Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Απόδειξε το …!

Ο Άρθουρ Κλαρκ, συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και μελλοντολόγος, έγραψε ότι εάν ένας διαπρεπής καθηγητής δηλώσει ότι κάτι είναι αναμφισβήτητα αληθές, είναι πιθανόν την επόμενη ημέρα αυτό να αποδειχθεί λανθασμένο. Η επιστημονική απόδειξη είναι αναπόφευκτα επισφαλής. Αντίθετα, η μαθηματική απόδειξη είναι απόλυτη και απαλλαγμένη από αμφιβολίες. Ο Πυθαγόρας πέθανε ασφαλής γνωρίζοντας ότι το θεώρημα του, αληθές το 500 π.Χ. θα παρέμενε αληθές αιωνίως.

Η επιστήμη λειτουργεί όπως τα δικαστήρια. Μια θεωρία υποτίθεται ότι είναι αληθής αν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που την αποδεικνύουν «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Από την άλλη, τα μαθηματικά δεν στηρίζονται σε στοιχεία πειραματικών διαδικασιών (που υπόκειται, αναπόφευκτα, σε σφάλματα), αλλά είναι θεμελιωμένα πάνω στην αλάνθαστη λογική. Αυτό δείχνει το παρακάτω πρόβλημα που θα το ονομάσω το πρόβλημα της «ακρωτηριασμένης σκακιέρας». 

Ιδού η διατύπωση: «Από μια σκακιέρα αφαιρούμε πρώτα τις δύο απέναντι γωνίες, ώστε να απομείνουν 62 τετράγωνα. Στην συνέχεια παίρνουμε 31 κομμάτια του ντόμινο διαμορφωμένα έτσι ώστε καθένα να καλύπτει δύο τετράγωνα. Το ερώτημα είναι: είναι δυνατόν να τακτοποιήσουμε με τέτοιον τρόπο τα 31 κομμάτια ώστε να καλύπτονται και τα 62 τετράγωνα της σκακιέρας;» 

Η απάντηση στο πρόβλημα μπορεί να δοθεί με δύο τρόπους.

Η επιστημονική προσέγγιση
   
Ο επιστήμονας προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα πειραματικά. Μετά από δεκάδες προσπάθειες αναδιατάξεων, ανακαλύπτει ότι όλες αποτυγχάνουν. Καταλήγει με τον τρόπο αυτό στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο δεν μπορεί να καλυφθεί, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ναι εντελώς σίγουρος ότι η λύση είναι πράγματι αυτή, αφού πάντοτε, κάποια διάταξη από τις εκατομμύρια διαφορετικές που δεν είναι δυνατόν να δοκιμαστούν, ενδέχεται να ταιριάζει. Κατά συνέπεια, ο επιστήμονας αποδέχεται την πιθανότητα ότι κάποια μέρα η θεωρία του μπορεί να ανατραπεί, αφού είναι βασισμένη σε πειραματικά δεδομένα.

Η μαθηματική προσέγγιση

Ο μαθηματικός προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα αναπτύσσοντας ένα λογικό επιχείρημα που θα τον οδηγήσει σε ένα συμπέρασμα ορθό και αδιαμφισβήτητο για πάντα. Ένα τέτοιο επιχείρημα είναι το ακόλουθο:

  • ·         Οι γωνίες που έχουν αφαιρεθεί από την σκακιέρα είναι και οι δύο άσπρες. Έτσι τώρα υπάρχουν 32 μαύρα τετράγωνα και 30 άσπρα. 
  • ·         Κάθε ντόμινο καλύπτει δύο γειτονικά τετράγωνα. Τα γειτονικά τετράγωνα έχουν πάντοτε διαφορετικό χρώμα. 
  • ·         Άρα, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος της διάταξης, τα πρώτα 30 κομμάτια ντόμινο που απλώνονται στο επίπεδο καλύπτουν 30 άσπρα τετράγωνα και 30  μαύρα. 
  • ·         Συνεπώς, πάντοτε απομένουν ένα κομμάτι ντόμινο και 2 μαύρα τετράγωνα.
  •  ·         Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι όλα τα ντόμινο καλύπτουν δύο γειτονικά τετράγωνα που έχουν πάντοτε διαφορετικό χρώμα. Τα δύο τετράγωνα που περισσεύουν έχουν το ίδιο χρώμα. Δεν μπορούν συνεπώς να καλυφθούν και τα δύο από το ένα κομμάτι ντόμινο που απέμεινε. Επομένως η κάλυψη του επιπέδου είναι αδύνατη!
Η απόδειξη δείχνει ότι κάθε δυνατή διάταξη των κομματιών του ντόμινο θα αποτύχει να καλύψει την ακρωτηριασμένη σκακιέρα.

Με παρόμοιο τρόπο ο Πυθαγόρας κατασκεύασε μια απόδειξη που έδειχνε ότι κάθε πιθανό ορθογώνιο τρίγωνο «υπακούει» στο θεώρημα του. Η ανακάλυψη αυτή ήταν τόσο σημαντική ώστε θυσιάστηκαν εκατό βόδια ως πράξη ευγνωμοσύνης προς τους θεούς. Το πυθαγόρειο θεώρημα αποτέλεσε ορόσημο για τα μαθηματικά και μια τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στην ιστορία του πολιτισμού.

Η σπουδαιότητα του ήταν διπλή.

Αφενός ανέπτυξε την ιδέα της απόδειξης: ό,τι στα μαθηματικά έχει αποδειχτεί, περιέχει βαθύτερη αλήθεια, αφού αποτελεί ένα λογικό αποτέλεσμα που προκύπτει βήμα προς βήμα. Παρόλο που ο Θαλής είχε επινοήσει κάποιες πρώιμες γεωμετρικές αποδείξεις, ο Πυθαγόρας οδήγησε την ιδέα πολύ πιο μακριά και μπόρεσε να αποδείξει περισσότερο ευφυείς μαθηματικές υποθέσεις.

Η δεύτερη συνέπεια του πυθαγορείου θεωρήματος ήταν η σύνδεση της αφηρημένης μαθηματικής μεθόδου με κάτι πιο απτό. Ο Πυθαγόρας έδειξε ότι η αλήθεια των μαθηματικών μπορεί να βρει εφαρμογή στον επιστημονικό κόσμο, τον οποίο μπορεί να εφοδιάσει με λογική θεμελίωση. Τα μαθηματικά προσδίδουν στην επιστήμη ισχυρό δυναμικό και πάνω στα δικά τους αλάνθαστα θεμέλια οι επιστήμονες προσθέτουν ανακριβείς μετρήσεις και ατελείς παρατηρήσεις.
 
Η λακανική ψυχανάλυση, στηριγμένη στις μαθηματικές αποδείξεις ως πρότυπο, «φιλοδοξεί» να εξελιχθεί σε μια επιστήμη που να έχει χαρακτήρα ισχυρού δυναμικού.

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

«Δεν με επιθυμούν … μήπως «φταίει» η αγάπη της μητέρας μου;»


«Δεν πιστεύω ότι οι γονείς μου με ήθελαν …» είπε ασυναίσθητα η Χαλασιά.

Πάλι η παραφθαρμένη έννοια του «επιθυμητού παιδιού». Τώρα σκέφτομαι μια παρεξήγηση: όταν ακούμε κάποιους να εκφέρουν στο λόγο τους ανάλογες φράσεις σαν και αυτές της Χαλασιάς ήμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε «υπερβολές …» ή «έλα τώρα, ποιος σε πληροφόρησε για κάτι τέτοιο …». Νιώθουμε δηλαδή, την ανάγκη να «υπερασπίσουμε» τους «άμοιρους» γονείς στην προσπάθεια τους να μεγαλώσουν και να εξανθρωπίσουν το παιδί τους ενώ εκείνο, από την άλλη, το μόνο που κάνει, ως ανταπόδοση, είναι να αρθρώνει «κατηγορίες» εναντίον τους. Και αυτό το βρίσκουμε να ναι πολύ άδικο για εκείνους.

Μα δεν πρόκειται για κανενός είδους μομφή από μέρους του παιδιού. Ούτε καν για πραγματικότητα. Δεν έχει καμιά απολύτως σημασία το αν η μάνα και ο πατέρας «ήθελαν» ή «δεν ήθελαν» το παιδί. Το γεγονός, δηλαδή. Σημασία έχει ποια είναι η ερμηνεία του παιδιού. Περί αυτού πρόκειται. Με τον λόγο του το παιδί δεν μέμφεται τις προθέσεις των γονιών του. Είναι φανερό ότι οι προθέσεις τους δεν «δικάζονται» από το παιδί. Εκείνο που αρθρώνεται στον λόγο του, και μάλιστα στον ασυνείδητο λόγο του, είναι η ερμηνεία του. Τούτη την στιγμή μιλά το παιδί ως ερμηνευτής.

Στην προηγούμενη ανάρτηση μου έκανα λόγο για την ικανότητα που έχει ένας άνδρας να γίνει πατέρας. Έδειξα, πολύ συνοπτικά, ότι δεν έχουν όλοι οι άνδρες αυτή την ικανότητα. Τώρα μου έρχεται στο μυαλό η μητέρα. Έχουν όλες οι, ανατομικά, γυναίκες την ικανότητα να είναι μητέρες; (Φυσικά δεν εννοώ εδώ την δυνατότητα να γεννήσουν).

Η μητέρα, το υποκείμενο μητέρα, είναι όπως όλα τα υποκείμενα διχασμένο. Ο διχασμός της έγκειται ανάμεσα στην μητρική θέληση από την μια, και στην μητρική αγάπη από την άλλη. Με άλλα λόγια, ο διχασμός της μητέρας ως Άλλου του παιδιού της, συνίσταται τόσο στο έλλειμμα της το οποίο θεμελιώνει την επιθυμία της, όσο και το αντικείμενο που αντιστοιχεί σε αυτό το έλλειμμα μέσα στην φαντασίωση της. Κάθε παιδί έρχεται στον κόσμο και είναι καταδικασμένο να υποστεί την δοκιμασία του υποκειμενικού διχασμού της μητέρας. Να σημαδευτεί από αυτόν τον διχασμό για όλη την ζωή του. Για να γίνω πιο κατανοητός αναφέρομαι, λόγου χάριν, σε εκείνη την μητέρα που ήθελε, σαν να ήταν θέμα τιμής για την ίδια, το παιδί της, το δικό της παιδί, να έχει αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του σφιγκτήρα του ήδη από την ημέρα των πρώτων γενεθλίων του («μητρική θέληση», «υποκειμενική επιθυμία»)!

Από την άλλη, η βασική, χαρακτηριζόμενη ως «αντί – Σαντ», αρχή σύμφωνα με την οποία κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μεταχειρίζεται το σώμα του άλλου καταστρατηγείται στην περίπτωση της μητέρας ή του υποκαταστάτου της όπου ο εξανθρωπισμός του σώματος του παιδιού είναι ανοιχτός σε υπερβολές, όσο και σε παραβιάσεις οι οποίες πριν καν λάβει χώρα η αντίληψη του παιδιού περί διαφοράς των δύο φύλων, το παγιδεύουν στην «σεξουαλική υπηρεσία» της μητέρας, άλλοτε σε θέση φετίχ και άλλοτε σε θέση θύματος («μητρική αγάπη»)!

Σε τούτο τον υποκειμενικό διχασμό οφείλονται οι αποκλίσεις της μητρικής κηδεμονίας. Αυτές οι αποκλίσεις είναι το αποτέλεσμα του υποκειμενικού διχασμού της μητέρας οι οποίες καθορίζουν και την θέση που θα πάρει το παιδί έναντι του Άλλου. Με άλλα λόγια, καθορίζουν την πρωταρχική – θεμελιώδη ταύτιση του παιδιού. Αυτό που είπε η Χαλασιά είναι η πρωταρχική της ταύτιση: «Μια γαμωκόρη είμαι».

Και η μητρική αγάπη; Τι γίνεται με αυτήν; Αποτελεί μια λέξη άνευ ουσίας;

Βεβαίως και όχι. Εκείνο που λέω είναι ότι κάθε αγάπη, επομένως και η μητρική, δομείται μέσω της φαντασίωσης. Αυτό σημαίνει ότι, εντελώς πραγματικά, ανάγει τον παρτενέρ (στην περίπτωση μας το παιδί) σε αντικείμενο, ένα αντικείμενο που ως τέτοιο εγκαλεί τον διχασμό του υποκειμένου (στην περίπτωση μας της μητέρας). Επιπλέον δε, ανάγει την αλλοτρίωση, εκείνη η οποία είναι εγγενές χαρακτηριστικό της αγάπης, σε υψηλότερη δύναμη εφόσον το νεογέννητο αρχικά δεν είναι υποκείμενο αλλά αντικείμενο. Είναι πραγματικό αντικείμενο στα χέρια της μητέρας η οποία πέραν από όσο απαιτούν οι φροντίδες, μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως κτήμα της, ως ερωτική κούκλα, προκειμένου να πάρει ή να δώσει απόλαυση. Η ψυχανάλυση έχει ήδη υπογραμμίσει αυτή την ερωτική αμφισημία των μητρικών φροντίδων, από όπου το εν τη γενέσει υποκείμενο θα πρέπει να αναδυθεί ως ον την ομιλίας. Είναι το βήμα που δεν καταφέρνει να κάνει το αυτιστικό παιδί, ενώ για κάθε άλλο παιδί αυτή η ανάδυση του υποκειμένου μέσω του λόγου, γίνεται το πρώτο βήμα (προσοχή, λέω το πρώτο βήμα και όχι το τελευταίο) στον δρόμο του αποχωρισμού.

Τελικά, πάρα πολλά θα κριθούν από την θέση που το μητρικό ασυνείδητο επιφυλάσσει σε τούτο το αναδυόμενο αντικείμενο που ονομάζουμε παιδί, αν βεβαίως του επιφυλάσσει κάποια θέση, διότι υπάρχουν μητέρες που απλώς κλωσούν αντικείμενα προς εγκατάλειψη και επομένως το παιδί, μη μπορώντας να λειτουργήσει ως φαλλικό υποκατάστατο της, λειτουργεί απλώς ως ένα κομμάτι της σάρκας της. Συνήθως, η μοίρα του παιδιού σημαδεύεται από την λύση που δίνει η μητέρα στο έλλειμμα της και στον τρόπο με τον οποίο το παιδί τοποθετείται μέσα σε αυτό.

Μην ξεχνάμε όμως και αυτό με το οποίο ξεκίνησα το σημερινό μου σημείωμα: το παιδί ερμηνευτής. Ας επεκταθώ λίγο σε αυτό: η σταθερότητα της φαντασίωσης του υποκειμένου – μητέρας δεν μπορεί να εμποδίσει την επίπτωση απρόβλεπτων συμπτώσεων της ζωής. 

Αντίθετα, η φαντασίωση αφήνει χώρο για τον τρόπο με τον οποίο θα την αναγνώσει το παιδί. Οφείλουμε να θυμόμαστε το ανέφικτο του λόγου. Δηλαδή, ότι όσο και αν το προσπαθούμε δεν είναι εφικτό μέσω του λόγου να εκφράσουμε εντελώς αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε, αυτό που εννοούμε εντός μας. Τόσο η επιθυμία όσο και η απόλαυση που εξασφαλίζεται μέσω της επιθυμίας συμμετέχουν στο ανέφικτο του λόγου και συσχετίζονται μόνον μέσω της ερμηνείας που το νεαρό υποκείμενο θα δώσει στο λόγο που το περιβάλλει. 

Απαιτείται μια κρίσιμη στιγμή, μια στιγμή συνάντησης όπου, αν το επιτρέψουν οι περιστάσεις, πραγματοποιείται για το υποκείμενο το αίνιγμα του Άλλου και μάλιστα στην διπλή του εκδοχή: και ως μυστήριο της επιθυμίας του αλλά και ως αδιαφάνεια της απόλαυσης του[1]. Έτσι, η γέννηση ενός καινούργιου παιδιού, μια αναχώρηση, ένας αποχωρισμός, ένα πένθος, ένας χωρισμός, κοντολογίς όλα τα επεισόδια που επηρεάζουν την λίμπιντο της μητέρας, αλλά και των γονιών γενικότερα, γίνονται οι κατάλληλες ευκαιρίες για να συμβεί αυτό, ποιο δηλαδή; Μα η ερμηνεία του παιδιού.

Για αυτόν τον λόγο ξεκίνησα το σημερινό σημείωμα μου με την φράση ότι δεν θα πρέπει να χειριζόμαστε με απλοϊκότητα την «παραφθαρμένη  έννοια του επιθυμητού παιδιού». Η επιθυμία για παιδί και ο φθόνος για παιδί είναι δυο διαφορετικά πράγματα: οι περιπτώσεις της ψυχογενούς στειρότητας το αναδεικνύουν, και τα λόγια των αναλυόμενων το υποδεικνύουν συχνότατα.

Αν μίλησα για τον διχασμό της μητέρας και τον εξέφρασα με το δίπολο «μητρική θέληση» και «μητρική αγάπη» είναι διότι μπορώ μέσα σε μια «μητέρα» να αντιπαραθέσω μια «γυναίκα». Την μητέρα η οποία διαμέσου του παιδιού ανακτά το αντικείμενο της επιθυμίας της (του ελλείμματος της) – η μητέρα λοιπόν, που είναι «πλούσια» - και την γυναίκα η οποία εφόσον η λίμπιντο της απευθύνεται στον άνδρα παρουσιάζεται στερημένη σε αυτό που αναζητά από εκείνον – η γυναίκα λοιπόν, που είναι «φτωχή» - που δεν έχει. Αν λείπει λοιπόν, από την μητέρα, λόγω άγνοιας αυτού του διχασμού, η στάθμιση του λεχθέντος ανάμεσα στην πρώτη και στην δεύτερη κατά την διαδικασία της σχέσης της με το παιδί και συμβεί, λόγω αυτής της έλλειψης στάθμισης το παιδί ερμηνεύσει ότι το ίδιο πληροί την φαντασίωση της, τότε θα είναι καθ’ ολοκληρίαν παγιδευμένο σε θέση αντικειμένου, ως κτήμα της μητέρας. Τώρα μιλάμε για ένα διεστραμμένο παιδί!

Εδώ λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη αγάπης, αλλά η υπερβολική αγάπη που βλάπτει. Και είναι αυτή που εμποδίζει το αποτέλεσμα ενός απαραίτητου χωρισμού. Για αυτόν τον λόγο η ψυχανάλυση δίνει έμφαση στην επιθυμία της μητέρας. Επιθυμία η οποία πρέπει να εννοηθεί ως επιθυμία της γυναίκας μέσα στην μητέρα. Είναι αυτή η δεύτερη η οποία θα περιορίσει το πάθος της πρώτης και θα καταστήσει την μητέρα για το παιδί της μη – όλη. Είναι εκείνη που θα επιτρέψει στον πατέρα να υπάρξει για το παιδί ως παρτενέρ της εκτός συναγωνισμού. 

Μια μητέρα δεν ανήκει ποτέ ολόκληρη στο παιδί της αλλά μοιράζεται ανάμεσα στον άνδρα της και στο παιδί της και μόνο έτσι, δηλαδή μέσα από το άγχος του ευνουχισμού, θα οδηγήσει το τελευταίο σε μια διαλεκτική αντιφατικών ταυτίσεων, μέσω της οποίας διαλεκτικής θα μπορέσει να ξεφύγει από την παθητικοποιημένη θέση αντικειμένου που θα επιφυλάσσει ειδάλως σε ολόκληρη την μετέπειτα ζωή του τόσο για τον εαυτό του όσο, δυστυχώς, και για τους άλλους, δηλαδή για τις σχέσεις του.   


[1] Κερδίζοντας την αγάπη της μητέρας απλά με το αίτημα του, το παιδί μέσω της εκατέρωθεν σαγήνης, πραγματοποιεί εκείνο που του επιτρέπεται από τα λόγια και τους τρόπους της μητέρας: να αντιληφθεί το αντικείμενο της επιθυμίας της. Σε αυτήν την διαδικασία η μητέρα εξυψώνεται σε κάτοχο της δικαιοδοσίας της ομιλίας και προπαντών της δικαιοδοσίας από όπου πηγάζουν οι πρώτες ετυμηγορίες, τα πρώτα αξιώματα. Όπως τονίζει ο Λακάν «η πρώτη κουβέντα διαγγέλλει, νομοθετεί, αφορίζει, γίνεται χρησμός, απονέμει στον πραγματικό άλλο την ζοφερή του εξουσία». Αφήνει την εντύπωση της στην μνήμη όπου την ξαναβρίσκουμε στην φωνή που κατατρέχει ή αφανίζει μέσα από λέξεις προσταγές ή κάποια «αξέχαστα» σχόλια της.