαι «φυσιολογικός»: ευθυγραμμίζομαι με τον τρόπο πού
έχει «όλος ό κόσμος» να υπομένει την αναχώρηση ενός «προσφιλούς προσώπου».
Υποτάσσομαι έτσι χωρίς προβλήματα
στην καταναγκαστική αγωγή χάρη στην όποια συνήθισα από πολύ νωρίς να αποχωρίζομαι
τη μητέρα μου - πράγμα πού, στην
αρχή, μ’ έκανε να πονώ πολύ (για
να μην πω: να τρελαίνομαι).
Συμπεριφέρομαι σαν παιδί πού απογαλακτίστηκε
σωστά ξέρω να τρέφομαι, περιμένοντας, και μ’ άλλα πράγματα έκτος από τον
μητρικό μαστό.
Ή απουσία πού αντέχεται είναι ή
λησμονιά. Γίνομαι, κατά διαλείμματα, άπιστος. Κι αυτός είναι ένας όρος απαραίτητος
για την επιβίωσή μου. Γιατί, αν δεν ξεχνούσα, θα πέθαινα. Ό ερωτευμένος πού δεν
μπορεί πότε πότε να ξεχνά πεθαίνει από ακραία διάταση, κόπωση και ένταση τής
μνήμης.
(Παιδί, δεν ξεχνούσα ποτέ: μέρες
ατέλειωτες, μέρες τής εγκατάλειψης - ή Μητέρα να δουλεύει κάπου μακριά. Το
βράδυ πήγαινα να την περιμένω στη στάση του λεωφορείου. Περνούσαν αράδα τα
λεωφορεία εκείνη δεν ήταν σέ κανένα).
Συνέρχομαι πολύ γρήγορα απ’ αυτή
τη λησμονιά. Βιαστικά - βιαστικά οργανώνω μια μνήμη, βάζω σέ τάξη μια σύγχυση.
Από το σώμα αναδύεται μια λέξη (κλασική) πού εκφράζει τη συγκίνηση της απουσίας:
Αναστεναγμός, «αναστενάζω για τη σωματική παρουσία». Τα δύο
μισά τού ανδρογύνου αναστενάζουν
το ένα για το άλλο λες και κάθε πνοή, όντας ατελής, θα ’θελε να ενωθεί με την
άλλη: εικόνα τού εναγκαλισμού μέσα στην όποια οι δύο εικόνες συγχωνεύονται σέ
μία. Στην ερωτική απουσία είμαι μια θλιβερή ξεκολλημένη εικόνα πού ξεραίνεται, κιτρινίζει,
ζαρώνει.
(Υπάρχουν δύο λέξεις: ό Πόθος,
πού δηλώνει την επιθυμία για το πλάσμα πού απουσιάζει· ό 'Ίμερος (φλογερότερος),
πού δηλώνει την επιθυμία για το πλάσμα πού είναι παρόν).
Η απουσία διαρκεί, πρέπει να την αντέξω.
Θα αρχίσω, λοιπόν, να την χειραγωγώ: μεταμορφώνω την διαστρέβλωση τού χρόνου σέ
πήγαινε-έλα, παράγω ρυθμό, ανοίγω τη σκηνή τής γλώσσας (ή γλώσσα γεννιέται από την
απουσία: το παιδί φτιάχνει μια μπομπίνα, την πετά και την ξαναπιάνει κι έτσι
μιμείται την αναχώρηση και την επιστροφή τής μητέρας: μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται
ένα παράδειγμα συμπεριφοράς).
Η απουσία γίνεται μια ενεργητική
πρακτική, μια απασχόληση (που δε μ’ αφήνει να κάνω τίποτε άλλο). Δημιουργείται
έτσι ένα πλέγμα μυθοπλασίας με πολλούς ρόλους (αμφιβολίες, μομφές, επιθυμίες,
μελαγχολίες).
Αυτή ή γλωσσική σκηνοθεσία απομακρύνει
τον θάνατο τού άλλου: ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα, λένε, χωρίζει την
στιγμή πού το παιδί πιστεύει ακόμα πώς ή
μητέρα του απουσιάζει από την
στιγμή πού πείθεται πιά πώς είναι νεκρή. Χειραγωγώ την απουσία σημαίνει
παρατείνω αυτό το χρονικό διάστημα, καθυστερώ όσο περισσότερο γίνεται την
έλευση τής στιγμής κατά την όποια ό άλλος θα μπορούσε να γκρεμιστεί απότομα από
την απουσία στον θάνατο.
Το ανικανοποίητο θα μπορούσε να αντιστοιχεί
στο σχήμα τής Παρουσίας (βλέπω κάθε μέρα τον άλλο, όμως δε νιώθω πλήρωση: το αντικείμενο
είναι εδώ, ώς πραγματική υπόσταση, αλλά εξακολουθεί να μού λείπει στο επίπεδο
τής φαντασίας). Από την άλλη μεριά, το σχήμα τού ευνουχισμού πρέπει να είναι ή
Διάλειψη (δέχομαι να αφήσω κάπως τον άλλο, «χωρίς κλάματα»· αποδέχομαι το
πένθος τής σχέσης, ξέρω να ξεχνώ). Το σχήμα τής αποστέρησης είναι ή Απουσία:
ποθώ και ταυτόχρονα έχω ανάγκη. Ό πόθος συντρίβεται πάνω στην ανάγκη.
Έτσι παράγεται ή ψυχαναγκαστική
διάσταση τού ερωτικού συναισθήματος.
Κάθομαι μόνος σ’ ένα καφενείο.
Άνθρωποι έρχονται και με χαιρετούν. Αισθάνομαι κυκλωμένος, αντικείμενο ζήτησης,
κολακευμένος. Ό άλλος, όμως, απουσιάζει.
Τον ανακαλώ μέσα μου για να με
συγκρατήσει στο χείλος αυτής τής κοσμικής φιλαρέσκειας πού με παραμονεύει.
Επικαλούμαι την «αλήθεια» του (την
αίσθηση της αλήθειας πού μού παρέχει) κόντρα σ’ αυτή την υστερία τής γοητείας
στην όποια νιώθω ότι γλιστρώ λίγο - λίγο. Καθιστώ την απουσία του άλλου υπεύθυνη
για την δική μου κοσμικότητα: επικαλούμαι την προστασία του, την επιστροφή του.
Ας φανερωθεί επιτέλους ό άλλος ας με αποσπάσει - σαν μάνα πού έρχεται να αναζητήσει
το παιδί της - από την κοσμική λάμψη και την κοινωνική τύρβη, ας μού ξαναδώσει
«την θρησκευτική εσωτερικότητα, την αυστηρότητα» τού ερωτικού κόσμου.
(Ό Ν... μου έλεγε ότι ό έρωτας τον
προφύλαξε από την κοσμικότητα: κλίκες, φιλοδοξίες, προαγωγές, ραδιουργίες, συμμαχίες,
παραχωρήσεις, ρόλοι, εξουσίες. Ο έρωτας τον είχε μεταβάλει σ’ ένα κοινωνικό απόβλητο,
κι εκείνος χαιρόταν γι’ αυτό)
Μιά βουδιστική διήγηση λέει τα
εξής: «Ό δάσκαλος κρατά το κεφάλι τού μαθητή για πάρα πολλή ώρα κάτω απ’ το νερό.
Σιγά σιγά οι φουσκάλες του αέρα αραιώνουν. Την τελευταία στιγμή ό δάσκαλος
βγάζει τον μαθητή από το νερό και τον επαναφέρει στην ζωή:
όταν θα ’χεις ποθήσει την αλήθεια
όσο πόθησες τον αέρα, τότε θα μάθεις τί εστί αλήθεια».
Η απουσία τού άλλου με κρατά με το
κεφάλι κάτω από το νερό. Σιγά σιγά πνίγομαι, ο αέρας μου λιγοστεύει απελπιστικά.
Μ’ αυτή την ασφυξία ανασυγκροτώ την «αλήθεια» μου και προετοιμάζω το Άτρεπτο τού έρωτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου