Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Πως να «διαβάζετε» το ασυνείδητο σας.

 

Τι είναι το ασυνείδητο

Ως ασυνείδητο νοείται εδώ το εξής:

Πρόκειται για ένα τόπο μέσα στην ανθρώπινη ψυχική οργάνωση – μια περιοχή του «ψυχικού οργάνου», μια πτυχή της ψυχής. Αποτελεί ένα υποσύστημα του όλου ψυχικού συστήματος. Ένα σύστημα όπου εγγράφεται, αποτυπώνεται η προσωπική ιστορία που εκπροσωπεί τις ενορμήσεις ως ψυχικές μορφές, οι οποίες αντιστοιχούν σε εικόνες πραγμάτων.

Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που χρήζουν διευκρινήσεων.

Καταρχήν το ασυνείδητο δεν είναι ένα «άλλο εγώ». Δεν πρόκειται για κάτι σαν ένα «αόρατο τμήμα» μιας «διχασμένης προσωπικότητας». Αντίθετα είναι ένα αυθύπαρκτο τμήμα της ψυχικής οργάνωσης. Μια «άλλη σκηνή» στην οποία διαδραματίζονται ουσιαστικά συμβάντα του υποκειμενικού «δράματος». Έχει καθορισμένη θέση, δομή, λειτουργία και σχέσεις με τα άλλα υποσυστήματα, που απαρτίζουν το σύνολο ψυχικό σύστημα. Αν επιχειρήσουμε μια μεταφορά για να διευκολύνουμε την κατανόηση του ασυνειδήτου τότε θα πούμε ότι: Το ασυνείδητο είναι το άλογο, του οποίου ο αναβάτης είναι το Εγώ. Χωρίς το άλογο, δεν νοείται, προφανώς, αναβάτης. Άλογο και αναβάτης συγκροτούν, ως όλον, το σύστημα «ιππέας» − του οποίου η δομή, η μορφολογία και η λειτουργία δεν αφαιρούν τίποτα από τις ιδιότητες των δύο συστατικών του, αλλά χαρακτηρίζουν το σύμπλεγμα ως «ένα και ενιαίο» όλον. Αλλιώς θα φερόταν το άλογο χωρίς αναβάτη και αλλιώς ο νυν αναβάτης δίχως το άλογο (θα ήταν «πεζός»: άλλη κατάσταση, άλλη λέξη). Προφανώς, το άλογο δεν είναι μια παραλλαγή του αναβάτη, ένα «αόρατο τμήμα» κάποιου «διχασμένου συμπλέγματος».

Δεύτερον, τα συστατικά στοιχεία του Ασυνείδητου αντιστοιχούν σε μνημονικά ίχνη, τα οποία συγκροτούν ένα σύστημα: Ένα σύστημα μορφών, που παραπέμπουν σε καίριες στιγμές της προσωπικής ιστορίας του υποκειμένου. Στιγμές, όπου η εκδήλωση των ενορμήσεων κρίθηκε ανυπόφορη, τραυματική – και, γι’ αυτό, το ίχνος, που εκπροσωπεί αυτή την τραυματική εκδοχή των ενορμήσεων στην ψυχική ζωή, σημάνθηκε και χαρακτηρίσθηκε ως persona non grata, ως ανεπιθύμητος κάτοικος (κάτι σαν μετανάστης χωρίς χαρτιά) για την επικράτεια του συνειδητού. Η εν λόγω λειτουργία παραπέμπει σε «έκπτωτες ηδονές και μύχια πένθη» και υπαινίσσεται την κινητοποίηση μιας ενεργής διαδικασίας απώθησης, η οποία λογοκρίνει και απαγορεύει σ’ αυτά τα σημαίνοντα ίχνη να ενταχθούν στον συνειδητό πόλο της ψυχικής οργάνωσης.

Τρίτον, η υφή και η υπόσταση αυτών των ιχνών αντιστοιχεί σε εικόνες πραγμάτων – δηλαδή σε ένα παραστατικό-εικονιστικό σύστημα, σε έναν κώδικα εικαστικό, διαφορετικό από το γλωσσικό σύστημα, που συγκροτείται με εικόνες λέξεων. Χαρακτηριστικό ανάλογο παράδειγμα αποτελεί η μεταχείριση του λεκτικού στοιχείου στα κόμικς, όπου, για παράδειγμα, το ράγισμα του βράχου δεν εικονίζεται μόνο με την συμβατική λέξη «ΚΡΑΚ!», αλλά με ένα σύμπλεγμα λέξης και εικόνας όπου το ΚΡΑΚ! είναι συνοδεύεται από την εικόνα μιας πέτρας που ραγίζει…



Τέταρτον, η λειτουργία των μηχανισμών του ασυνειδήτου παράγει συνδυασμούς και μετασχηματισμούς των συστατικών του στοιχείων (μνημονικά ίχνη εικονικού χαρακτήρα), που διαμορφώνουν πλάσματα, εικαστικά μορφώματα, σενάρια και προτάσεις σε γλώσσα εικαστική.

Τα  πλάσματα αυτά αντιστοιχούν στη φαντασίωση – δηλαδή σε σενάρια της φαντασίας, όπου σκηνοθετείται η εκπλήρωση της επιθυμίας. Πρόκειται, για την συνάντηση ενός κατάλληλου σκηνικού στο πλαίσιο του οποίου διασφαλίζεται η αίσια έκβαση της συνάντησης του υποκειμένου με την επιθυμία του. Παράδειγμα: Σκοντάφτω, πέφτω και χτυπάω. Στο νοσοκομείο η όμορφη γιατρίνα μου χαμογελά και μου σφίγγει το χέρι. Πονώ, αλλά χαμογελώ κι εγώ. Η υπόσχεση είναι σαφής: Οι ατυχίες σου στο τέλος θα επανορθωθούν μέσα από μια μεγάλη αγάπη. Με άλλα λόγια, μέσα σε κάθε ανθρώπινη ψυχή κρύβεται ένα μικρό Χόλλυγουντ…

Η ασυνείδητη φαντασίωση εκφράζει κατ’ εξοχήν τη δημιουργική δραστηριότητα του υποκειμένου με τους όρους της ψυχικής πραγματικότητας.

 Συστατικά στοιχεία

Μετά από αυτές τις διευκρινήσεις ας προχωρήσουμε να δούμε τα συστατικά από τα οποία αποτελείται το ασυνείδητο το οποίο – όπως συνήθιζε να λέει ο Λακάν – είναι δομημένο «σαν γλώσσα».

Θα ξεκινήσω δίνοντας καταρχήν ένα πίνακα όπου επιγραμματικά θα παραθέσω τις διαφορές ανάμεσα στην Λεκτική γλώσσα και στην γλώσσα του Ασυνειδήτου. Στην συνέχεια θα ρίξουμε μια πιο «κοντινή ματιά» σε κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά:

 

ΛΕΚΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

ΓΛΩΣΣΑ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ

Ασυνεχής

Συνεχής

Διακριτές Μονάδες

Κλίμακα συνεχής

Γεμάτο τρύπες (διάτρητο)

Πλήρες

Περιέχει κενά «μεσο διαστήματα»

Απουσία απουσίας

Θετική και αρνητική παράσταση ποσοτήτων

Ποσότητες θετικές, παρούσες

Εξαρτάται από το μηδέν

Δεν περιέχει μηδέν

Αλφάβητο, φωνήματα

Γραφισμοί, περιγράμματα, διαβαθμίσεις, τονισμοί.

Άρνηση

Απόρριψη, ακύρωση

Λογικός Λογισμός

Απουσία αληθικών συναρτήσεων

Αντίθεση, ταυτότητα

Διαφορά, ομοιότητα

Ας πάμε τώρα στις επεξηγήσεις των συστατικών του πίνακα.

Πρώτα ας εστιάσουμε στα ζεύγη: «Ασυνεχής – Συνεχής», «Διακριτές Μονάδες – Κλίμακα συνεχής», «Γεμάτο τρύπες (διάτρητο) – Πλήρες» και «Περιέχει κενά μεσοδιαστήματα – Απουσία απουσίας».

Στην Λεκτική γλώσσα τα συστατικά στοιχεία της είναι διακριτά μεταξύ τους. Δηλαδή όχι απλώς διαφέρουν (π.χ. το β από το μ ή το ω, ή το 1 από το 3 ή το 12), αλλά και κανένας μετασχηματισμός ή χειρισμός δε μπορεί να καταργήσει το φράγμα, το κενό, το χάσμα, το σύνορο, που διαχωρίζει το ένα στοιχείο από το άλλο. Η διαδικασία του λεκτικού συστήματος είναι «γεμάτη κενά» – σε αντιδιαστολή με την διαδικασία του Ασυνειδήτου, η οποία (κατά το υπόδειγμα της παρακάτω εικόνας) είναι «πλήρης».

Αυτή η απουσία δομικά διακριτών στοιχείων («μονάδων») και των μεταξύ τους διάκενων είναι ακριβώς χαρακτηριστικό της γλώσσας του ασυνείδητου. Σ’ αυτό, τα συστατικά του στοιχεία συγκροτούν ένα «συνεχές». Παράδειγμα: μια φωτογραφία, όπου ακόμη και τα πραγματολογικά ξεχωριστά στοιχεία, αλλά και το πραγματολογικά κενό ενδιάμεσό τους, συγχωνεύονται σε ένα δισδιάστατο παραστατικό συνεχές δίχως διάκενα. Το «πλήρες» αυτό πεδίο εμφανίζει διαβαθμίσεις («αποχρώσεις») εντάσεων, χρωμάτων, συχνοτήτων κλπ. (το παιχνίδι άσπρου-γκρίζου-μαύρου στη φωτογραφία), αλλά δεν παύει να είναι συνεχές, χωρίς εγγενή διάκενα, χωρίς διακριτές συστατικές «μονάδες».

Ας προσέξουμε λίγο ένα ακόμα παράδειγμα: 


 

Στον γεωφυσικό χάρτη της Ευρώπης (ή, πιο σύγχρονο αντίστοιχο, φωτογραφίες από δορυφόρο), παρατηρούμε ότι:

Δεν υπάρχουν διάκενα «χωρίς τίποτα» σ’ αυτή την απεικόνιση, που είναι πλήρης (συνεχές).

Επίσης, υπάρχουν διαβαθμίσεις υψομέτρου, χρώματος, υπάρχει ακόμη κάποιο περίγραμμα, που αδρά υποδεικνύει π.χ. την Ελλάδα ή τις Άλπεις. Όμως τίποτε, με όρους αυτού του κώδικα αναπαράστασης, δεν επιτρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα ή οι Άλπεις αντιπροσωπεύουν εγγενείς διακριτές οντότητες, συστατικές μονάδες του συστήματος.

Αν τώρα επιθέσουμε σ’ αυτόν τον γεωφυσικό χάρτη το σύστημα των εθνικών κρατών (πολιτικός χάρτης), βλέπουμε να αναφέρονται σαφέστατα διακριτές μονάδες, που χωρίζονται μεταξύ τους από ρητά σύνορα – των οποίων η παράβαση αποτελεί ενίοτε casus belli, ενώ και η απλή διάβαση απαιτεί ορισμένες διατυπώσεις και, συνήθως, συνεπάγεται διαφορές (έως και ριζικές ασυνέχειες) νομικού ή πολιτικού καθεστώτος, γλώσσας και πολιτισμού κλπ.

Η κατάτμηση, συνεπώς, του γεωφυσικού συνεχούς προκύπτει απ’ την παρεμβολή ενός εξωγενούς (πολιτικού) συστήματος στίξης, ενώ οι διαφαινόμενες διακριτές οντότητες είναι, σε σχέση με το γεωφυσικό υπόστρωμα, συμβατικές και αυθαίρετες – έστω και αν η ιστορία, η φαντασία και η γλώσσα τους προσδίδουν ενίοτε κάποια πλασματική αυθυπαρξία («Η αιωνία Ελλάς», «La France éternelle» κ.λπ.– ή, με τρόπο δραματικό, η πρώην Γιουγκοσλαβία ή Τσεχοσλοβακία ή Οθωμανική αυτοκρατορία).

Αυτά είναι τα διαφορικά χαρακτηριστικά των στοιχείων – ότι δηλαδή στην Λεκτική γλώσσα έχουμε στοιχεία διακριτά και με δυνατότητα οργάνωσης σε διπλή άρθρωση, ενώ στον κώδικα του ασυνειδήτου έχουμε ένα «συνεχές», στο οποίο απουσιάζει η διπλή άρθρωση. (αυτονόητα, αφού δεν υφίστανται δομικά δεδομένες στοιχειώδεις μονάδες – «φθόγγοι» ή «γράμματα»). Το γεγονός ότι το ασυνείδητο δεν διαθέτει διπλή άρθρωση – δηλαδή συγκρότηση σε δύο επίπεδα: Στοιχειώδεις μονάδες χωρίς σημασία, από τη μία – συνδυασμοί αυτών των μονάδων και παραγωγή σημασίας, από την άλλη (όπως τα γράμματα του αλφαβήτου ως φθόγγοι-φωνήματα, από τη μία, οι λέξεις και οι φράσεις, από την άλλη). Σημαίνει ότι στο ασυνείδητο, ισχύει η πανσημία : κάθε τι σημαίνει (ακόμη και το κενό, το τίποτα, όπως στην κινέζικη και ιαπωνική ζωγραφική). Σε αντιδιαστολή με τη λεκτική γλώσσα, όπου το διάκενο μεταξύ των λέξεων κατ’ αρχήν δηλώνει τα όρια των λέξεων – και μόνο σε ειδικές συνθήκες εκφοράς κάτι άλλο, όπως ο δισταγμός, η αγωνία, η έμφαση κ.λπ.

Δεν διαθέτει συμπλέκτες – δηλαδή δεικτικά μορφώματα (όπως π.χ. «εγώ», «εδώ» κλπ), τα οποία δεν υποδεικνύουν καμία συγκεκριμένη οντότητα, παρά κάποιες θέσεις και λειτουργίες μέσα στον εν εξελίξει λόγο, κάποιες σχέσεις μεταξύ των «προσώπων» και των «πραγμάτων», που εντάσσονται και οργανώνονται μέσα σε μια ορισμένη κατάσταση λόγου.

Ας σημειωθεί ότι αυτή η έλλειψη συμπλεκτών υποδηλώνει, πέρα από τα άλλα, ότι ο θεμέλιος τρόπος ύπαρξης του ασυνείδητου εκδηλώνεται έξω από κάθε κατάσταση διαλόγου, δεν απευθύνεται a priori σε κανέναν και δεν προϋποθέτει κανέναν συνομιλητή. Πρόκειται, λοιπόν, για ιδιότυπο τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας, ο οποίος δεν εμπεριέχει λογικές συμμόρφωσής του με την απαίτηση της συνομιλητικότητας.

Αυτός ο ριζικός μονόλογος «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει». Όπως ο άνεμος: δεν κινείται «για…» – απλώς υπάρχει αναγκαία ως κίνηση. Ή όπως η αναπνοή: δεν υφίσταται «για…» – απλώς υφίσταται, ως απαράκαμπτος, συστατικός τρόπος της ζωής. Πρόκειται, δηλαδή, για εγγενή, αυθύπαρκτο, πρωτογενή τρόπο ύπαρξης της ψυχής.

Ας έλθουμε, σε αυτό το σημείο, στα υπόλοιπα ζεύγη του πίνακα.

Το ασυνείδητο δεν διαθέτει τη συντακτική άρνηση, το «δεν» – δηλαδή ένα συμβατικό μόρφωμα, του οποίου η παρουσία αρνείται την ισχύ μιας πρότασης, με την οποία συσχετίζεται.

Διευκρίνιση αναγκαία: Το ασυνείδητο δεν διαθέτει τη συντακτική εκφορά της άρνησης (το μόρφωμα «δεν» ή όποιο ισοδύναμο του «Δεν ισχύει ότι…»). Διαθέτει όμως τη λογική λειτουργία της άρνησης, την οποία εκφέρει με τον δικό του τρόπο – με όρους πλαστικούς, εικαστικούς: Όταν κανείς «αποστρέφει το πρόσωπό του», τότε αρνείται, ακόμη κι αν δεν πει κουβέντα (λεκτική) καμία. Και όταν διαγράφει κάποιον «επειδή δεν θέλει να τον ξαναδεί», το εννοεί απολύτως: Το «δεν θέλω να σε βλέπω» μεταγράφεται σε «δεν υπάρχεις».

Ακόμη, το λεκτικό σύστημα μπορεί σε κάποια στιγμή της κανονικής λειτουργίας του να σιωπά (να είναι δηλαδή σε λειτουργία χωρίς «να λέει» τίποτε), ενώ το ασυνείδητο σύστημα δεν σιωπά ποτέ: πάντα «κάτι λέει», ακόμη κι αν αυτό αποσιωπά κάτι άλλο. Στο λεκτικό σύστημα, κάποιες στιγμές «δε συμβαίνει τίποτε». Στο αναλογικό, ποτέ δε γίνεται να μη γίνεται τίποτε (βλέπε π.χ. τη στάση του σώματος, που είναι πάντα καθορισμένη και λαλούσα, σημαίνουσα – ενώ ο λόγος μπορεί κάποια στιγμή να σταματήσει να εκφέρεται). Στο ασυνείδητο έχουμε δηλαδή «απουσία της απουσίας».

