Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

Ήλθε, έφυγε, η αγωνία της εγκατάλειψης ακολουθεί…






ΑΓΧΟΣ. Κάτω από την άλφα ή βήτα συγκυρία, το υποκείμενο νιώθει να παρασύρεται από τον φόβο ενός κινδύνου, μιας πληγής, μιας εγκατάλειψης, μιας μεταστροφής – κι αυτό το αίσθημα το εκφράζει με την λέξη «άγχος».

Έρχεται και φεύγει. Και εγώ τι; Εγώ μένω μόνη πίσω στο άδειο σπίτι. Στην ησυχία αυτού του σπιτιού που είναι τώρα ηχηρή, αδιάφορη, ηλίθια. Ηλίθια τα έπιπλα, οι λάμπες, η ροή του νερού στον νεροχύτη, ακόμη και αυτό το μικρό φωτιστικό δίπλα στο κρεβάτι που με τόση επιμέλεια εγώ η ίδια το διάλεξα κάποτε. Τώρα είναι το ίδιο ηλίθιο με όλα τα άλλα. Τίποτε φιλικό, να σε ζεστάνει. Το άγχος περισσεύει. Το ακούω να αποκτά όνομα. Το άγχος βρίσκεται κιόλας εκεί, σαν έτοιμο φαρμάκι (η ζήλια, η εγκατάλειψη, η ανησυχία)* απλώς περιμένει να περάσει λίγη ώρα για να μπορέσει να εκδηλωθεί κόσμια. Το βλέπω να υψώνεται σαν μορφή αδυσώπητη πάνω στο φόντο των πραγμάτων που βρίσκονται εδώ.

(Κι αν, για να γίνει κάτι, έκανα μια ευχή;)

Ό ψυχωτικός ζει με τον φόβο τής κατάρρευσης (και εναντίον αυτού του φόβου οι διάφορες ψυχώσεις λειτουργούν απλώς ως άμυνες). Αλλά ο κλινικός φόβος της κατάρρευσης είναι φόβος για μια κατάρρευση πού έχουμε ήδη δοκιμάσει (primitive agony) – όταν ήμασταν παιδιά, εκεί γύρω στον τεσσαρακοστό μήνα της ζωής μας, μια κατάρρευση που συντελέστηκε όταν απωλέσθη η Μητέρα και μας οδήγησε στην ασφάλεια της γλώσσας (στον Πατέρα, πάει να πει) - και υπάρχουν στιγμές πού ένας ασθενής έχει την ανάγκη να ακούσει ότι ή κατάρρευση, ο φόβος της οποίας υπονομεύει την ζωή του, έχει ήδη συντελεστεί.

Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το ερωτικό άγχος: είναι ο φόβος ενός πένθους πού έχει ήδη συντελεστεί από την στιγμή που άρχισε ο έρωτας, από την στιγμή πού ένιωσα την σαγήνη.

Θα ’πρεπε κάποιος να μπορούσε να μου πει «Μην έχεις πιά άγχος. Τον έχεις ήδη χάσει».


Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Το ξεθώριασμα: it fades

Fading: Επώδυνη δοκιμασία κατά τη διάρκεια της οποίας το αγαπημένο πλάσμα μοιάζει να αποσύρεται από οποιαδήποτε επαφή, χωρίς ωστόσο η αινιγματική αυτή αδιαφορία του να στρέφεται εναντίον του ερωτευμένου υποκειμένου ή να εκδηλώνεται προς όφελος οποιουδήποτε άλλου (κόσμος ή αντίζηλος).

Φαίνεται πως ο Φρόυντ, που κατά τα άλλα τόσο του άρεσε ν’ ακούει, δε συμπαθούσε το τηλέφωνο. Άραγε να ένιωθε, να πρόβλεπε, ότι το τηλέφωνο είναι πάντα μια κακοφωνία, κι ότι αυτό που αφήνει να περνά από το σύρμα του είναι η κακή φωνή, ή κίβδηλη επικοινωνία; Αναμφίβολα, με το τηλέφωνο προσπαθώ να αρνηθώ τον χωρισμό - όπως το παιδί που, φοβούμενο μήπως χάσει την μητέρα του, παίζει, τυλίγοντας και ξετυλίγοντας ασταμάτητα ένα σπάγκο. Όμως το καλώδιο του τηλεφώνου δεν είναι καλό αντικείμενο αφοσιωτικής μεταβίβασης, δεν είναι ένας αδρανής σπάγκος[1] είναι φορτισμένο μ’ ένα νόημα, όχι με το νόημα τής σύνδεσης, αλλά με το νόημα τής απόστασης: φωνή αγαπημένη, κουρασμένη, που την ακούς στο τηλέφωνο - αυτό είναι το fading, σ’ όλο το μέγεθος της αγωνίας του. Πρωτ’ απ’ όλα, την φωνή αυτή όταν φτάνει σέ μένα, όταν είναι εδώ, όταν διαρκεί (μόλις και μετά βίας), ποτέ δεν την αναγνωρίζω εντελώς· θα ’λεγε κανείς πώς βγαίνει μέσα από μια μάσκα (λένε, πώς οι μάσκες στην αρχαία ελληνική τραγωδία επιτελούσαν μια μαγική λειτουργία: έδιναν στην φωνή μια χθόνια προέλευση, την παραμόρφωναν, την εξέτρεπαν από την πορεία της, την έκαναν να βγαίνει από το υπόγειο υπερπέραν). Κι έπειτα, ό άλλος, μέσα στη φωνή αυτή, βρίσκεται πάντα σέ θέση αναχώρησης· φεύγει δυο φορές, μία με την φωνή και μία με την σιωπή του: ποιος έχει σειρά να μιλήσει; Έτσι, σωπαίνουμε αντάμα: ασφυκτικός εναγκαλισμός δύο κενών. Πρόκειται να σ’ αφήσω, λέει ανά πάσα στιγμή η φωνή στο τηλέφωνο.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο σπαραχτικό από μια αγαπημένη και κουρασμένη φωνή: φωνή εξουθενωμένη, αραιωμένη, χωρίς αίμα θα ’λεγες, φωνή στην άκρη τού κόσμου, που πάει να χαθεί πολύ μακριά, βουλιάζοντας στα παγωμένα νερά: φωνή που πάει να εξαφανιστεί, όπως το κουρασμένο πλάσμα πάει να πεθάνει: η κούραση είναι το άπειρο: αυτό που δεν σταματά να τελειώνει.
Τούτη η φωνή η σύντομη, η ξέπνοη, η σχεδόν άχαρη, ένεκα της εξάτμισης, αυτό το σχεδόν τίποτε της αγαπημένης και απόμακρης φωνής, γίνεται μέσα μου ένα τερατώδες πώμα - λες και κάποιος χειρούργος μου χώνει στο κεφάλι ένα μεγάλο ταμπόν από βαμβάκι.

Η ζήλια φέρνει λιγότερο πόνο γιατί, μέσα της, ο άλλος παραμένει ζωντανός. Στο Fading όμως, o άλλος είναι σαν να χάνει κάθε πόθο, σαν να τον καταπίνει ή Νύχτα[2]. Ο άλλος μ’ έχει παρατήσει, αλλά η εγκατάλειψη αυτή αναδιπλασιάζεται από την εγκατάλειψη που έχει κυριεύσει και εκείνον. Έτσι, η εικόνα του ξεθωριάζει, διαλύεται* δεν μπορώ να πιαστώ από τίποτε, ούτε κι απ’ αυτόν τον πόθο που ο άλλος πιθανόν να διοχέτευε κάπου αλλού: πενθώ ένα αντικείμενο που πενθεί (απ’ αυτό μπορούμε να καταλάβουμε πόση ανάγκη έχουμε τον πόθο τού άλλου, έστω κι αν ο πόθος αυτός δεν στρέφεται σ’ εμάς).

Όταν ο άλλος κυριεύεται από το Fading, όταν αποσύρεται, κι όχι για το χατίρι κανενός τρίτου αλλά, ίσως, απλώς εξαιτίας ενός άγχους που δεν μπορεί να το εκφράσει παρά μόνο με τα τετριμμένα λόγια: «δε νιώθω καλά», τότε μου φαίνεται πώς φεύγει και χάνεται μακριά, μέσα σε μιαν ομίχλη. Δεν είναι νεκρός, είναι αόριστα ζωντανός, μέσα στην περιοχή των Σκιών. Ο Οδυσσέας επισκεπτόταν τις Σκιές και τις επικαλούνταν, ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η σκιά της μητέρας του. Έτσι κι εγώ καλώ και επικαλούμαι τον άλλο, τη Μητέρα, αλλά αυτό που ξεπροβάλλει εμπρός μου είναι ένας ίσκιος.

Το Fading του άλλου εκδηλώνεται στη φωνή του. Η φωνή επωμίζεται, μου δίνει να διαβάσω και, έτσι, εκπληρώνει την εξαφάνιση του αγαπημένου πλάσματος, γιατί ίδιον της φωνής είναι να πεθαίνει. Την φωνή την δομεί το σπαραχτικό στοιχείο που κουβαλάει - σπαραχτικό, γιατί η φωνή οφείλει να πεθαίνει, σάμπως να ήταν εξαρχής μια ανάμνηση, και να μη μπορεί ποτέ να είναι τίποτε άλλο. Αυτό το φασματικό «είναι» της φωνής αποκαλείται τόνος. Ο τόνος, βάσει του οποίου προσδιορίζεται κάθε φωνή, είναι αυτό το κάτι που τείνει να σωπάσει, είναι αυτός ο ηχητικός κόκκος πού αποσυντίθεται και εξατμίζεται. Την φωνή του αγαπημένου πλάσματος την αντιλαμβάνομαι μόνο ως νεκρή, έτσι όπως την αναθυμάμαι ή την ανακαλώ μέσα στο μυαλό, πολύ πέρα από τ’ αυτί μου· φωνή ισχνή και ωστόσο επιβλητική, γιατί ανήκει στα πράγματα αυτά που αποκτούν υπόσταση μόλις εκλείψουν. «Η φωνή που με πληγώνει».

(Φωνή κοιμισμένη, φωνή ακατοίκητη, φωνή της διαπίστωσης, του μακρινού γεγονότος, της λευκής μοιραιότητας.)

Είναι κάτι εφιάλτες, όπου η Μητέρα εμφανίζεται κι έχει στο πρόσωπό της αποτυπωμένο ένα ύφος αυστηρό και ψυχρό. Το Fading του αγαπημένου αντικειμένου είναι η τρομαχτική επιστροφή της Κακής Μητέρας, η ανεξήγητη απόσυρση της αγάπης.


[1] ΒΙΝΙΚΟΤ: «Εξήγησα στη μητέρα ότι ο γιός της φοβόταν τον χωρισμό που επιχειρούσε να τον αρνηθεί παίζοντας με τον σπάγκο - όπως ακριβώς αρνούμαστε τον χωρισμό από έναν φίλο καταφεύγοντας στο τηλέφωνο» (“Παιχνίδι και πραγματικότητα”, σελ. 29)
[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ: «Ονομάζουμε Νύχτα τη στέρηση τής διάθεσης για απόλαυση παντός πράγματος»