Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Απουσία …

(Με αφορμή την κλινική του Ν… όπου η απουσία μπήκε στο προσκήνιο της ζωής)

α π ο υ σ ία . Κάθε γλωσσικό επεισόδιο που φέρνει στο προσκήνιο την απουσία του αγαπημένου αντικειμένου - όποια κι αν είναι ή αιτία και η διάρκεια αυτής τής απουσίας - και τείνει να προσδώσει στην απουσία τη μορφή της εγκατάλειψης.

Πολλές μελωδίες και τραγούδια για την ερωτική απουσία. Αλλά ή απουσία υπάρχει μόνο σαν απουσία τού άλλου: ό άλλος φεύγει, εγώ μένω. Ό άλλος είναι συνεχώς σέ κατάσταση αναχώρησης, ταξιδιού· έχει, από εσωτερική διάθεση, την τάση τής αποδημίας, τής φυγής. Ενώ εγώ πού αγαπώ είμαι, από αντίθετη εσωτερική διάθεση, δεμένος μέσα στο χώρο, ακίνητος, διαθέσιμος, σέ κατάσταση αναμονής, σωριασμένος στη θέση μου, υποφέροντας, σαν ένα πακέτο παραπεταμένο σέ κάποια γωνιά ενός σταθμού. Ή ερωτική απουσία είναι μονής κατευθύνσεως και μπορεί να διατυπωθεί μόνο από αυτόν πού μένει όχι από αυτόν που φεύγει: Το εγώ, πάντα παρόν, συνίσταται μόνο απέναντι στο εσύ πού συνεχώς απουσιάζει. Για να εκφράσω την απουσία πρέπει να δεχτώ
εξαρχής ότι ή θέση τού υποκειμένου και ή θέση τού άλλου δεν μπορούν να αντιμετατεθούν. Είναι σαν να λέω:
«Αγαπιέμαι λιγότερο απ’ όσο αγαπώ».

Ιστορικά, φορέας του λόγου τής απουσίας είναι ή Γυναίκα:
η Γυναίκα είναι μόνιμα εγκατεστημένη κάπου, ό Άντρας είναι κυνηγός, ταξιδιάρης η Γυναίκα είναι πιστή (περιμένει), ό άντρας είναι άστατος (αρμενίζει, «ψωνίζει»). Έτσι μπορεί να υποστηριχτεί ότι μέσα σε κάθε άντρα πού εκφράζει την απουσία του άλλου εκδηλώνεται το Θηλυκό στοιχείο: ό άντρας αυτός που περιμένει και υποφέρει έχει, κατά τρόπο θαυμαστό, θηλυκοποιηθεί. Ό άντρας δε θηλυκοποιείται αντιστρέφοντας τη φύση του αλλά ερωτευόμενος.

Κάποτε μού συμβαίνει να μπορώ να αντέχω μια χαρά την απουσία. Τότε είμαι «φυσιολογικός»: ευθυγραμμίζομαι με τον τρόπο πού έχει «όλος ό κόσμος» να υπομένει την αναχώρηση ενός «προσφιλούς προσώπου».
Υποτάσσομαι έτσι χωρίς προβλήματα στην καταναγκαστική αγωγή χάρη στην όποια συνήθισα από πολύ νωρίς να αποχωρίζομαι τη μητέρα μου - πράγμα πού, στην
αρχή, μ’ έκανε να πονώ πολύ (για να μην πω: να τρελαίνομαι).
Συμπεριφέρομαι σαν παιδί πού απογαλακτίστηκε σωστά ξέρω να τρέφομαι, περιμένοντας, και μ’ άλλα πράγματα έκτος από τον μητρικό μαστό.
Ή απουσία πού αντέχεται είναι ή λησμονιά. Γίνομαι, κατά διαλείμματα, άπιστος. Κι αυτός είναι ένας όρος απαραίτητος για την επιβίωσή μου. Γιατί, αν δεν ξεχνούσα, θα πέθαινα. Ό ερωτευμένος πού δεν μπορεί πότε πότε να ξεχνά πεθαίνει από ακραία διάταση, κόπωση και ένταση τής μνήμης.

(Παιδί, δεν ξεχνούσα ποτέ: μέρες ατέλειωτες, μέρες τής εγκατάλειψης - ή Μητέρα να δουλεύει κάπου μακριά. Το βράδυ πήγαινα να την περιμένω στη στάση του λεωφορείου. Περνούσαν αράδα τα λεωφορεία εκείνη δεν ήταν σέ κανένα).

Συνέρχομαι πολύ γρήγορα απ’ αυτή τη λησμονιά. Βιαστικά - βιαστικά οργανώνω μια μνήμη, βάζω σέ τάξη μια σύγχυση. Από το σώμα αναδύεται μια λέξη (κλασική) πού εκφράζει τη συγκίνηση της απουσίας: Αναστεναγμός, «αναστενάζω για τη σωματική παρουσία». Τα δύο
μισά τού ανδρογύνου αναστενάζουν το ένα για το άλλο λες και κάθε πνοή, όντας ατελής, θα ’θελε να ενωθεί με την άλλη: εικόνα τού εναγκαλισμού μέσα στην όποια οι δύο εικόνες συγχωνεύονται σέ μία. Στην ερωτική απουσία είμαι μια θλιβερή ξεκολλημένη εικόνα πού ξεραίνεται, κιτρινίζει, ζαρώνει.
(Υπάρχουν δύο λέξεις: ό Πόθος, πού δηλώνει την επιθυμία για το πλάσμα πού απουσιάζει· ό 'Ίμερος (φλογερότερος), πού δηλώνει την επιθυμία για το πλάσμα πού είναι παρόν).

Η απουσία διαρκεί, πρέπει να την αντέξω. Θα αρχίσω, λοιπόν, να την χειραγωγώ: μεταμορφώνω την διαστρέβλωση τού χρόνου σέ πήγαινε-έλα, παράγω ρυθμό, ανοίγω τη σκηνή τής γλώσσας (ή γλώσσα γεννιέται από την απουσία: το παιδί φτιάχνει μια μπομπίνα, την πετά και την ξαναπιάνει κι έτσι μιμείται την αναχώρηση και την επιστροφή τής μητέρας: μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα παράδειγμα συμπεριφοράς).
Η απουσία γίνεται μια ενεργητική πρακτική, μια απασχόληση (που δε μ’ αφήνει να κάνω τίποτε άλλο). Δημιουργείται έτσι ένα πλέγμα μυθοπλασίας με πολλούς ρόλους (αμφιβολίες, μομφές, επιθυμίες, μελαγχολίες).
Αυτή ή γλωσσική σκηνοθεσία απομακρύνει τον θάνατο τού άλλου: ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα, λένε, χωρίζει την στιγμή πού το παιδί πιστεύει ακόμα πώς ή
μητέρα του απουσιάζει από την στιγμή πού πείθεται πιά πώς είναι νεκρή. Χειραγωγώ την απουσία σημαίνει παρατείνω αυτό το χρονικό διάστημα, καθυστερώ όσο περισσότερο γίνεται την έλευση τής στιγμής κατά την όποια ό άλλος θα μπορούσε να γκρεμιστεί απότομα από
την απουσία στον θάνατο.

Το ανικανοποίητο θα μπορούσε να αντιστοιχεί στο σχήμα τής Παρουσίας (βλέπω κάθε μέρα τον άλλο, όμως δε νιώθω πλήρωση: το αντικείμενο είναι εδώ, ώς πραγματική υπόσταση, αλλά εξακολουθεί να μού λείπει στο επίπεδο τής φαντασίας). Από την άλλη μεριά, το σχήμα τού ευνουχισμού πρέπει να είναι ή Διάλειψη (δέχομαι να αφήσω κάπως τον άλλο, «χωρίς κλάματα»· αποδέχομαι το πένθος τής σχέσης, ξέρω να ξεχνώ). Το σχήμα τής αποστέρησης είναι ή Απουσία: ποθώ και ταυτόχρονα έχω ανάγκη. Ό πόθος συντρίβεται πάνω στην ανάγκη.
Έτσι παράγεται ή ψυχαναγκαστική διάσταση τού ερωτικού συναισθήματος.

Κάθομαι μόνος σ’ ένα καφενείο. Άνθρωποι έρχονται και με χαιρετούν. Αισθάνομαι κυκλωμένος, αντικείμενο ζήτησης, κολακευμένος. Ό άλλος, όμως, απουσιάζει.
Τον ανακαλώ μέσα μου για να με συγκρατήσει στο χείλος αυτής τής κοσμικής φιλαρέσκειας πού με παραμονεύει.
Επικαλούμαι την «αλήθεια» του (την αίσθηση της αλήθειας πού μού παρέχει) κόντρα σ’ αυτή την υστερία τής γοητείας στην όποια νιώθω ότι γλιστρώ λίγο - λίγο. Καθιστώ την απουσία του άλλου υπεύθυνη για την δική μου κοσμικότητα: επικαλούμαι την προστασία του, την επιστροφή του. Ας φανερωθεί επιτέλους ό άλλος ας με αποσπάσει - σαν μάνα πού έρχεται να αναζητήσει το παιδί της - από την κοσμική λάμψη και την κοινωνική τύρβη, ας μού ξαναδώσει «την θρησκευτική εσωτερικότητα, την αυστηρότητα» τού ερωτικού κόσμου.
(Ό Ν... μου έλεγε ότι ό έρωτας τον προφύλαξε από την κοσμικότητα: κλίκες, φιλοδοξίες, προαγωγές, ραδιουργίες, συμμαχίες, παραχωρήσεις, ρόλοι, εξουσίες. Ο έρωτας τον είχε μεταβάλει σ’ ένα κοινωνικό απόβλητο, κι εκείνος χαιρόταν γι’ αυτό)

Μιά βουδιστική διήγηση λέει τα εξής: «Ό δάσκαλος κρατά το κεφάλι τού μαθητή για πάρα πολλή ώρα κάτω απ’ το νερό. Σιγά σιγά οι φουσκάλες του αέρα αραιώνουν. Την τελευταία στιγμή ό δάσκαλος βγάζει τον μαθητή από το νερό και τον επαναφέρει στην ζωή:
όταν θα ’χεις ποθήσει την αλήθεια όσο πόθησες τον αέρα, τότε θα μάθεις τί εστί αλήθεια».
Η απουσία τού άλλου με κρατά με το κεφάλι κάτω από το νερό. Σιγά σιγά πνίγομαι, ο αέρας μου λιγοστεύει απελπιστικά. Μ’ αυτή την ασφυξία ανασυγκροτώ την «αλήθεια» μου και  προετοιμάζω το Άτρεπτο τού έρωτα.


Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

«Κάντε το, σαν να σας αρέσει…!»

Ήταν, μια φορά και έναν καιρό, ένας μουσικός που όλη του η ύπαρξη βασίζονταν στην μουσική. Κάποια στιγμή βρισκόταν σε μια πρόβα προετοιμάζοντας μια συναυλία που θα έδινε. Την στιγμή που πρόβαρε ένα τραγούδι δικό του σταμάτησε πριν το ολοκληρώσει και γύρισε απευθυνόμενος προς τους μουσικούς που αποτελούσαν την ορχήστρα:
«Ακούστε με λίγο. Παίξτε τούτο το κομμάτι σαν να σας αρέσει!»

Ήμουν σε μια γωνιά όταν τον άκουσα να το λέει. «…σαν να σας αρέσει!» Τι παράξενη προτροπή, σκέφτηκα. Πως είναι δυνατόν να κάνουν κάτι τέτοιο, αναρωτήθηκα.
Οι μουσικοί, μετά από λίγο, εκτέλεσαν το κομμάτι με πάρα πολύ ωραίο τρόπο. Η προτροπή του ερμηνευτή είχε πιάσει τόπο. Μα πως έγινε, συνέχισα να αναρωτιέμαι μετά το τέλος της πρόβας. Τότε μου ήλθε στο νου το «πέρασμα στην πράξη».

Μα για ποια πράξη, αλήθεια, μιλάμε σε αυτήν την περίπτωση.
Έχουμε σήμερα ιδιαίτερα μορφοποιημένο το ιδανικό ενός συγκεκριμένου τύπου πράξης, η οποία θα ανταποκρίνονταν μονίμως σε έναν ώριμο επιστημονικό συλλογισμό – έτσι ώστε η δράση να μπορεί να απορροφάται από την σκέψη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η σκέψη είναι επιστημονική ή απλώς λογική. Επομένως θα ανταποκρίνονταν στο υπολογισμό της υπολογισμένης δράσης που τελικά εμφανίζεται ως το συμπέρασμα ενός συλλογισμού, ως το πόρισμα μιας αποδεικτικής διαδικασίας. Αυτό το ιδεώδες προϋποθέτει φυσικά ότι η σκέψη λειτουργεί στο πλαίσιο κάποιας διακοπής του χρόνου, και ότι, μόλις κάνουμε τον υπολογισμό που χρειάζεται, η πράξη επακολουθεί ως πόρισμα μιας απόδειξης.

Όλη αυτή η διαδικασία έχει το εξής προαπαιτούμενο: εκείνο που διακυβεύεται στην πράξη πρέπει να θεωρείται δεδομένο, η φύση της διακύβευσης οφείλει να μην είναι αμφιλεγόμενη, και η ίδια η διακύβευση να μπορεί να ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό ως ένα από τα στοιχεία του.
Και γνωρίζουμε τι σημαίνουν τελικά, για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, τέτοιοι υπολογισμοί. Οι υπολογισμοί αποδοτικότητας γίνονται στην βάση της μεγιστοποίησης της ωφέλειας. Έτσι διαθέτουμε ένα μοντέλο της δράσης το οποίο είναι απλά το μάνατζμεντ.

Τότε, λοιπόν, ποιες είναι οι συνέπειες, αν θεωρήσουμε ως προαπαιτούμενο ότι πρέπει να γνωρίζουμε εκείνο που διακυβεύεται κατά την δράση;
    Ουσιαστικά, αυτό που όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν είναι ότι το υποκείμενο που πρόκειται να δράσει θέλει ουσιωδώς το δικό του καλό, το οποίο σήμερα ταυτίζεται με το ωφέλιμο. Έτσι, μπορούμε να μετρήσουμε την καταλληλότητα των πράξεων, και ιδίως ότι υπάρχει πιθανότητα το υποκείμενο ναι! να βλάψει τον εαυτό του.
Τελικά, μπορούμε να αμφισβητήσουμε αυτό το αξίωμα, ότι το υποκείμενο της σκέψης, θέλει το καλό του.
Αν υπάρχει κάτι που αντιτίθεται σε αυτό το ιδανικό είναι σίγουρα η αυτοκαταστροφή. Δεν θα αναφερθώ εδώ, ως παράδειγμα, στην αυτοκτονική πράξη αλλά θα αναφερθώ στις πράξεις που διαπράττουμε και οι οποίες ενδέχεται να κριθούν. Επ αυτού η κλινική κάτι έχει να πει, αφού γνωρίζουμε πλέον καλά με ποια νευρωτική μορφή μπορεί να έλθει στην σκέψη το ηθικό ζήτημα. Έτσι ώστε, το τάδε υποκείμενο εμφανίζεται απασχολημένο ή μετέωρο αξιολογώντας αδιάκοπα την ορθότητα των πράξεων του, της πράξης που πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει, φτάνοντας μέχρι του ιδεοψυχαναγκασμού.
Ακολουθεί ένα στυλ αναβολής, αναστολής, αντίδρασης που μπορεί να διακοπεί απότομα, όπως ξέρουμε, υπό την μορφή βιασύνης καθώς το υποκείμενο σπεύδει να δράσει. Γνωρίζουμε, πλέον κλινικά αυτήν την ανατροπή της αναστολής, της αναβλητικότητας σε βιασύνη και σε αίσθημα επείγοντος χάρη στην κλινική μαρτυρία της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης.
Ίσως λοιπόν, αυτός ο υπαινιγμός να αρκεί για να μας δείξει ότι, αντίθετα πιθανόν με την υπόδειξη της παραπάνω φιλοσοφίας υπάρχει μια αντινομία ανάμεσα στην σκέψη και στην πράξη.   

Λοιπόν, κάθε γνήσια πράξη είναι, ας το πούμε, μια «αυτοκτονία του υποκειμένου». Ας το βάλουμε μέσα σε εισαγωγικά για να υποδηλώσουμε ότι το υποκείμενο αναγεννάται, αλλά αναγεννάται διαφορετικά. Αυτό είναι που συνιστά στην κυριολεξία την πράξη, δηλαδή το υποκείμενο δεν είναι το ίδιο πριν και μετά. Αυτό είναι που δικαιολογεί τον όρο «μετάλλαξη». Το υποκείμενο μεταλλάσσεται πριν και μετά την πράξη. Ίσως ακουστεί καλύτερα στα αυτιά σας αν σας πω ότι κάθε γνήσια πράξη, κάθε πράξη η οποία δεν αποτελεί μόνο ταραχή, κίνηση, κινητική εκτόνωση, κάθε αληθινή πράξη η οποία σημαδεύει ή μετράει, αποτελεί παράβαση.

Αν προτιμάτε, κάθε γνήσια πράξη είναι εγκληματική. Όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, δεν υπάρχει αληθινή πράξη που να μην συμπεριλαμβάνει μια υπέρβαση. Υπέρβαση τίνος πράγματος; Ενός κώδικα, ενός νόμου, ενός συμβολικού συνόλου το οποίο λίγο ή πολύ, η πράξη παραβαίνει. Και ακριβώς καταλήγοντας στην παράβαση, η εν λόγω πράξη έχει μια πιθανότητα να τροποποίηση αυτήν την κωδικοποίηση.

Κάθε υποκείμενο αγαπάει το σύμπτωμα του. Του είναι αρεστό το σύμπτωμα. Το σύμπτωμα, όμως, είναι εκείνο που του κάνει κακό. Που κάνει κακό στον οργανισμό του. Η αρέσκεια προς το σύμπτωμα, η αγάπη για αυτό συνιστά την απόλαυση του υποκειμένου, η οποία δεν μπορεί να είναι σύμμαχος της ηδονής αλλά του πόνου. Μια ικανοποίηση από τον πόνο, η οποία ενδεχομένως κάνει κακό στον οργανισμό, σε τέτοιο σημείο ακριβώς ώστε, όταν αυτονομείται, η απόλαυση φτάνει ως τον θάνατο.  

Έτσι, ο όρος «πέρασμα στην πράξη» δηλώνει ότι εγκαταλείπουμε το διφορούμενο της σκέψης, της ομιλίας και της γλώσσας, προς όφελος της πράξης. Έτσι, το διακύβευμα της πράξης είναι, κυριολεκτικά, μη κωδικοποιήσιμο. Αντίθετα από την προηγούμενη λογική της υπολογισμένης πράξης, βρίσκεται έξω από τον κόσμο των λογαριασμών, των υπολογισμών, των ισοτιμιών και των συναλλαγών. Αποβλέπει στο οριστικό. Και θα λέγαμε πως στην καρδιά κάθε πράξης, το πέρασμα στην πράξη αποτελεί, κυριολεκτικά,  υπόδειγμα.

Ένα πέρασμα στην πράξη κάλεσε ο συγκεκριμένος ερμηνευτής τους μουσικούς του να κάνουν. Μέσω της προτροπής «…παίξτε το σαν να σας αρέσει» τους πρότεινε να απομακρυνθούν από το σύμπτωμα τους. Να αναγεννηθούν. Και ω του θαύματος, τον ακολούθησαν.