Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

«Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί». Φρόυντ, 1856-1939

«Νομίζω ότι όταν γεννήθηκα, δεν γεννήθηκα ολόκληρος. Ενα μέρος μου φράκαρε μέσα στη μήτρα, σφήνωσε στα τοιχώματά της και αρνιόταν να γεννηθεί.

Μπορεί και να το κράτησε η μαμά μέσα της για να τη ζεσταίνει, αλλά όταν μεγαλώσω θα της το πάρω. Δεν θα της το επιστρέψω ποτέ. Εκείνη δεν με έδιωξε απ’ το σώμα της παριστάνοντας τον Θεό;

Θυμάμαι ακόμα τις σαπουνάδες που γλιστρούσαν στο σώμα μου καθώς κολυμπούσα. Ερχόμουν κατά συρροή. Τα νερά του ποταμού ήταν κίτρινα και χύνονταν μέσα μου. Γύρω γύρω είχε μουσική -για όχθες. Κάποιος με έσπρωχνε να βγω. Βγήκα. Ήταν η τελευταία μέρα που ήμουν ελεύθερος: Η μέρα που γεννήθηκα
.
Εξω έκανε κρύο. Βγαίνοντας απ’ το σπίτι, η θάλασσα έλειπε. Τα όστρακα, οι χρωματιστές πεταλίδες, τα κίτρινα νερά, η μαγεία του βυθού, είχαν εξαφανιστεί. Δεν είχα πια τίποτε να πω, μόνο να θυμάμαι· κι όμως, μόλις άρχιζα να μαθαίνω να μιλώ. Στην αρχή με κραυγές· απελπισίας. Μετά με πραγματικές λέξεις, που απεδείχθη ότι δεν ήταν καθόλου πραγματικές. Ετσι, επέστρεψα ξανά στις κραυγές μου. Εβλεπα το άγαλμα του εαυτού μου στημένο· σε έναν σταθμό, σε ένα σχολείο, σε ένα σπίτι, σε ένα επάγγελμα, σε έναν έρωτα, σε μια ζωή. Γιατί έπρεπε να περάσω από τόσους θανάτους;

Οι Ινδιάνοι λένε ότι η ποίηση συμβαίνει όταν ένα ρήμα, ένα ουσιαστικό κι ένα επίθετο συναντιούνται για πρώτη φορά. Η ερώτηση δεν είναι αν σου αρέσει, αλλά αν την αντέχεις. Η συντριβή είναι δεδομένη. Θα ήθελα να κατασκευάζω τα πράγματα, αλλά εδώ έξω ήταν αδύνατον. Πάτησα, λοιπόν, πάνω στη σκιά μου και ανέβηκα σ’ έναν βράχο. Μάζεψα τους ήλιους που βρήκα, τους έκανα κέικ. Γύρω γύρω στόλισα φως. Το φως περπατούσε ξυπόλυτο πάνω στην τούρτα. Οι πατούσες του ήταν ξεβαμμένες. Το ίδιο και οι δικές μου. Η πρώτη μου ποιητική προσπάθεια ήταν στη διαπασών.

Τώρα θέλω να επιστρέψω και δεν μπορώ. Σ’ αυτό που έζησε απ’ τη βροχή. Πόσο τοις εκατό σκουριά, πόσο τοις εκατό χαμόγελο; Το ουράνιο τόξο έχει πηδήξει απ’ το μπαλκόνι. Η σπηλιά με τα κίτρινα νερά και τις χρωματιστές πεταλίδες έχει γκρεμιστεί. Ό,τι έκανα, δεν το έκανα εγώ. Το έκαναν οι άλλοι, για τους οποίους δεν ευθύνομαι. Όμως, βαρύνομαι. Σχεδόν αποκλειστικά».
Σταύρος Σταυρόπουλος
«Στην Χώρα Των Θανάτων»

Χωρίς σχόλια, χωρίς παρατηρήσεις. Σιωπή. Μιλάει ο ποιητής!

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Και στο πα Χαλασιά μου, στα ξένα να μην πας … Χαλασιά μου

Η Χαλασιά είναι μια νεαρή κοπέλα, γύρω στα τριάντα, που ερωτεύθηκε και επισύναψε ερωτική σχέση με τον Τάδε. Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ο Τάδε είχε ήδη μια μακροχρόνια σχέση με μια άλλη κοπέλα και η Χαλασιά, ως εκ τούτου, αποτέλεσε την «εξωσυζυγική» σχέση του Τάδε.

«Θέλω τον Τάδε», ομολόγησε η Χαλασιά στον αναλυτή της. Μέσα από την ανάλυση παράχθηκαν τα παρακάτω:  

«Θέλω τον Τάδε»

«Θέλω» = (σημασία) Επιθυμώ (ασυνείδητο) νόημα: Έλλειψη
«Τάδε» = (σημασία) Ανικανοποίητη επιθυμία (ασυνείδητο) νόημα: Έλλειψη

Με άλλα λόγια: το σημαίνον «Θέλω τον Τάδε» παραπέμπει στο σημαινόμενο «Επιθυμώ την ανικανοποίητη επιθυμία» και παράγει το νόημα που είναι η «Έλλειψη».

Αυτό το νόημα – της Έλλειψης – προβάλλει η Χαλασιά στο σώμα του παρτενέρ της Τάδε. Ο Τάδε για την Χαλασιά αποτελεί τον Άλλο της. Το σώμα του είναι συμβολοποιημένο, γεμάτο σημαίνοντα πάει να πει. «Το χέρι του», «το πόδι του», «το στόμα του», «το κεφάλι του», «τα μαλλιά του» κ.λπ. Λέξεις, λέξεις, λέξεις. Όλες παρμένες από το συμβολικό της γλώσσας. Καλύτερα, της δικής της γλώσσας. Της ηδυόγλωσσας.

Αυτή η ηδυόγλωσσα αποκτήθηκε μετά από επίπονη προσπάθεια μέσα από το δικό της περιβάλλον. Πρώτα ακούστηκε από την ίδια μέσα στο σπίτι της. Την μιλούσε η μητέρα της (ο πρωταρχικός Άλλος) με τον πατέρα της (ο δευτερεύον Άλλος) και στην συνέχεια το υπόλοιπο συγγενικό περιβάλλον (ο τριτεύον Άλλος). Αυτή η γλώσσα «πλουτίσθηκε» στα διάφορα σχολεία που φοίτησε. Πλουτίσθηκε από δασκάλους, καθηγητές, συμμαθητές και συμφοιτητές: τα αποκαλούμενα «Ονόματα του Πατέρα» της Χαλασιάς. Τέλος, η ηδυόγλωσσα απέκτησε την μεγιστοποίηση του πλούτου της με τα ονόματα των μεντόρων της: Μαρξ, Λένιν, Αλτουσέρ, Κάφκα, κ.λπ. Μια διαρκής επίπονη και επώδυνη εργασία που σήμαινε κατανάλωση μεγάλης ποσότητας λίμπιντο. Όλο αυτό το πήγμα της λίμπιντο της ενσωματώθηκε στο προϊόν που παράχθηκε από την Χαλασιά. Μα, ποιο είναι αυτό το παραγμένο προϊόν; Μα οι λέξεις, οι φράσεις, οι ατάκες, που – όλα μαζί, παρμένα από κοινού – συνιστούν την ηδυόγλωσσα της. Εδώ συνέβη λοιπόν, μια ανταλλαγή: η Χαλασιά «έδωσε», «κατανάλωσε» λίμπιντο, ενέργεια πάει να πει. Τι «εισέπραξε» ως αντάλλαγμα; Μα βεβαίως την ηδυόγλωσσα με την οποία καθιστά τον εαυτό της ομιλούντα. Αυτή η ενέργεια που «δαπανήθηκε» συνιστούσε την απόλαυση της πριν την «εισαγωγή» της Χαλασιάς στην γλώσσα. Η γλώσσα, βλέπετε, υπήρχε πολύ πριν να έλθει η Χαλασιά στον μάταιο τούτο κόσμο. Υπήρχε εκεί με τα σημαίνοντα της και περίμενε. Τι περίμενε; Μα τι άλλο: να καταστήσει την Χαλασιά Υποκείμενο της. Να την αλλοτριώσει. Πράγματι αυτό συνέβη. Η Χαλασιά δαπάνησε ενέργεια. Ενέργεια που δεν πήγε χαμένη (άλλωστε «τίποτα δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή») αλλά ενσωματώθηκε μέσα στα σημαίνοντα της γλώσσας. Η γλώσσα κατέστη, έτσι, «κτήμα» της Χαλασιάς και έκτοτε η ίδια – η γλώσσα και όχι η Χαλασιά – άρχισε να ομιλεί μέσω του σώματος της Χαλασιάς. Έτσι κάθε σημαίνον της γλώσσας που αποκτιόταν από την Χαλασιά αποτελούσε αφενός κομμάτι του «έχειν» της (φαλλική απόλαυση) αλλά ταυτόχρονα συνιστούσε και απονέκρωση εκείνου του τμήματος της απόλαυσης της που αντιστοιχούσε στην ανάλογη «δαπάνη» ενέργειας που κατέβαλλε η Χαλασιά για να ιδιοποιηθεί το ανάλογο σημαίνον της γλώσσας.

Όμως, η «δαπάνη» αυτή παρήγαγε ασυνείδητα για εκείνη μια άλλη απόλαυση που δεν είναι της τάξης του «έχειν». Δεν είναι φαλλική. Δεν είναι της τάξης του ΕΝΟΣ. Είναι μια απόλαυση του Άλλου και ως τέτοια δεν είναι πεπερασμένη. Είναι αυτή η απόλαυση που όταν ακριβώς υπάρχει μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε ότι ο Άλλος (με το «Α» κεφαλαίο) είναι άλλος (με το «α» μικρό). Δεν παρήχθη από εκείνη με σκοπό την «ανταλλαγή» που περιέγραψα παραπάνω. Παρήχθη μοιραία, θα έλεγα. Ντεντερμινιστικά. Αποτελεί αναπόδραστο αποτέλεσμα της παραπάνω διαδικασίας. Ονομάζεται «υπεραπόλαυση» και αποτελεί το τίμημα που πληρώνει κάθε έμψυχο ον για να καταστήσει τον εαυτό του «υποκείμενο της γλώσσας». Βεβαίως, αυτή η «υπεραπόλαυση» έχει υποκειμενική μορφή και είναι σύμφυτη του ιδιαίτερου τρόπου βάσει του οποίου κάθε έμψυχο εισάγεται στην γλώσσα «κατασκευάζοντας» έτσι την ηδυόγλωσσα του. Το προϊόν του.

Στην περίπτωση της Χαλασιάς το χαρακτηριστικό της «υπεραπόλαυσης» της έχει το νόημα «Έλλειψη». Αποτελεί τον κοινό παρονομαστή όλων των σημασιών που έχουν τα σημαίνοντα της ηδυόγλωσσας της. Αυτό πάει να πει: η Χαλασιά απολαμβάνει την Έλλειψη. Αυτό το νόημα κινητοποιεί το «είναι» της. Αυτό το νόημα κάνει το «είναι» της … γεμάτο! Δεν υπάρχει καμμιά αντίφαση σε αυτήν την φράση, πιστέψτε με! Κάθε αντίφαση είναι μόνο τυπική.

Το χρονικό διάστημα που η Χαλασιά «τα έχει» με τον Τάδε είναι «γεμάτο» με την Έλλειψη του Τάδε. Ο Τάδε δεν είναι ποτέ «διαθέσιμος» όταν τον θέλει η Χαλασιά. Το παράπονο της Χαλασιάς έγκειται στο ότι «ο Τάδε δεν κάνει τίποτε στο να είναι έστω λίγο διαθέσιμος». Στο σώμα του Τάδε η Χαλασιά χαράζει αυτήν την Έλλειψη (έχει το όνομα «μη διαθεσιμότητα, έστω και κατ’ ελάχιστον»). Από την άλλη μεριά αυτή η Έλλειψη χαράζεται από την ίδια και στο δικό της σώμα: «απαιτεί Δύναμη να περιμένω την όποια διαθεσιμότητα του». Η ασυνείδητη επιθυμία της για μη – ικανοποίηση εγγράφεται και στο δικό της σώμα. Έχει το όνομα «Δύναμη». Τα σημαίνοντα «μη διαθεσιμότητα», «Δύναμη» αποτελούν σημαίνοντα της υποκειμενικής της υπεραπόλαυσης και δεν εκφράζουν σημαίνοντα της επιθυμίας της, όπως η ίδια νομίζει. Τόσο το σώμα της όσο και εκείνο του παρτενέρ της αποτελούν τον τόπο του Άλλου της Χαλασιάς. Να λοιπόν, τι εννοούμε στην ψυχανάλυση όταν λέμε την φράση «ο παρτενέρ ως σύμπτωμα». Το σύμπτωμα είναι πάντοτε εκδήλωση της απόλαυσης. Στην προκειμένη περίπτωση της συγκεκριμένης – υποκειμενικής  - υπεραπόλαυσης.            

Η Χαλασιά περίμενε τον Τάδε να χωρίσει από τον δεσμό του με την άλλη κοπέλα. Σε αυτήν την αναμονή της εξώθησε την επιθυμία της στα ακραία όρια της. Όταν εκείνη «κουράστηκε» (διάβαζε: η επιθυμία έφτασε στο χείλος της) τότε ανακοίνωσε στον Τάδε ότι χωρίζουν. Ο Τάδε τότε ομολόγησε ότι ήταν έτοιμος να αφήσει την άλλη κοπέλα για χάρη της Χαλασιάς. Ήταν εκείνη η στιγμή που η Χαλασιά ένιωσε άδεια εντός της. «Δεν ένιωσα τίποτα», ομολόγησε. Είναι εκείνη η στιγμή που η επιθυμία συναντήθηκε με την φαντασίωση της. Αυτό οδήγησε στην παλινδρόμηση της επιθυμίας και επέστρεψε με την μορφή της ενόρμησης του θανάτου: λίγο αργότερα η Χαλασιά έγινε θύμα μια καραμπινάτης κρίσης πανικού. Το υπερεγώ άρχισε την δράση του! 

Τελικά
 
Βλέπετε, το να φτάσει κανείς στο χείλος της επιθυμίας του τούτο οδηγεί στο σημείο όπου η επιθυμία παλινδρομεί, μόλις υπάρξει συνάντηση με την φαντασίωση, και επιστρέφει με μορφή ενόρμησης του θανάτου. Όπως επισημαίνει ο Λακάν «Η πραγματοποίηση της επιθυμίας σου τοποθετείται πάντα σε μια οπτική απόλυτης συνθήκης, σε μια οπτική Τελικής Κρίσεως». Το να φτάσουμε όμως μέχρι το όριο της επιθυμίας μας, αυτό σημαίνει ότι τοποθετούμαστε πάντα στην διάσταση της αντιμετώπισης της επιζήμιας απόλαυσης του υπερεγώ.  

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Ψυχαναγκασμός ή Υστερία; Χέσε Ψηλά και Αγνάντευε (Χ.Ψ.Α)


Ως προς τη θεμελιώδη φαντασίωση

Στη διάκριση ιδεοψυχαναγκαστικής και υστερικής δομής, βασική είναι η έννοια της θεμελιώδους φαντασίωσης, η οποία είναι ριζικά διαφορετική στη μία και στην άλλη.

Δύο λόγια για αυτό που αποκαλείται «θεμελιώδη φαντασίωση».

Η ψυχανάλυση ασχολείται με την πραγματικότητα των ασυνείδητων ευχών και επιθυμιών μας και όχι με την κοινωνική πραγματικότητα. Όλα τα παραπάνω εκδηλώνονται μέσω της φαντασίωσης. Η τελευταία είναι μια φανταστική σκηνή στην οποία το υποκείμενο είναι πρωταγωνιστής. Στην σκηνή αυτή αναπαρίστανται οι ασυνείδητες ευχές του υποκειμένου με τρόπο που διαστρεβλώνεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από αμυντικές διαδικασίες. Η φαντασίωση δεν είναι το αντικείμενο της επιθυμίας, αλλά το σκηνικό της. Αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα δομούν ή οργανώνουν την επιθυμία τους. Με άλλα λόγια, αποτελεί το στήριγμα της επιθυμίας.

Στην θεμελιώδη φαντασίωση η επιθυμία συγκροτείται αλλά δεν ικανοποιείται ή εκπληρώνεται. Μέσω της φαντασίωσης μαθαίνουμε πώς να επιθυμούμε. Αποτελεί απάντηση στο ερώτημα «Τι θέλει (Che vuoi?) ο Άλλος». Λειτουργεί ως μια κενή επιφάνεια, ως ένα είδος οθόνης για την προβολή της αινιγματικής επιθυμίας του Άλλου. Η επιθυμία δεν είναι του υποκείμενου αλλά του Άλλου. Έτσι η φαντασίωση είναι η απάντηση στην πρωταρχική ερώτηση τι θέλουν οι άλλοι από μένα, πώς με βλέπουν, τι είμαι για τους άλλους και όχι τι θέλω εγώ.

Η φαντασίωση αποτελεί τον συνεκτικό ιστό και το στήριγμα της πραγματικότητας. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι η πραγματικότητα είναι όνειρο ή αυταπάτη. Ο όρος φαντασίωση δεν πρέπει να συγχέεται σε καμιά περίπτωση με την φαντασία ούτε προϋποθέτει κάποια ενεργητική συμμετοχή του υποκειμένου στην συγκρότησή της. Είναι ασυνείδητη και δεν υφίσταται από μόνη της πριν την ανάλυση αλλά κατασκευάζεται και ανακατασκευάζεται κατά την διάρκειά της. Ποτέ δεν υπήρξε στην συνείδηση και μετά απωθήθηκε. Δεν λειτουργεί έτσι. Ουσιαστικά συγκροτείται μέσα από την αφήγηση του αναλυόμενου, τις πράξεις του, τα όνειρα και τις ονειροπολήσεις του. Όταν το υποκείμενο βιώνει πολλούς φαντασιωσικούς σχηματισμούς που αλληλοσχετίζονται, ποτέ αυτή η σειρά δεν είναι πλήρης - η σειρά αυτή παρουσιάζει τόσες πολλές παραλλαγές μιας υποβόσκουσας θεμελιώδους φαντασίωσης που αυτή δεν βιώνεται ποτέ από το υποκείμενο.

Η δομή της φαντασίωσης στην υστερία είναι ριζικά διαφορετική από ό,τι στην ιδεοψυχαγκαστική νεύρωση. Η υστερική επιδιώκει να μαντέψει την επιθυμία του Άλλου και να γίνει εκείνο το συγκεκριμένο αντικείμενο που όταν απουσιάζει κάνει τον Άλλο να επιθυμεί. Θέλει η ίδια να είναι το αίτιο της επιθυμίας του Άλλου. Η ίδια λέει όταν απευθύνεται στον εαυτό της: «Είμαι ο φαλός». Προσοχή: Δεν λέει «Είμαι το αντικείμενο της επιθυμίας σου» πράγμα που ισχυρίζεται η διεστραμμένη η οποία, με αυτόν τον τρόπο, γίνεται το αντικείμενο της απόλαυσης του. Με την φράση «Είμαι ο φαλός» η υστερική λέει ότι αποτελεί το αίτιο της επιθυμίας του και όχι το αντικείμενο του.

Έτσι το αντικείμενο, αυτός τον οποίο επιθυμεί, ή διαφορετικά, ο «έτερος» της υστερικής δεν είναι ένας φαντασιακός άλλος, ένα πρόσωπο το οποίο η ίδια θεωρεί ότι της μοιάζει, ούτε ένα πραγματικό αντικείμενο (όπως το βλέμμα ή η φωνή). Το αντικείμενο της υστερικής είναι ένας συμβολικός Άλλος, ο Κύριος, κάποιος γεμάτος γνώση ή και εξουσία, άντρας, ή γυναίκα.
Η υστερία και ο ιδεοψυχαναγκασμός μπορούν να οριστούν ως τελείως διαφορετικές θέσεις του υποκειμένου έναντι του Άλλου και της επιθυμίας του.

Ως προς το θεμελιακό ερώτημα του νευρωτικού

Σύμφωνα με την ψυχανάλυση, το θεμελιακό ερώτημα του νευρωτικού είναι το ερώτημα «Ποιός είμαι;». Το ερώτημα αυτό έχει να κάνει και με το κεντρικό ερώτημα του παιδιού που απευθύνεται στους γονείς του. «Γιατί με έκαναν; Τι θέλουν από μένα;». Η θέση που κατέχει το παιδί στην επιθυμία των γονιών του.
Το παιδί αφήνεται να αναζητήσει το πόθεν και το γιατί της ύπαρξής του στις ασυνέπειες των λόγων και των πράξεων των γονιών του. Η απάντηση θα δοθεί στη θεμελιακή φαντασίωση (η οποία κατασκευάζεται μέσα στην ανάλυση).

Το κύριο ερώτημα της ύπαρξης στην υστερία είναι το ερώτημα του φύλου: «Είμαι άνδρας ή γυναίκα;» ενώ στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση: «Είμαι ζωντανός ή νεκρός;». Ο ιδεοψυχαναγκαστικός είναι πεπεισμένος ότι υπάρχει μόνο όταν σκέφτεται συνειδητά. Γι’ αυτό δεν αφήνεται εύκολα στη μη-σκέψη, δεν αφήνει εύκολα τον έλεγχο. Πιστεύει ότι είναι ο κύριος του πεπρωμένου του.

Ο ιδεοψυχαναγκαστικός όντας διαρκώς μέσα στις σκέψεις, σε ένα συνειδητό επίπεδο, αγνοεί επίτηδες το ασυνείδητο και τα μορφώματα του – αυτή την ξένη γλώσσα μέσα μας, αυτό το λόγο στον οποίο δεν έχουμε και δεν μπορούμε να έχουμε έλεγχο. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να καθυποτάξει ή να φιμώσει αυτή την ανοίκεια φωνή, τη φωνή του ασυνειδήτου.

Παράλληλα, θεωρεί τον εαυτό του ως ένα ακέραιο υποκείμενο, ότι είναι πλήρης, όχι ως κάποιον που δεν είναι βέβαιος για αυτά που λέει και θέλει, όχι ως κάποιον που τελεί σε έλλειψη. Προσπαθεί, λοιπόν, να διατηρήσει την ανεξαρτησία του από τον Άλλο (να είναι πλήρης, να μην έχει ανάγκη τον Άλλο). Αυτό εννοούμε με την φράση «για τον ιδεοψυχαναγκαστικό ο άλλος είναι ανύπαρκτος».

Συχνά βλέπουμε ιδεοψυχαναγκαστικούς άνδρες, οι οποίοι δημιουργούν δύο τάξεις γυναικών, την Παναγία και την πόρνη, τη μητρική φιγούρα που μπορεί να αγαπηθεί και να λατρευτεί έναντι της γυναίκας - αίτιο της επιθυμίας που δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε μητρικό αντικείμενο αγάπης.

Ως προς την επιθυμία

Η υστερική, καθιστά τον εαυτό της ως αίτιο της επιθυμίας του Άλλου, ώστε να την εξουσιάζει. Στο μυαλό της υστερικής, ο Άλλος είναι που επιθυμεί (καθώς εκείνη «αποτελεί» το αντικείμενο της επιθυμίας του Άλλου). Η υστερική ενορχηστρώνει τα πράγματα με τρόπο που διασφαλίζει ότι η επιθυμία του Άλλου παραμένει ανικανοποίητη, αφήνοντας την ίδια στο μόνιμο ρόλο του αντικειμένου, να διασφαλίζει ότι η ίδια είναι το επιθυμητό αντικείμενο. Η υστερική χαρακτηρίζεται από την «επιθυμία για μια ανικανοποίητη επιθυμία».

Από την άλλη πλευρά, οι ΙΔΨ χαρακτηρίζονται από μια «επιθυμία για μια αδύνατη επιθυμία». Σε ένα κλινικό παράδειγμα: Στην ερώτηση μου προς έναν ιδεοψυχαναγκαστικό αν είναι δυνατόν να ερωτευθεί η απάντηση του ήταν καταφατική. Όταν ρώτησα: «Ποια γυναίκα θεωρείτε ερωτεύσιμη από εσάς;» η απάντηση του ήταν «Μα…την Μπριζίτ Μονρόε Μπελούτσι, φυσικά!». Μια ανύπαρκτη γυναίκα, φυσικά. Διότι ο ιδεοψυχαναγκαστικός θα πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν είναι εξαρτημένος από τον Άλλο ή από το αν τον επιθυμεί ο Άλλος (και ο έρωτας τα χει αυτά!). Επίσης, ο ιδεοψυχαναγκαστικός φοβάται την ικανοποίηση της επιθυμίας του διότι στο εξής εξαρτάται από το πρόσωπο που ικανοποιεί την επιθυμία του.

Η εκμηδένιση ή άρνηση του Άλλου είναι πάντα παρούσα στον ιδεοψυχαναναγκασμό. Για παράδειγμα ενώ κάνει έρωτα με μια γυναίκα, φαντασιώνει ότι είναι με μια άλλη γυναίκα, αρνούμενος τη σημασία του προσώπου με το οποίο κάνει έρωτα. Στον ιδεοψυχαναγκασμό η επιθυμία είναι αδύνατη, διότι όσο πιο κοντά φτάνει στην επιθυμία του, τόσο περισσότερο ο Άλλος αποκτά προτεραιότητα σε σχέση με τον ίδιο, εξαλείφοντάς τον ως υποκείμενο. Η παρουσία του Άλλου απειλεί τον ιδεοψυχαναγκαστικό με αυτό που η ψυχανάλυση ονομάζει «αφάνιση του υποκειμένου», δηλαδή την εξαφάνισή του ως υποκείμενο. Για να αποφύγει αυτή την εξάρτηση από τον Άλλο, μια κλασσική στρατηγική είναι να ερωτεύεται κάποιον ή κάποια που του είναι απολύτως απρόσιτος/η. Επιδιώκοντας μια αδύνατη επιθυμία ο ιδεοψυχαναγκαστικός όπως και η υστερική, επιθυμεί να συνεχίσει να επιθυμεί: να κρατήσει την επιθυμία του ζωντανή.

Στην υστερία η θεμελιακή φαντασίωση δε δίνει έμφαση στο υποκείμενο ως συνειδητό, σκεπτόμενο, αλλά στο να είναι το αντικείμενο της επιθυμίας του Άλλου, κι έτσι τα συμπτώματα συχνά εμφανίζονται στο σώμα όχι στο μυαλό. Τον ιδψ τον απασχολεί η τάση του να ατονεί/ να αφανίσει (το υποκείμενο του ασυνειδήτου) ενώ την υστερική την απασχολεί το να είναι το αντικείμενο της επιθυμίας του Άλλου.
Στη φαντασίωση της υστερικής, αυτός που επιθυμεί είναι ο Άλλος. Έτσι, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται σαν η υστερική να μην καταλαμβάνει θέση υποκειμένου που επιθυμεί αλλά ως αντικειμένου κάποιου άλλου που επιθυμεί.

Ο Λακάν μας λέει ότι η κλινική μας διδάσκει ότι οι υστερικές υιοθετούν μια στάση ως αντικείμενα.

Η υστερική ως αντικείμενο είναι η μία όψη του νομίσματος. Από την άλλη η υστερική ταυτίζεται με τον σύντροφό της και επιθυμεί σα να ήταν αυτός, επιθυμεί σα να ήταν στη θέση του, σα να ήταν άντρας.
Το όνειρο της γυναίκας του κρεοπώλη που αναφέρει ο Φρόυντ στην Ερμηνεία των Ονείρων, αποτελεί παράδειγμα της προβληματικής ενός υστερικού υποκειμένου.
Η ασθενής του Φρ., την οποία εύγλωττα προσδιορίζει ως η γυναίκα του κρεοπώλη, παρατηρεί ότι ο σύζυγός της αν και πολύ ερωτευμένος μαζί της και πολύ ικανοποιημένος από τη σχέση τους, δείχνει κάποιο ενδιαφέρον για μια γυναίκα που δεν είναι καθόλου ο τύπος του (είναι κοκαλιάρα ενώ γενικά τον ελκύουν οι «γεμάτες» όπως είναι η γυναίκα του).
Στο όνειρο που αναφέρει στον Φρόυντ αυτή η γυναίκα ταυτίζεται με την κοκαλιάρα-δηλαδή κυριολεκτικά βάζει τον εαυτό της στη θέση της-την οποία επιθυμεί ο σύζυγός της. Με άλλα λόγια, στο σύζυγό της εντοπίζει μια επιθυμία, και προσπαθεί να γίνει το αντικείμενό της (μέσω ταύτισης). Αυτό της δίνει μια αίσθηση ότι υπάρχει-πως είναι κάτι-δηλαδή το αντικείμενο που λείπει από τον Άλλο, το αντικείμενο που χρειάζεται ο Άλλος για να γίνει πλήρης.
Ωστόσο, μέσω της ταύτισης με τον άνδρα της, η ίδια επιθυμεί τη φίλη της. Η επιθυμία της γίνεται ταυτόσημη με τη δική του και επιθυμεί ό,τι ακριβώς εκείνος επιθυμεί, επιθυμεί την άλλη γυναίκα.
Η άλλη γυναίκα, είναι η γυναίκα που επιθυμεί ο Άλλος. Όλα τα πολύπλοκα τρίγωνα που δημιουργεί η υστερική περιστρέφονται γύρω από έναν άνδρα. Η επιθυμία της υστερικής, εξαρτάται από την επιθυμία ενός άνδρα. Εκείνη επιθυμεί σαν άνδρας.

Ο Λακάν χαρακτηρίζει την υστερία με τη διατύπωση «L’ isteroque fait l’ home» (Σεμινάριο ΧΧ, σελ. 79), η οποία μπορεί να κατανοηθεί με δύο τρόπους, που κι οι δύο είναι ηθελημένοι: 1. Η υστερική φτιάχνει τον άνδρα, 2. Η υστερική παίζει το ρόλο του άνδρα. Τον κάνει αυτό που είναι αναδεικνύοντας την έλλειψή του, την επιθυμία του.

Στην περίπτωση της γυναίκας του κρεοπώλη, βλέπουμε ότι ταυτίζεται και με τη φίλη της, όσο και με το σύζυγό της, στο επίπεδο της επιθυμίας του για τη φίλη της. Βλέπουμε εδώ πόσο εύστοχο είναι το ερώτημα της υστερικής: είμαι άνδρας ή γυναίκα; Καθώς ταυτίζεται και με τις δύο θέσεις: με το αινιγματικό αντικείμενο της επιθυμίας, και με το επιθυμείν που μοιάζει αινιγματικό, πώς μπορεί να διατυπώσει τη δική της σεξουαλική ταυτότητα;

Αυτό όμως αυτό δε σημαίνει ότι και ο ιδεοψυχαναγκαστικός δεν αναρωτιέται για τη σεξουαλική του ταυτότητα. Όπως μας λέει ο Φρόυντ, στο κείμενό του «Εισαγωγή για την ψυχανάλυση», κάθε νευρωτικός έχει ομοφυλόφιλες τάσεις, ενώ στο κείμενό του «Το εγώ και το Αυτό», αναφέρει ότι τα παιδιά ταυτίζονται τόσο με το αρσενικό όσο και με το θηλυκό τους γονέα. Με άλλα λόγια το ερώτημα του φύλου, είμαι άνδρας ή γυναίκα απαντάται τόσο στους ιδεοψυχαναγκαστικούς όσο και στις υστερικές, αλλά είναι πιο συγκλονιστικό στην υστερία.
Το παράδειγμα της ανορεξίας : Η ηδονή από τη στέρηση που επιβάλει κανείς στον εαυτό του είναι σημαντική στην υστερία, και παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην ανορεξία.
Την ίδια στιγμή η υστερική προσπαθεί να διατηρήσει την επιθυμία του συντρόφου της ζωντανή, χωρίς να του αποσπάσει μεγάλη ικανοποίηση, αφού η ικανοποίηση σκοτώνει την επιθυμία.
Η γυναίκα του κρεοπώλη ανιχνεύει στον κατά τα άλλα ικανοποιημένο σύζυγό της μια επιθυμία για μια άλλη γυναίκα, μια δική της φίλη. Με αφορμή αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η υστερική φαίνεται πως εκούσια αναζητά μια άλλη γυναίκα χάρη στην οποία θα μπορεί να εμπλέξει ή να παγιδεύσει το σύντροφό της σε ένα τριγωνικό κύκλωμα επιθυμίας.
 Η στάση του νευρωτικού έναντι της απόλαυσης του Άλλου

Ενορχηστρώνοντας το κύκλωμα της επιθυμίας, η υστερική γίνεται κυρία (master) της επιθυμίας του Άλλου - η αιτία της επιθυμίας του - ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να αποφύγει το να είναι το πρόσωπο με το οποίο θα ικανοποιήσει την επιθυμία του (το αντικείμενο με το οποίο θα απολαύσει ο Άλλος). Διατηρεί την επιθυμία του Άλλου ανικανοποίητη προκειμένου να μη γίνει το αντικείμενο της απόλαυσής του.

Θέλει να είναι η αιτία της επιθυμίας, όχι όμως και της απόλαυσης (να μην είναι το αντικείμενο με το οποίο «τη βρίσκει» ο άλλος. Γι’ αυτό συχνά η υστερική είναι ψυχρή στο κρεβάτι, νιώθει σιχαμάρα ή αηδία ως προς την απόλαυση του Άλλου. Γι’ αυτό την ώρα της σεξουαλικής πράξης φαντασιώνεται ότι είναι κάποια άλλη ή ότι είναι κάπου αλλού και ότι εκείνος είναι κάποιος άλλος άνδρας.

Ας φανταστούμε τον ιδεοψυχαναγκαστικό άνδρα στο κρεβάτι με την υστερική γυναίκα, είναι η ενσάρκωση της αρχής του Λακάν: «δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση»: Ο ιδεοψυχαναγκαστικός σχετίζεται με το δικό του αντικείμενο α, εξουδετερώνοντας τη γυναίκα που είναι παρούσα, ενώ η υστερική διατηρεί την επιθυμία της ζωντανή με το να βρίσκεται νοερά κάπου αλλού κατά τη συνουσία!

Η υστερική χρειάζεται μια τριγωνική σχέση με κάποιον άντρα για να διατηρήσει ζωντανή την επιθυμία της, και προτιμά να αποκλείει την ικανοποίηση από αυτό το κύκλωμα. Ενδέχεται να βρίσκει πολύ περισσότερη ικανοποίηση στην παρέα με άλλες γυναίκες, με τον αυνανισμό, το φαγητό, τη χρήση ναρκωτικών, το αλκοόλ ή άλλες δραστηριότητες.