Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Και ερωτώ: Τι είναι το ψέμα; Απαντώ. Μια αλήθεια που παραστράτησε!

 

Υπάρχει κρίση όταν: ο λόγος, οι λέξεις, οι αριθμοί, τα τελετουργικά, δηλαδή όλος ο συμβολικός μηχανισμός, ξαφνικά, καθίσταται ανεπαρκής, ανίσχυρος να μετριάσει ένα πραγματικό που κάνει του κεφαλιού του.

Είναι εμφανές νομίζω ότι, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, ο covid-19 σήμανε για την ανθρώπινη κοινότητα ότι βρίσκεται σε κρίση. Ο covid-19 αποτελεί το Πραγματικό του υποκειμένου της επιστήμης. Τούτο σημαίνει ότι το υποκείμενο της επιστήμης αδυνατεί να το συμβολοποιήσει και ως εκ τούτου το υποκείμενο βρίσκεται μπροστά στο αίνιγμα. Έχουμε παρουσία αινίγματος όταν είμαστε βέβαιοι ότι το όνομα covid-19 κάτι σημαίνει – «κουβαλάει» μαζί του μια σημασία – αλλά δεν έχουμε αποκωδικοποιήσει το νόημα του, την σημασία του. Πρόκειται για σημαίνον. Μα τι είναι αυτό που το καθιστά σημαίνον; Η βεβαιότητα ότι έχει κάποια σημασία. Η βεβαιότητα ότι κάτι σημαίνει είναι προφανές. Μονάχα τι αυτό ακριβώς σημαίνει δεν μπορεί να διατυπωθεί, είναι κρυμμένο, λείπει. Το πρώτο χαρακτηριστικό γνώρισμα του αινίγματος είναι η βεβαιότητα της σημασίας. Επομένως ο χώρος «σημαίνον – σημαινόμενο» διχοτομείται από το αίνιγμα. Το δεύτερο λείπει. Μόνο το σημαίνον έχει τον χώρο του, η θέση του σημαινομένου παραμένει κενή.

Το αίνιγμα όμως διχοτομεί και τον χρόνο: Σε πρώτο χρόνο αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει εκεί ένα σημαίνον, ότι θέλει να πει κάτι. Σε έναν δεύτερο χρόνο διατυπώνουμε αυτό που θέλει να πει και όταν δεν μπορούμε, τότε έχουμε αίνιγμα.

Για να δούμε όμως την αλυσίδα που δημιουργεί η ύπαρξη αινίγματος στο νευρωτικό υποκείμενο της επιστήμης: 

 αίνιγμα → αμηχανία  → άγχος → πράξη → βεβαιότητα

Ιδού λοιπόν τα αποτελέσματα του αινίγματος.

Ο ορισμός του αινίγματος μας δείχνει την ομόλογη θέση που έχει η βεβαιότητα με το άγχος. Το άγχος δεν μας λέει τι είναι το αντικείμενο. Έχει σχέση με την έλλειψη στον Άλλο αλλά δεν μας λέει τι είναι, δεν βγάζει λόγο. Το άγχος, με άλλα λόγια, μας λέει ότι υπάρχει σημασία αλλά δεν μας λέει ποια είναι.

Είναι φανερό ότι στην περίπτωση της παρουσίας του αινίγματος ο Άλλος της γλώσσας (Α) καθίσταται διαγραμμένος (%). Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα της σημασίας παύουν να λειτουργούν. Η ασπίδα του νοήματος γίνεται πλέον ανενεργή έναντι της απόλαυσης του Άλλου. Τώρα «μπαίνουμε» στην απόλαυση του Άλλου χωρίς φρένο. Το παραλήρημα γίνεται κανόνας της ομιλίας μας. Η ομιλία μας εισέρχεται στο «παράδοξο». Τι σημαίνει αυτό; Η λέξη παράδοξο έχει δυο ελληνικές ρίζες: «Παρά» σημαίνει «εκτός/πέρα από» και «δοξείν» σημαίνει «να επισημαίνεις, να δείχνεις, να διδάσκεις». Παράδοξο λοιπόν σημαίνει «εκτός της διδασκαλίας [του δόγματος]». «Ορθόδοξο» (από την ελληνική ρίζα ορθό = σωστό/αληθινό) σημαίνει «το ακριβές ή εντός διδασκαλίας». Και σε ποια ανάγκη έρχεται να «απαντήσει» το «παράδοξο»; Εκείνη που ονομάστηκε Φιλοσοφικό Διάβημα. Σε τι συνίσταται η ιδιαιτερότητα ενός φιλοσοφικού Διαβήματος; Πρόκειται για την αναζήτηση γνώσης πέραν της αμφιβολίας, με δεδομένο όμως ότι κάθε απάντηση θα υποβληθεί σε κριτική βάσανο ως προς τους όρους της (απόλαυση, πάει να πει). Ότι δηλαδή η γνώση θα παραμείνει προβληματική. Πρόκειται λοιπόν για Φιλοσοφικό Διάβημα του υποκειμένου που επιθυμεί και διερωτάται. Διάβημα που επιχειρείται σε συνθήκες υπαρξιακής απορίας και ανάγκης – όπου δηλαδή απαιτείται λόγος ή πράξη, ενώ η γνώση και η πληροφορία δεν επαρκούν.

 Έτσι προκαλείται η ανάδυση τυπικών παραδόξων λόγω αυτοαναφοράς, τα οποία  φυτρώνουν όταν το υποκείμενο και το αντικείμενο μιας πρότασης ταυτίζονται – όπως στο περίφημο παράδοξο του Επιμενίδη «Πας Κρης ψεύδεται»: Το οποίο, αν ισχύει, δεν ισχύει – και αν δεν ισχύει, ισχύει. Ας θυμίσω λίγο το εν λόγω παράδοξο:

«Κρτες ε ψεσται» σημαίνει: «οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες»

Διατύπωση του παραδόξου

  {Ο Επιμενίδης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες + Επιμενίδης είναι Κρητικός}  → Άρα ο Επιμενίδης λέει ψέματα  → Άρα οι Κρήτες λένε την αλήθεια → Άρα και ο Επιμενίδης λέει την αλήθεια  →  Άρα οι Κρήτες είναι ψεύτες →  Άρα ο Επιμενίδης λέει ψέματα  → Άρα οι Κρήτες λένε την αλήθεια → Άρα και ο Επιμενίδης λέει την αλήθεια →  Άρα οι Κρήτες είναι ψεύτες → κ.ο

Η πρόταση αυτή οδηγεί σε φαύλο κύκλο, αφού αν η πρόταση είναι αληθής συμπεραίνουμε ότι ο συνομιλητής μας ψεύδεται ενώ αν η πρόταση είναι ψευδής συμπεραίνουμε ότι ο συνομιλητής μας λέει την αλήθεια. Με άλλα λόγια, υπακούει στον κανόνα «αν ισχύει, δεν ισχύει – και αν δεν ισχύει, ισχύει». Έτσι η πρόταση «Κρτες ε ψεσται» αποτελεί μια «αναποφάσιστη» πρόταση που δεν μπορεί «να αποφασίσει» για τον εαυτό της αν είναι αληθής ή ψευδής, Υπόκειται δηλαδή στο περίφημο θεώρημα της «μη πληρότητας[1]» του Γκέντελ. Το Θεώρημα του Γκέντελ λέει ότι, όταν ένα σημειωτικό σύστημα γίνει επαρκώς ισχυρό, ώστε να διαμορφώσει εικόνα του εαυτού του, τότε γεννιέται μια «τρύπα» στο σύστημα αναπαράστασης, όπου φύονται προτάσεις αληθείς, αλλά μη-αποδείξιμες, άρα αναποφάσιστες  στο πλαίσιο του συγκεκριμένου τυπικού συστήματος.

Προκειμένου ν’ αποδειχτεί η εγκυρότητά αυτών των προτάσεων, απαιτείται η μετάβαση σ’ ένα λογικό σύστημα ισχυρότερο, όπου το αρχικό εγγράφεται ως υποσύστημα. Αλλιώς, η αναζήτηση απόδειξης είναι καταδικασμένη να περιπλανιέται δίχως έκβαση, επ’ άπειρον, από στοιχείο σε στοιχείο του συστήματος, χωρίς να καταλήγει πουθενά. Ο καθένας μπορεί να δοκιμάσει αυτή την εμπειρία μέσα από το λεγόμενο «παρανοϊκό λεξικό»: Δηλαδή, προσπαθώντας να μάθει τι είναι, π.χ., το τραπέζι, χωρίς καμία προσφυγή σε εξωλεκτική πληροφορία – αρκούμενος μόνο στο τι διαβάζει στο λεξικό. Η έκβαση είναι προβλέψιμη: Θα περάσει τη ζωή του όλη μεταβαίνοντας από ερμηνεία κάθε λέξης σε ερμηνεία άλλης λέξης μέσω λέξεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα παραπέμπουν στην ερμηνεία τους με άλλες λέξεις, που κι αυτές θα παραπέμπουν για την ερμηνεία τους σε άλλες λέξεις, κ.ο.κ. ατέρμονα, τριγυρίζοντας δίχως διέξοδο από στοιχείο σε στοιχείο. Ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της άγονης πορείας το παρέχει ο διάλογος ενός Μπαμπά με ένα παιδί. Ο διάλογος εικονογραφεί πώς ο μπαμπάς επιχειρεί να φυλακίσει το παιδί στο παρανοϊκό λεξικό – αλλά το παιδί βρίσκει τη διέξοδο. Ο διάλογος, είναι ο εξής:

Παιδί : Μπαμπά, θα πάω στο κρεβάτι μου.

Μπαμπάς (ξαπλωμένος στο κρεβάτι του) : Τι θα πει «κρεβάτι»;

Παιδί : Εκεί που πέφτουμε για ύπνο.

Μπαμπάς : Τι θα πει «εκεί που πέφτουμε για ύπνο»;

Παιδί : Εκεί που κοιμόμαστε…

Μπαμπάς : Τι θα πει «εκεί που κοιμόμαστε»;

Παιδί : Εκεί που πλαγιάζουμε…

Μπαμπάς : Τι θα πει «πλαγιάζουμε»;

Παιδί : Θα πει ξαπλώνουμε…

Μπαμπάς : Τι θα πει «ξαπλώνουμε»;

Παιδί (δείχνοντας) : Να , όπως εσύ τώρα !

Ο διάλογος αυτός δείχνει πώς ένα παιδί 4 ετών έρχεται αντιμέτωπο με τον «παρανοϊκό πειρασμό» αλλά κατορθώνει και τον υπερβαίνει, κατά τρόπο άψογα γκεντελιανό, προσφεύγοντας σ’ ένα σημειωτικό σύστημα ευρύτερο, που εμπεριέχει και τις λέξεις, αλλά και την εξωλεκτική αναφορά στην εμπειρία. Κάτι ανάλογο, λοιπόν, καλούμαστε να επιτελέσουμε και εδώ, προκειμένου να απαντήσουμε στα ερωτήματά που μας θέτει η παρουσία του covid-19. Ας δούμε αν και πώς γίνεται αυτό.

Η γκεντελιανή τρύπα που ήδη περιγράψαμε είναι ο τόπος των αναποφάσιστων προτάσεων. Εκεί, δηλαδή, κάποιες προτάσεις δεν είναι δυνατόν να αποδειχτούν, ακόμη και αν είναι αληθείς.

Χαρακτηριστικά, στην αγωνιώδη αναζήτηση των ανθρώπων για θεμελίωση κάποιων ζωτικών βεβαιοτήτων, η συνάντηση με την εν λόγω τρύπα σημασίας και νοήματος γεννά ανυπόφορο άγχος. Ταυτόχρονα γεννά και την ετοιμότητα αποδοχής απαντήσεων που βουλώνουν αυτή την τρύπα, ανεξάρτητα από την πραγματολογική τεκμηρίωση και τη λογική εγκυρότητά τους. Μεγάλες τέτοιες απαντήσεις παρέχουν ο Θεός (οι θρησκείες), τα μυστικά σχέδια αοράτων νοών (συνωμοσιολογία,  γνωστικισμός), οι ηγέτες (οι εξουσίες), η Επιστήμη – και η Τέχνη (του λόγου ή όποια άλλη).

Το Εγώ, ως σύστημα παραισθήσεων, φρεναπάτης, όταν χτυπά στα όριά του, και αυτό συμβαίνει σε συνθήκες κρίσης, εύκολα μπορεί να διολισθήσει στον πειρασμό, να υπερβεί τα αδιέξοδα της αυταπάτης του κατασκευάζοντας μια «υπερ-αυταπάτη» ανώτερης τάξης. Αν αυτή η κατασκευή αποκτήσει υπόσταση απόλυτης πραγματικότητας μέσω της ψευδαίσθησης της κυριολεξίας, παράγεται σύμπτωμα. Αν, όμως, όπως εδώ, εξυψωθεί στην υπόσταση της μεταφορικής πραγματικότητας, η οποία επιτρέπει στο υποκείμενο να ζει λειτουργώντας ως ρυθμιστής της απόλαυσής του, τότε παράγεται έργο.

Άλλη μια περίπτωση εικονογράφησης του «παράδοξου» αποτελεί το έργο ''Drawing Hands''.
 
Η συγκεκριμένη εικόνα, ανήκει στον Ολλανδό καλλιτέχνη Maurits Cornelis Escher (M.C. Escher). Ο καλλιτέχνης, σχεδίασε το έργο του το 1948, αφότου επέστρεψε στην Ολλανδία, από το ταξίδι του στην Ιταλία. Το έργο, συγκεκριμένα, φέρει διαστάσεις: 33.2 x 28.2 (cm). Επιπλέον, σχεδιάστηκε με την τεχνική της λιθογραφίας και φιλοξενείται στην γκαλερί των Η.Π.Α. (National Gallery of Art, Washington, USA). Το έργο φέρει την ονομασία : ''Drawing Hands'' (Σε ελεύθερη μετάφραση: σχεδιάζοντας/ζωγραφίζοντας χέρια). Η εικόνα αφενός, παρουσιάζει ένα λεκτικό περιβάλλον ψευδαίσθησης και πραγματικότητας και, αφετέρου, συμβολίζει το παράδοξο τα χέρια να βγαίνουν έξω από το κάδρο και να παίρνουν ζωντανή μορφή. Από την μια, διαβάζοντας, τον τίτλο της εικόνας κατευθυνόμαστε σε ένα συγκεκριμένο μήνυμα: ο καλλιτέχνης αποτυπώνει χέρια να ζωγραφίζουν και τίποτα το παραπάνω. Από την άλλη, εξαιτίας του παράδοξου στην οποία ανήκει ειδολογικά και θεματολογικά η εικόνα, περνάμε σε μια πιο ανοιχτή ανάγνωση. Άρα, βλέποντας το ένα χέρι να σχεδιάζει το άλλο, σκεφτόμαστε τον πολλαπλασιασμό της εικόνας, ότι το ένα χέρι συμπληρώνει το άλλο, αλλά και ότι το ένα χέρι δημιουργεί/γεννάει το άλλο επ’ αόριστων μέσα από τον σχεδιασμό των χεριών. Επιπλέον, θα μπορούσαμε επίσης να συμπεράνουμε ότι ένα χέρι καταργεί την αυτοαναφορκότητα του και δημιουργεί ένα άλλο στη θέση του. Οδηγούμαστε, έτσι σε μια ερμηνεία πιο ανοιχτή, που η μια οδηγεί σε μια άλλη.

Για να δούμε όμως, σε ποια φάση «παραδόξου» έχει οδηγηθεί το υποκείμενο της επιστήμης λόγω της διεμβόλισης του Φαντασιακού του από το Πραγματικό, εν είδει αινίγματος, που φέρει το σημαίνον covid-19.

Αν ρίξουμε μια ματιά στην παραπάνω αλυσίδα βρισκόμαστε στην φάση της «πράξης». Αυτό σημαίνει ότι έχουν προηγηθεί οι προηγούμενες φάσεις. Ας εντοπίσουμε εδώ ένα στοιχείο της «πράξης» στην οποία προβαίνει το υποκείμενο της επιστήμης που καλείται να δράσει ενώ «η γνώση και η πληροφορία δεν επαρκούν». 

Μιλώ για το στοιχείο της διάγνωσης του covid-19 μέσω των τεστ,  που φέρουν την ονομασία «Μοριακή Μέθοδος Ανάλυσης (PCR)».

Σε ότι αφορά στο εν λόγω αναφέρονται τα εξής:

  RT - PCR (Polymerase Chain Reaction)[1]

            Ειδικότητα της εξέτασης 100% (σημαίνει ότι σε αυτούς που το τεστ θα είναι θετικό, όλοι             θα έχουν τον συγκεκριμένο ιό).

            Ευαισθησία 71% (δηλαδή από τους 100 που νοσούν θα βρούμε τους 71).

            Παρουσία 3-4 ημέρες μετά την έναρξη της νόσου.

            Εξαιτίας των δυσκολίων στη λήψη και στη μεταφορά των δειγμάτων, η ευαισθησία της             μεθόδου είναι στο 71%.

  Ας δούμε όμως στην πράξη πως ερμηνεύει το υποκείμενο της επιστήμης τον δείκτη Ευαισθησία 71% που το ίδιο παραθέτει. Ο εν λόγω δείκτης σημαίνει: α) Αν το τεστ είναι αρνητικό αυτό μεταφράζεται ως εξής: «Στους 100 ανθρώπους που βεβαιωμένα ΔΕΝ φέρουν την νόσο και που έκαναν το τεστ, οι 71 θα έχουν αρνητικό τεστ ενώ οι 29 θα έχουν θετικό τεστ». Αντίστοιχα, «Στους 100 ανθρώπους που βεβαιωμένα φέρουν την νόσο και που έκαναν το τεστ, οι 71 θα έχουν θετικό τεστ ενώ οι 29 θα έχουν αρνητικό». Αυτή είναι η επιστημονική ερμηνεία του δείκτη «Ευαισθησία». Ας έλθουμε τώρα να δούμε με ένα παράδειγμα ποια πιθανότητα έχει κάποιος άνθρωπος να έχει μια νόσο που το ανάλογο τεστ έχει δείκτη Ευαισθησία 90%.  

Ας πούμε λοιπόν πως το τεστ διάγνωσης της ασθένειας είναι 90% αξιόπιστο. Που σημαίνει ότι 90 στους 100 ανθρώπους που έχουν την ασθένεια βρίσκονται θετικοί στο τεστ, και 90 στους 100 ανθρώπους που δεν έχουν προσβληθεί από την εν λόγω ασθένεια βρίσκονται αρνητικοί στο τεστ.

Έστω ότι κάνετε το τεστ και βγήκε θετικό. Ποια είναι η πιθανότητα να έχετε προσβληθεί από την ασθένεια;

Ενώ η πρώτη απάντηση που έρχεται στο μυαλό των περισσότερων είναι 90% ή κάπου εκεί κοντά σ’ αυτό το νούμερο, η εφαρμογή του της Δεσμευμένης Πιθανότητας που στηρίζεται στο θεώρημα Bayes δίνει ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα: 8,33% !!

Το αποτέλεσμα αυτό παράγεται ξεκινώντας από τον συμβολισμό Ρ(Α) = η πιθανότητα ένα άτομο της ηλικίας σας να προσβληθεί από την ασθένεια = 1/100 = 0,01.

Το ενδεχόμενο κατάχρησης του θεωρήματος αρχίζει από την εκ των προτέρων εκτίμηση της πιθανότητας Ρ(A), που συχνά καλείται «prior». Στο παράδειγμα της ασθένειας θεωρήσαμε την τιμή 0,01. Το ζήτημα είναι πως προκύπτει αυτή η εκτίμηση – ότι δηλαδή 1 στους 100 ανθρώπους μιας συγκεκριμένης ηλικίας προσβάλλονται από την συγκεκριμένη ασθένεια. Σε πολλές περιπτώσεις η εκτίμηση της εκ των προτέρων πιθανότητας περιέχει υποκειμενικούς παράγοντες. Η εκτίμηση αυτής της πιθανότητας – όχι για την εκδήλωση μιας αρρώστιας – αλλά για κάτι που ίσως δεν υπάρχει όπως τα πολυσύμπαντα, την πληθωριστική διαδικασία του σύμπαντος ή τον Θεό και στη συνέχεια η εφαρμογή του θεωρήματος προωθεί την ψευδο-επιστήμη και την δεισιδαιμονία.

Ας προσέξουμε ότι το αποτέλεσμα αυτό παράγεται με δεδομένο ότι ως δείκτης Ευαισθησίας λήφθηκε το 90%. Γίνεται έτσι κατανοητό ότι το αποτέλεσμα 8,33% βαίνει πολύ χαμηλότερο όταν ως δείκτης παρθεί το 71%.

Όλα αυτά ισχύουν όταν το υποκείμενο της επιστήμης αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους κανονικότητας και όχι σε συνθήκες κρίσης όπως είναι οι τωρινές.

Για να δούμε πως ομιλεί το συγκεκριμένο υποκείμενο σε τωρινές συνθήκες:

Έχουμε μια περίπτωση που ένας άνθρωπος 92 ετών με προηγούμενα νοσήματα έκανε το τεστ τις τελευταίες 20 μέρες δύο φορές και βγήκε αρνητικό. Το πόρισμα μάλιστα της δεύτερης εξέτασης το έλαβε το μεσημέρι του Σαββάτου 24/10. Όμως ο ίδιος χρειάστηκε να επισκεφτεί γνωστό νοσοκομείο των Αθηνών, το απόγευμα του ίδιου Σαββάτου, προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα άλλο νόσημα που βεβαιωμένα από καιρό είχε. Κατά την εισαγωγή του υποβλήθηκε σε ένα τρίτο τεστ και αυτή την φορά διαγνώστηκε θετικός στον covid-19. Αμέσως οι ειδικοί τον συμπεριέλαβαν στην κατηγορία «κρούσμα covid-19» και τον έκλεισαν στην ειδική μονάδα για ανάρρωση. Παρόλο που τα συμπτώματα που ανίχνευσαν οι θεράποντες ιατροί ήταν «λίγα ακροαστικά» εν τούτοις αυτό δεν συνηγόρησε υπέρ του να επιστρέψει ο άνθρωπος σπίτι του, εκ ,μέρους τους. Στις διαμαρτυρίες του συνοδού οι επιστήμονες απάντησαν: «Παρόλο που τα δύο τεστ βγήκαν αρνητικά αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ασθενής, αντίθετα δεδομένου ότι το τρίτο βγήκε θετικό είναι βέβαιο ότι ο εν λόγω ορθά συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία «κρούσματα»…!».

Είναι φανερό λοιπόν, ότι το εν λόγω τεστ – σύμφωνα με την γνώμη του επιστημονικού υποκειμένου σε συνθήκες κρίσης – υπακούει στο νόμο του παραδόξου «αν ισχύει, δεν ισχύει – και αν δεν ισχύει, ισχύει». Με άλλα λόγια, το συγκεκριμένο υποκείμενο απολαμβάνει παραληρώντας μέσα στο παράδοξο που γέννησε η εισβολή του Πραγματικού στο Φαντασιακό του οδηγώντας το στην παρανοϊκή σκέψη.   



[1] Βλ. «Θεώρημα της μη πληρότητας» του Γκέντελ, στην ανάρτηση «Ο μεγάλος «Άλλος» - η συμβολική τάξη – η γλώσσα, δεν είναι πλήρης», https://psychoanalysisthoughts.blogspot.com/2019/09/blog-post_11.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου