Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

«Μια γαμημένη κόρη»

«Τι τα θες ...» μου είπε «με κατατρέχει πάντα εκείνο που νιώθω … «μια γαμημένη κόρη» … αυτό με κατατρέχει …»

«Εκείνο το «γαμημένη», μήπως θες να πεις κάτι περισσότερο για αυτό;» ρώτησα ήρεμος ενώ το χτυποκάρδι εντός μου γινόταν όλο και πιο έντονο στην αναμονή της απάντησης. «Άκου, δεν πιστεύω ότι οι γονείς μου με αγάπησαν … δεν με έφεραν στο κόσμο επειδή με ήθελαν … ξέρεις τι εννοώ, εμένα … μόνο εμένα. Ίσως ήθελαν να κάνουν οικογένεια και οικογένεια χωρίς παιδί … πως να το κάνουμε …, ίσως, πάλι, ήθελαν να πουν στις οικογένειες τους ότι έκαναν παιδί, ίσως έκαναν πάλι το καθήκον τους, ίσως…πολλά, τι να πω, ένα είναι σίγουρο: ο έρωτας είχε ήδη περάσει - αν είχε υπάρξει ποτέ!»

«Ο πατέρας σου δεν σε έδειξε ποτέ; Δεν έδειξε πόσο υπερήφανος ήταν που ήσουν δική του;» ρώτησα με μια κάποια έκπληξη. «Όχι, ποτέ. Δεν έδειξε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν θυμάμαι να νιώθει περήφανος που υπήρξα … που με είχε, πως να το πω».

Το απωθημένο είχε μιλήσει. Είχε αρθρωθεί στον λόγο. Η θλίψη παρέα με την αγανάκτηση είχαν κυριεύσει την φωνή. «Την φωνή» αυτό το αντικείμενο που δεν ακούμε. Αυτό το χαμένο αντικείμενο. Η αιτία των συμπτωμάτων ήταν παρούσα έχοντας επιστρέψει από την απώθηση. Εκεί από τα βάθη του ασυνειδήτου που για χρόνια είχε κλειστεί. Είχε επιστρέψει εκείνη την στιγμή που μιλούσαμε για το σύμπτωμα: για τις φίλες που βαριόταν πια να πάει να τις συναντήσει. «Δεν είναι ότι δεν περνάω καλά μαζί τους … αλλά να, βαριέμαι να πάω να τις συναντήσω όπως κάνω χρόνια τώρα … τώρα πια βαριέμαι … το αναβάλλω…όταν δεν είναι μέσα στην καθημερινότητα μου, χάνονται … πρέπει να φροντίσω την καθημερινότητα μου!»   δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε ζωή, οι φίλοι είχαν χαθεί, κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ᾿ το μίσος σου, σκέφτηκα. Αλλά ποιο μίσος την τρέφει; Ποιο μίσος τρέφει την ψυχή; Αναρωτήθηκα.

Παλιότερα είχα βρεθεί μπροστά σε άλλο σύμπτωμα: «Εγώ θέλω να πιάνω μια μικρή γωνιά στον κόσμο, δεν διεκδικώ όγκο με τεράστιο ειδικό βάρος…». Και αργότερα μπροστά σε ένα άλλο «Δεν με ενδιαφέρει ο άλλος, μου φτάνει να ξέρω ότι μπορώ, ότι έχω την ικανότητα να κάνω σχέση μαζί του. Στο πρότζεκτ εστιάζω …» Και από τα δύο άκουγα «να υπάρχω επιδιώκω, να μαι επιθυμητή με ενδιαφέρει, εδώ η αγωνία μου, εδώ και το άγχος μου». Ώσπου ήλθε η συνειδητοποίηση εκείνη την στιγμή που μιλούσαμε για τις ταυτίσεις της. Για το ανικανοποίητο που της παρήχαν αυτές οι ταυτίσεις. «Όχι, αυτές είναι πρόσφατες …» μου είπε. «Πιο παλιά, από πιο πίσω έρχεται το κενό …» και άξαφνα η συνειδητοποίηση: «…γαμημένη κόρη!» Τι ταύτιση, σκέφτηκα. Ιδού η θεμελιώδης ταύτιση. Αυτή είναι η αρχηγός των ταυτίσεων. «Η γαμημένη κόρη» των γονιών. Η γαμωκόρη μας. Μάλιστα. Ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν χιλιάδες ανείπωτα λόγια.

Τι να το κάνει που ναι νέα, ούτε καν τριανταδύο καλά – καλά; Τι να το κάνεις που ναι γλυκιά και όμορφη; Τι να τα κάνεις τα τόσα πτυχία και την κοινωνική αναγνώριση; Όλα μα όλα βασίζονται στο «είμαι μια γαμωκόρη». Και είναι αυτή η στιγμή της αλήθειας. Εκείνης της αδυσώπητης αλήθειας που πρώτος από όλους την ξεστόμισε ο ποιητής: Ζήσαμε πάντοτε αλλού. Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί. Ναι φίλοι και φίλες, ναι αυτή είναι η αλήθεια που κανονίζει το πεπρωμένο μας. Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε και συντρόφισσα, ζουν από τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων.

Και ποιοι είναι οι άλλοι; Μα οι πρώτοι άλλοι: η μητέρα (πρώτη από όλους τους άλλους) και στην συνέχεια ο πατέρας (ο δεύτερος από τους άλλους). Για την ευνουχισμένη κόρη είναι ο θεμελιώδης άλλος. Εκείνος που θα υποκατασταθεί από όλους τους μετέπειτα άλλους (δάσκαλους, καθηγητές, εραστές, συζύγους, μέντορες, ψυχαναλυτές και δεν συμμαζεύεται). Αυτός ο πατέρας θα μείνει ο Ένας που είναι απαγορευμένος για την κόρη και όμως είναι αυτός «που δικαιούται σεβασμό αν όχι και την αγάπη» όπως λέει ο Λακάν. Κι όμως αυτός ο πατέρας δεν μπορεί να ναι οποιοσδήποτε. Αυτός ο πατέρας έχει ένα πρότυπο, σίγουρα έτσι είναι. Μόνο που αυτό το πρότυπο δεν το προσδιορίζει η κανονικότητα: λίγο ενδιαφέρουν τα δικά του συμπτώματα, οι ικανότητες ή τα ταλέντα του και οτιδήποτε το υποδειγματικό έχει. Η λειτουργία του δεν έχει καμιά σχέση με τα ιδανικά χαρακτηριστικά του, που ο Λακάν χλεύαζε ήδη από την αρχή και ειρωνεύονταν τις έρευνες, οι οποίες αναζητώντας το πατρικό έλλειμμα «κάπου ανάμεσα στον πατέρα φωνακλά, στον πατέρα τον καλόκαρδο, στον πατέρα τον πανίσχυρο, στον πατέρα που κάνει το νοικοκυριό κ.λπ», χάνονται εντέλει μέσα στην φαινομενολογία του πατέρα, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο κανονιστική. Ο πατέρας ως Πατέρας (με το Π κεφαλαίο για να δώσω στην έννοια του προτύπου) δεν είναι πρότυπο παρά μόνο της πατρικής λειτουργίας για την οποία δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις ούτε συν ή πλην: ή επιτελείται ή δεν επιτελείται.   

Ο Πατέρας ως τέτοιος έχει ένα σύμπτωμα. Το σύμπτωμα του θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: να καταστήσει μητέρα την γυναίκα του ή την εκλεκτή του.

Φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε ανδρική επιθυμία, αφού πολλοί άνδρες ενώ δεν οπισθοχωρούν προ του φύλου ούτε προ επιλογής της εκλεκτής τους, ωστόσο οπισθοχωρούν όταν είναι να μεταβιβάσουν ζωή, εμμένοντας στο σύνθημα: γυναίκα ναι, μητέρα όχι. Το ότι ένας άνδρας καθιστά την γυναίκα του μητέρα πρέπει να διαχωρισθεί επίσης από εκείνο που θεωρούν πολλοί: ότι η μητέρα έρχεται πάντα να επιμολύνει την γυναίκα. Βλέπετε μέσα σε έναν άνδρα υποβόσκει πάντα ο πειρασμός να γίνει το παιδί της γυναίκας του. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως περιμένει από εκείνη μητρικές φροντίδες όσον αφορά βασικές ανάγκες της καθημερινότητας, την ανάγκη επιβεβαίωσης του ναρκισσισμού του, πολλές φορές μάλιστα ακόμα και στο ερωτικό επίπεδο γενικότερα. Αυτό το σχήμα άνδρα – παιδιού όχι μόνο διαχωρίζεται από την πατρική θέση αλλά επιπλέον της γίνεται εμπόδιο, αφού εξαιτίας της «επιμόλυνσης» ένας άντρας μπορεί να αρνηθεί μια πατρότητα που θα του αφαιρούσε μέρος των μητρικών φροντίδων της γυναίκας του και θα τον έφερνε σε αδελφική αντιδικία με τα ίδια τα παιδιά. Αντίθετα, το να αποδεχτεί ένας άντρας τον εαυτό του ως Πατέρα προϋποθέτει έναν αποχωρισμό που του επιτρέπει να παραχωρήσει την γυναίκα του λίγο και σε κάποιον άλλο, αν μη τι άλλο στα παιδιά του.

Το σύμπτωμα πατέρας αποτελεί λοιπόν, ενδεικτικό παράδειγμα ενός δεσίματος ανάμεσα στον έρωτα για μια γυναίκα, δηλαδή στην έμφυλη επιθυμία από την μια, και στην συναίνεση για αναπαραγωγή της ζωής από την άλλη. Στην έκφραση «να την κατακτήσει για να του κάνει παιδιά» προβάλλεται ξεκάθαρα η επιθυμία πατρότητας η οποία είναι απόλυτα διακριτή από οποιαδήποτε παιδαγωγική επιθυμία, όπως δείχνει το «είτε το θέλει είτε όχι», με το οποίο η ψυχανάλυση αποσυνδέει τις πατρικές φροντίδες από οποιοδήποτε εκπαιδευτικό μέλημα. Για την ψυχανάλυση δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από έναν πατέρα που ταυτίζεται με τον δάσκαλο. Εκπλησσόμαστε μάλιστα όταν διαβάζουμε από την πέννα της την έκφραση «πατρική φροντίδα». Τι να σημαίνει άραγε;

Πολύ συνοπτικά: η πατρική λειτουργία έγκειται στο δέσιμο μεταξύ των φύλων (ζεύγος: άντρας – γυναίκα), μεταξύ των γενεών (ζεύγος: γονείς – παιδιά), αλλά και μεταξύ των δύο αυτών ζευγών (ζεύγος: φύλου – γενιάς). Όλα αυτά την στιγμή μάλιστα που ο σύγχρονος πολιτισμός κάνει τα πάντα προκειμένου να τα διαχωρίσει.

Να λοιπόν, γιατί δεν μπορεί να ναι πατέρας (και δεν εννοώ βεβαίως γεννήτορας) ο οποιοσδήποτε από τους άνδρες.

Τι συνέβη λοιπόν, με τον πατέρα της εν λόγω αναλυόμενης; Πόσο κοντά στο πρότυπο της πατρικής λειτουργίας υπήρξε ο γεννήτορας της; Από την άλλη μεριά: πόσο η γυναίκα του και μητέρα της εν λόγω κόρης υπήρξε το σύμπτωμα του; Ήδη υπάρχει ένας διαχωρισμός στο λέγειν: ο άντρας «έχει» το πατρικό σύμπτωμα ενώ η γυναίκα «είναι» το σύμπτωμα του άντρα ως μητέρα. Ίσως αυτό το δεύτερο χρειάζεται να εξηγηθεί περισσότερο. Πάντως η εν λόγω κόρη διαπιστώνει μέσω της ανάλυσης ότι δεν υπήρξε επιθυμητό παιδί των γονιών της. Ότι αυτή η πρωταρχική ταύτιση της υπήρξε η αιτία των δεινών που παράγονται στα συμπτώματα της και τα οποία αποτελούν την απόλαυση της πάνω στο σώμα της.

Ευνόητη είναι λοιπόν, η διαπίστωση της η οποία ξεστομίσθηκε, εν είδει απολογισμού, μέσα στην συνεδρία της κατά την διάρκεια της ανάλυσης της:
«Μα από τότε που σε γνώρισα δεν περνάω καλά!»
Ευνόητη διότι εκείνη ένιωσε ότι ο αναλυτής της στάθηκε απέναντι της ως ένας δίκαιος μεν, δικαστής δε, που απευθύνθηκε προς εκείνη:
 «Κατηγορουμένη, όρθια!» Σηκώθηκε. Είπαν τ’ όνομά της, έτος γεννήσεως, επάγγελμα, κι ύστερα «καταδικάζεσαι στην εσχάτη των ποινών».
……Αλλά εκείνη αγαλλίασε, καθώς άκουγε για πρώτη φορά τ’ όνομά της: «Χαλασιά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου