
Το
ασυνείδητο είναι ένα ιδιότυπο σύστημα αναλογικών μορφών. Με αυτό εννοούμε ότι
τα συστατικά στοιχεία που το συνθέτουν, η «πρώτη ύλη» του είναι παραστάσεις -
εικόνες πραγμάτων και όχι λέξεις. Αυτές οι παραστάσεις συνδέονται μεταξύ τους
με έναν ιδιαίτερο αναλογικό κώδικα (κανόνες) που τον ονομάζουμε πρωτογενή
διαδικασία. Αυτοί οι κανόνες σκιαγραφήθηκαν στην προηγούμενη ανάρτηση. Πρέπει
να γνωρίζουμε επίσης ότι αυτή η διαδικασία εμφανίζεται, τουλάχιστον σε ένα
επίπεδο της συγκρότησής του, ως ένα «τυπικό σύστημα». Λέγοντας «τυπικό σύστημα»
εννοούμε ένα σύνολο του οποίου τα συστατικά στοιχεία και οι
εσωτερικές διεργασίες δεν σημαίνουν από μόνες τους τίποτα, είναι μορφές
χωρίς νόημα. Για παράδειγμα, μπορούμε να έχουμε στο νου μας τα μαθηματικά
ως γλώσσα: αποτελείται από σύμβολά που διέπονται στους μετασχηματισμούς τους
από καθορισμένους κανόνες. Έτσι ακριβώς είναι και οι οντότητες του ασυνειδήτου:
καθαρές μορφές, Αυτές οι μορφές αποκτούν νόημα στο μέτρο που είναι δυνατόν να αντιστοιχηθούν
σε άλλα συστήματα (όπως οι ενορμήσεις ή η λεκτική γλώσσα ή η προσωπική ιστορία
του υποκειμένου). Αυτές τις μορφές μπορούμε να τις ονομάσουμε «καθαρά»
σημαίνοντα. Με τον όρο «καθαρά» εννοούμε ότι χωρίς την προσφυγή σε καμιά
αναλογία, χωρίς την κατάχρηση καμιάς γλωσσολογικής ορολογίας, μπορούμε να
δεχτούμε και λογικά και θεωρητικά ότι είναι μορφές που δε σημαίνουν από μόνες τους
τίποτε.
Δηλαδή,
πρόκειται για ένα σύνολο συμβόλων άνευ νοήματος που διέπονται από κανόνες.
Με βάση λοιπόν αυτόν τον πρόλογο, ήλθε η ώρα να
ομολογήσουμε ότι η «βασιλική οδός» για να προσεγγίσουμε την λειτουργία του
ασυνειδήτου είναι το Όνειρο. Το Όνειρο μας αντιπροσωπεύει την εγγύτερη
υποκειμενική εμπειρία (αντίληψη και πρόσληψη) και το καλύτερο «φυσικό
υπόδειγμα» ως προς τη συγκρότηση και τη λειτουργία του ασυνείδητου. Αυτό συμβαίνει
γιατί το όνειρο δείχνει τόσο τα συστατικά του ασυνείδητου (= ίχνη της προσωπικής ιστορίας που
ισοδυναμούν με ενορμητικά και επιθυμητικά σεσημασμένες παραστάσεις - εικόνες πραγμάτων), όσο και τον τρόπο λειτουργίας του ασυνείδητου (= πρωτογενής διαδικασία).
Στην ανάρτηση «Πως να «διαβάζετε» το ασυνείδητο σας»
δόθηκε ένας πίνακας που περιγράφει και επεξηγεί τα «Συστατικά στοιχεία» του ασυνειδήτου
συγκριτικά με εκείνα της Λεκτικής γλώσσας. Στην τωρινή ανάρτηση θα επιχειρήσω
να δώσω τα βασικά γνωρίσματα με τα οποία συνδέονται μεταξύ τους αυτά τα συστατικά
στοιχεία, δηλαδή εκείνα τα γνωρίσματα πάνω στα οποία τα στοιχεία αυτά
στηρίζονται για να συσχετισθούν μεταξύ τους, να «γίνουν» δηλαδή «κώδικας».
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.
Το
1ο γνώρισμα είναι αυτό που
θα ονομάσουμε «Τελεστικότητα»: Το
ασυνείδητο «φτιάχνει» φαντασιώσεις, όπου σκηνοθετείται η επιθυμία ως
πραγματοποιούμενη. Το «θέλω να συμβεί το
τάδε» διατυπώνεται και εικονίζεται ως «συμβαίνει
το τάδε». Δηλαδή, η φαντασίωση δεν περιγράφει κάτι πρόκειται να συμβεί, ως
σκοπός, αλλά διατυπώνει το σκοπούμενο ως κάτι που συντελείται, ως συμβαίνον.
Συνεπώς, οι φαντασιωσικές διατυπώσεις ισοδυναμούν με τελεστικές πράξει
αντιδιαστέλλοντας το τελεστικό (performative: «Σου υπόσχομαι ότι …») από το διαπιστωτικό (constative: «Μου υποσχέθηκες ότι …»).
Το
2ο γνώρισμα είναι αυτό που
θα ονομάσουμε «Παραστατικότητα»: Το
ασυνείδητο απαρτίζεται από παραστάσεις - εικόνες πραγμάτων όχι από παραστάσεις
λέξεων. Ακόμη και οι παραστάσεις λέξεων στο ασυνείδητο έχουν υπόσταση (status)
παραστάσεων πραγμάτων και μπορούν να υποβληθούν σε όλες τις αντίστοιχες
επεξεργασίες: εικαστική παραμόρφωση, σύντηξη (όπως στη συμπύκνωση, βλ στην
προηγούμενη ανάρτηση) μέχρι και ακραίους χειρισμούς, όπως θρυμματισμός,
κερματισμός, μερική ή ολική απόσβεση κλπ. Και γενικά, το ασυνείδητο διατυπώνει
τις φαντασιωσικές του παραγωγές ως δρώμενα («και ου δι’ απαγγελίας»).
Το
3ο γνώρισμα είναι αυτό που
θα ονομάσουμε «Πανσημία (= όλα
σημαίνουν κάτι)»: Κάθε τι που εμφανίζεται στη σκηνή του ονείρου ή, γενικότερα,
της φαντασίωσης σημαίνει κάτι, με άλλα λόγια είναι σημαίνον. Ακόμη και το
μεταξύ των εικόνων «κενό» δεν είναι το τίποτε, αλλά ένα κενό που σημαίνει κάτι.
Το
4ο γνώρισμα είναι αυτό που
θα ονομάσουμε «Η διάσταση της
συνομιλητικότητας»: Οι ασυνείδητες διεργασίες δεν έχουν τη διάσταση
της συνομιλητικότητας. Λειτουργούν σύμφωνα με τη λογική μιας «κλειστής»
αυτάρκειας, που την έχουμε ονομάσει «αγριότητα» (με τις συνυποδηλώσεις της
μυθικής παράστασης του αγρίου ως «χωρίς νόμο και πολιτισμό») και η οποία έχει ως
οδηγό της την ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας και όχι το άνοιγμα στον
κόσμο μέσω της συνομιλίας, του αιτήματος και της δράσης.
Το
5ο γνώρισμα αποτελεί «Η ενασχόληση με το σώμα»: αυτή η
ενασχόληση αποτελεί το δεσπόζον πλαίσιο αναφοράς στις
ασυνείδητες διεργασίες. Το σώμα είναι το πάθος του ονείρου και, γενικότερα, η
ενορμητικά επενδυμένη εικόνα του σώματος αποτελεί οδηγό για την ασυνείδητη
παράσταση και βίωση του κόσμου. Αποτελεί τον πυρήνα του φαντασιακού (δηλ. της
σχέσης με τον «άλλο», με όρους ομοίου). Σημειώνουμε το προφανές, ότι η εμπειρία
του σώματος συνδέεται καίρια με την αίσθηση της «χωρικότητας» (αριστερά-δεξιά,
μέσα-έξω, πάνω-κάτω, κοντά-μακριά, σημείο θέασης κλπ.). Ίσως εδώ πρέπει να
πούμε δυο παραπάνω λόγια για την έννοια της «χωρικότητας». Ο όρος «χωρικότητα» σημαίνει ένα
προσδιορισμό, μία ιδιότητα, μία διάσταση που αποδίδεται σε κάποιο αντικείμενο,
σε μια σχέση, σε μια λειτουργία ή διεργασία και είναι συνάρτηση του χώρου.
Στο
6ο γνώρισμα θα παραθέσουμε τους
«μηχανισμούς επεξεργασίας του σημαίνοντος
υλικού»: Στους μηχανισμούς αυτούς αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση.
Μιλώ για την Συμπύκνωση, την Μετάθεση, και τον Επικαθορισμό.
Το
7ο και τελευταίο χαρακτηριστικό αποτελεί «Η Αχρονία»: Οι
εγγραφές του ασυνείδητου (απωθημένα ίχνη της προσωπικής ιστορίας) και οι
κατασκευές του (φαντασιώσεις, φορείς της επιθυμίας) θεωρούνται άχρονες και
ακατάστρεπτες και, οπωσδήποτε, η χρονικότητα δεν αποτελεί μεταβλητή που
επεμβαίνει στη συστατικά συγχρονική σύνταξη των ασυνείδητων δρωμένων. Ακόμη και
η ροή ή η διαδοχή, στο όνειρο, δεν απεικονίζει καμιά χρονική αλληλουχία ή
συσχέτιση, ιδίως με την έννοια της ιστορικής ή αιτιώδους διαδοχής. Έτσι, π.χ.,
στο όνειρο το αποτέλεσμα μπορεί να εμφανίζεται πριν από την αιτία και το δέντρο
πρώτα να μαραίνεται και να καίγεται και μετά να προσφέρει καρπούς και σκιά
(σενάριο που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει επιθυμητική αλληγορία για την τύχη «εκείνου που με δυσαρέστησε και με πρόδωσε»,
παραπέμποντας ενδεχομένως στη συκιά που καταράστηκε ο Ιησούς και στην οποία
κρεμάστηκε ο Ιούδας). Παρόμοια, ο ονειρευόμενος (όπως κι εκείνος που
ονειροπολεί ή γράφει ποιήματα ή έχει οράματα) μπορεί να εμφανίζεται στη σκηνή
του ονείρου του σε διάφορες ηλικίες είτε ταυτόχρονα είτε χωρίς καμία δέσμευση
ως προς τη χρονολογική αλληλουχία (π.χ. ξεκινά από το «όταν τελείωσα την Ιατρική», περνά σε κάτι που έγινε μετά 10 χρόνια, επιστρέφει «στα φοιτητικά χρόνια», ύστερα «στη
δευτέρα γυμνασίου», μετά «όταν έγινε
ο γάμος του φίλου τάδε», από εκεί «στο
δημοτικό» και ούτω καθεξής). Ο αφηγηματικός τρόπος στο όνειρο αντιστοιχεί
στη διάρθρωση της μυθοπλασίας, της fiction (μίγμα αναμνήσεων, γνώσεων και
επινοήσεων, με οργανωτή και οδηγό τις σκοπιμότητες της φαντασίας και ελεύθερη
κίνηση στον χώρο και στον χρόνο) και όχι στην ιστορική καταγραφή «δίκην
χρονικού» (ή με τον τρόπο της κάμερας παρακολούθησης σε μια τράπεζα). Διατρέχει,
με πολλούς βαθμούς ελευθερίας, ένα πλέγμα παραστάσεων – εικόνων και δρωμένων,
χωρίς να δεσμεύεται από την λογική αλληλουχία τους. Η χρονική σειρά
συνάντησης με τις εντυπώσεις και τις φυσικές ή εικαστικές παραστάσεις
προσλαμβάνει, κατά τρόπο προσωπικό, και σε κάποιο βαθμό συγκυριακό ή τυχαίο, την
βαθύτερη δομική ενότητα, αλλά δεν την απεικονίζει γραμμικά. Στο όνειρο, π.χ., συναντάμε αφηγηματικές
λογικές, που σκηνοθετούν (με ιδιαίτερους εκάστοτε τρόπους) τη βαθύτερη δομή της φαντασίωσης («Υποκείμενο/Πλοκή» με «ευτυχή
κατάληξη/Αντικείμενο»), με βάση υλικά, περιστάσεις και επινοήσεις
ανεξάντλητα ως προς την ποικιλομορφία τους.
Η συστατική αχρονία του ασυνείδητου, η ευστάθεια της
στοιχειώδους δομής της φαντασίωσης συνεπάγεται ότι η αφηγηματική ροή είναι
αποσυνδεδεμένη από τη νοηματική συνοχή. Συχνότατα μάλιστα, στο όνειρο, η
ανάδυση του νοήματος απαιτεί πολλαπλές αντιστροφές
θέσεων, λειτουργιών, ενεργειών ή χρονικής αλληλουχίας. Π.χ. κάποιος
ονειρεύεται ότι «περιφέρεται μόνος σε ένα
έρημο σιδηροδρομικό σταθμό και ύστερα βρίσκεται μέσα σ’ ένα τρένο μαζί με
εκείνη που αγαπούσε και με την οποία χώρισε, γιατί ο ίδιος χρειάστηκε να φύγει
μακριά κλπ. κλπ.» (πολλαπλές αντιστροφές, μαζί και ως προς τη χρονικότητα).
Καθώς, λοιπόν, η χρονικότητα
δεν μετέχει στη διατύπωση των λογικών σχέσεων, στο πλαίσιο του Ασυνειδήτου, η
παραστατική, εικαστική χωρικότητα
αποτελεί προνομιακό κώδικα διατύπωσης τέτοιων σχέσεων ως προς τις σκηνικές
εκφάνσεις της φαντασίωσης.
Έτσι, η χωρικότητα είναι το κατεξοχήν πεδίο αναφοράς
ως προς τη λογικο-φαντασιωσική διατύπωση που συντάσσει το Ασυνείδητο. Καθώς
μάλιστα δεν διαθέτει ιδιαίτερα συντακτικά
μορφώματα, όπως το μόριο «δεν» της άρνησης, οι σύνδεσμοι και οι προθέσεις
(και, αλλά, αν, διότι, καθώς, σαν, μολονότι, αντί, συν, προς, ή-ή), προσφεύγει,
όπως και οι εικαστικές τέχνες, στην απόδοση των λογικών σχέσεων με άλλους
τρόπους, όπου η χωρικότητα κατέχει προνομιακή θέση. Έτσι, λοιπόν, στο όνειρο
και, γενικότερα, στις ασυνείδητες διεργασίες, η χωρικότητα δεν αναφέρεται απλώς
στην περιγραφική διάσταση του εκτατού αλλά λειτουργεί και «σκηνικά» είτε ως σύνολο σημαινόντων στοιχείων, είτε ως τρόπος (modality) διατύπωσης
λογικο-φαντασιωσικών σχέσεων. Δηλαδή, η χωρικότητα δεν αποτελεί
αδρανής εκδοχή των διαδραματιζόμενων, αλλά ενεργή συνιστώσα του κώδικα της ασυνείδητης
διαδικασίας.
Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι η προσφυγή της φαντασίας σε
πλαστικά σύμβολα για την απεικόνιση της
σωματικότητας. Ιδού ορισμένα παραδείγματα:
Σπίτι
= σώμα ή σύνολο οργάνων
Σειρές σπιτιών-κτιρίων για συγκεκριμένο
όργανο (π.χ. έντερο)
Οροφή = κεφάλι / θεμέλια = πόδια. (Οροφή με αράχνες δηλώνει ενδεχομένως πονοκέφαλο)
Κούφια αντικείμενα (σάκος κλπ) =
ουροδόχος κύστη, μήτρα...
Στενή αυλή περιστοιχισμένη από σπίτια =
σύγκλιση γυναικείων μηρών
Πολύ στενό, μαλακό, ολισθηρό μονοπάτι =
γυναικείος κόλπος. (Ας σημειωθεί ότι, τυπικά, στο κλείσιμο ερωτικών ονείρων με
τέτοιες απεικονίσεις, η ονειρική φαντασία «βγάζει τη μάσκα της» και δείχνει
απροκάλυπτα το αντίστοιχο όργανο)
Βρώμικοι δρόμοι = περιεχόμενο εντοσθίων
Επίσης:
·
Ενίοτε, η σχέση περιέχοντος-περιεχομένου
υπαγορεύει ορισμένο προσδιορισμό
(ιδιότητα) του ενός ή του άλλου. Π.χ., σε ένα όνειρο μια γυναίκα βλέπει «το πλυντήριο που μέσα του έχει κλείσει το
παιδί της» ένδειξη ότι το περιέχον (πλυντήριο) παραπέμπει στη μήτρα, ενώ ο
«εγκλεισμός» του παιδιού συσχετίζεται (από την ίδια) με τον αποπνικτικό
εναγκαλισμό που χαρακτήρισε τη σχέση της με ένα παιδί της.
·
Το «όχι» (αντίρρηση, αντίθεση, άρνηση) μπορεί να διατυπωθεί χωρικά ως αντιστροφή,
μετατροπή στο αντίθετο ή και μετάβαση κάπου αλλού. Π.χ., σε ένα όνειρο κάποιος
βλέπει ότι «μια γυναίκα κρατά αγκαλιά τον
Χ (έναν αντίζηλο) και, στη συνέχεια, κρατά αγκαλιά τον ίδιο (ή και κανέναν)»
δηλώνοντας έτσι, με όρους χωρικής σχέσης, τη δυσαρέσκειά του για μια ενοχλητική
συναισθηματική διάταξη.
· Το «τότε
ξαφνικά βρίσκομαι κάπου αλλού» (σε ένα όνειρο) υποσημαίνει μια δευτερεύουσα
πρόταση, μια παρένθετη σκέψη, που εντάσσεται σε ένα υποθετικό λόγο («αν... τότε») ή αντιπροσωπεύει
διευκρίνιση, σχετικοποίηση, έμφαση, παραλλαγή.
· Απόμακρα πρόσωπα ή πράγματα ή καταστάσεις είναι ένας
τρόπος απεικόνισης παλαιών ή αδιάφορων συναισθηματικά ή εγκαταλελειμμένων
ψυχικά αντικειμένων, σχέσεων, βιωμάτων.
· Η μετατόπιση ως
απομάκρυνση μπορεί να
δηλώνει συναισθηματική αποστασιοποίηση. Ενίοτε αυτή η μετακίνηση παίρνει τη
μορφή ενός ακαριαίου zoom, που τοποθετεί
κάποιο αντικείμενο (πρόσωπο ή άλλο) μακριά «σα
μια μικρή λεπτομέρεια σε μια μεγάλη εικόνα»: Έτσι μπορεί να δηλώνεται είτε
ο αποχαιρετισμός σε κάτι που έχει
αγαπηθεί και απωλεσθεί (λόγω θανάτου ή χωρισμού, π.χ.), είτε την ευχή, την επιθυμία «να φύγει μακριά», να χάσει την
ψυχική του σπουδαιότητα κάποιος ή κάτι.
· Αντίστροφα, η
μείωση της χωρικής απόστασης μπορεί
να εκφράζει την ευχή για συναισθηματική εγγύτητα ή για λογική σύνδεση.
·
Η χωρική
μετατόπιση, η κίνηση γενικά αντιπροσωπεύει μια καίρια και πολύ φορτισμένη
λειτουργία, πρόσφορη σε επικαθορισμούς:
1. Κίνηση προς = επιθυμία, επιδίωξη, βούληση, σκοπός
2. Κίνηση από (βλέμμα, πρόσωπο, σώμα...) = αντίθεση,
άρνηση
3. Κίνηση παράλληλα = διατήρηση δεσμών (συνέχεια)
4. Κίνηση προς την ίδια κατεύθυνση = σύγκλιση ή
επιθυμία σύγκλισης, σύναψη σχέσης...
5.
Ακινησία =
δίλημμα, σύγκρουση βουλήσεων
Με
όσα ανάφερα νομίζω ότι βοήθησα στο πως μπορεί κανείς να έχει μια καλύτερη
πρόσβαση στην «Βασιλική Οδό» του προς το ασυνείδητο που δεν είναι άλλη παρά το
Όνειρο.
Σας
ζητώ συγνώμη αν σας κούρασα λόγω της έκτασης του κειμένου.