Στην Λεκτική γλώσσα, το κενό νοείται ως απουσία κάποιων καθορισμένων στοιχείων – ενώ στο Ασυνείδητο το κενό δεν νοείται, αλλά παριστάται ως ειδική παρουσία, ισότιμη μ’ όλες τις άλλες παρουσίες. Έτσι, την πρώτη είναι δυνατή η διαβεβαίωση «Το χ απουσιάζει ή δεν υπάρχει» – ενώ στο τελευταίο αυτή η διαβεβαίωση είναι αδύνατη. Αυτό συμβαίνει διότι η μνεία του «χ» απαιτεί την «φυσική» (εικονική) του παρουσία – ενώ ο μόνος τρόπος δήλωσης της απουσίας είναι η πλήρης «αποσιώπηση» («φυσική εξάλειψη» – delete) αναφοράς στο «χ» από το πεδίο του συστήματος. Στον λεκτικό κώδικα, π.χ., μπορώ απλά να πω «Θα ήθελα να μην τον ξαναδώ τον τάδε». Στον κώδικα του ασυνειδήτου, ωστόσο, η αντίστοιχη ευχή διατυπώνεται ως εξαφάνιση, ως delete του τάδε: Το λεκτικό «Θα ήθελα να συμβεί» μετατρέπεται στο ασυνείδητο σε «συμβαίνει» − με προφανείς, μεταξύ των άλλων, τις διαφορές συναισθηματικής φόρτισης ανάμεσα στο λεκτικό «Να πας στον διάβολο!» και σε μια αντίστοιχη εικόνα της φαντασίας, όπου τοποθετείς τον άλλον στην κόλαση. (Πλήθος είναι οι περιπτώσεις όπου αισθήματα ενοχής και αμαρτίας προκύπτουν λόγω ακριβώς της βιωματικής δραματικότητας και ισχύος τέτοιων εικόνων – ενώ σπανιότατα κάποιος νιώθει τόσο άσχημα επειδή είπε σε κάποιον να πάει στον διάβολο). Αντίστοιχα, το λεκτικό «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα» διαφέρει ριζικά από την ασυνείδητη ισοδύναμη διατύπωση που εμπεριέχεται σε μια απόπειρα αυτοκτονίας.

Κανόνες λειτουργίας

Ο λεκτικός κώδικας διαθέτει, ενώ ο ασυνείδητος δεν διαθέτει διπλή άρθρωση, συντακτική άρνηση, εξειδικευμένους συμπλέκτες και αυστηρούς περιορισμούς «λεξιλογίου» και μορφικής καινοτομίας.

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι νέες μορφές (π.χ. λέξεις) στον λεκτικό κώδικα παράγονται με συνδυασμούς των αφετηριακά δεδομένων συστατικών στοιχείων – στοιχειωδών μονάδων – «φθόγγων» (διπλή άρθρωση) και με συγκεκριμένες συμβάσεις μορφολογίας (π.χ., καμιά ελληνική λέξη δεν περιέχει το σύμπλεγμα «κχγ»). Ενώ στον κώδικα του ασυνειδήτου η «νέα μορφή» μπορεί κάλλιστα να προκύψει μέσω ποικίλων διαδικασιών κατεργασίας του διαθέσιμου εικονικού υλικού.

Οι συνδυασμοί και οι μετασχηματισμοί των συστατικών στοιχείων του ασυνείδητου πραγματοποιούνται με τους μηχανισμούς της συμπύκνωσης, της μετάθεσης και του επικαθορισμού.

Συμπύκνωση είναι η παραγωγή μικτών μορφών από τη συγχώνευση στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικές εικόνες – όπως ο Μινώταυρος, η Χίμαιρα, ο Κένταυρος.

Βλέπε, στις παρακάτω εικόνες παραδείγματα στμπύκνωσης:


 

 

Μετάθεση είναι η μετατόπιση της ψυχικής αξίας μιας εικόνας σε μία άλλη ψυχική εικόνα – όπως το «είμαι ερωτευμένος με τα μάτια σου», το «χτυπώ το σαμάρι ν’ ακούσει ο γάιδαρος», ή το κόκκινο φανάρι που συνοψίζει ως ίχνος τη δραματικότητα ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος.

Βλέπε στην παρακάτω εικόνα


Επικαθορισμός είναι η διασταύρωση πολλών συνειρμικών πλεγμάτων σε μία κοινή εικόνα – όπως, για παράδειγμα, ο Κένταυρος θα μπορούσε να παραπέμπει ταυτόχρονα, στην ίδια συνάφεια: στον Χείρωνα ως ιατή, στο Νέσσο ως φονέα, στον «Κένταυρο που πεθαίνει» του de Chirico, «στο Πήλιο, μέσα στις καστανιές» του Γ.Σεφέρη, σε μια εκδρομή στο Πήλιο, σ’ ένα σχέδιο ερώτων με φόντο το Πήλιο κλπ. – χώρια από τα μύρια όσα λεκτικά και φωνηματικά παιχνίδια… Ή όπως στη φωτογραφία, η σημαία όπου απευθύνονται / διασταυρώνονται πλήθος, βλέμματα, κινήσεις, χειρονομίες, σκέψεις, λόγια, εκφράσεις ενός ετερόκλητου πλήθους ανθρώπων / ψυχικών συστημάτων.


Τέλος, ένα χαρακτηριστικό, που συχνά τείνει να υφίσταται παραμερισμό ή παραγνώριση ή υποτίμηση της σπουδαιότητάς του, είναι η προαναφερθείσα πλαστική έκφραση εκείνων που θέλει να διατυπώσει το ασυνείδητο, η, κατά Freud, μέριμνα για την παραστατικότητα (βλέπε στην διατύπωση που ανάφερα παραπάνω του «αρνούμαι» με την δραματικότατη κίνηση «αποστρέφω το βλέμμα»).

Συμπερασματικά:

Το ασυνείδητο είναι ένα σύνολο «παραστάσεων - εικόνων πραγμάτων», οι οποίες είναι οργανωμένες σε σύστημα που διέπεται από έναν ιδιαίτερο κώδικα που είναι δομημένος σαν γλώσσα. Προκύπτει δε και αναπαράγεται, εμφανίζοντας χαρακτηριστική δομική ευστάθεια, ως ιδιότυπο σύστημα επιπτώσεων της εσωτερικής διγλωσσίας στη συγκρότηση του υποκείμενου.

 Άρα, και στο επίπεδο των συστατικών του στοιχείων και στο επίπεδο της λειτουργίας του, το ασυνείδητο αντιστοιχεί σε ένα οργανωμένο παραστατικό σύστημα. Δεν αντιπροσωπεύει κάποια «απόκλιση» από κάποια «κανονιστική αναφορά» (τις λέξεις), αλλά έναν εναλλακτικό και συνεκτικό τρόπο σημαίνουσας συγκρότησης και λειτουργίας των ψυχικών φαινομένων. Όχι μια «εκτροπή» από τη (μία και μοναδική) ψυχική γλώσσα, αλλά ενσάρκωση υποδειγματική ως προς τον ένα από τους δύο συστατικούς κλάδους της εσωτερικής διγλωσσίας. Όχι ένα παραπροϊόν ή «ατόπημα» ή μια «ελλειμματικότητα» της ψυχικής συγκρότησης, αλλά τη συστηματικότερη και λειτουργικά αποτελεσματικότερη έκφανση της αφετηριακής και θεμέλιας προϋπόθεσής της στον άνθρωπο – η οποία, ακριβώς, αντιστοιχεί σ’ αυτή την εσωτερική διγλωσσία. Για να εικονογραφήσω την ιδιαιτερότητά της, λοιπόν, ας αναλογιστούμε το εξής: Το τραγούδι δεν είναι ούτε «παράξενη/αποκλίνουσα ομιλία», ούτε «μουσική παραμορφωμένη από τις λέξεις». Είναι ιδιότυπος, ιδιοφυής τρόπος ύπαρξης της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, στο πλαίσιο της οποίας η μουσική δεν αρκείται στον εαυτό της – όπως δείχνει το ότι, όταν ακούσουμε τον σκοπό ενός τραγουδιού που γνωρίζουμε, αμέσως μας παραπέμπει στα λόγια. Ενώ και οι συμβατικές λέξεις υφίστανται ιδιαίτερη μορφική ανακατεργασία για να ταιριάζουν με τη μελωδία – όπως δείχνει παραστατικότατα η συχνά «αλλόκοτη» εκφορά και το «σπάσιμο» ή το «κυμάτισμα» ή το βιμπράτο που αλλοιώνει τις λέξεις στη λυρική προσωδία, σε τέτοιο βαθμό, που ενίοτε είναι απαραίτητοι υπότιτλοι ακόμη και για λόγια στη μητρική σου γλώσσα.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου