Στην
ψυχανάλυση κάνουμε την διάκριση ανάμεσα στον «άλλο» (με το «α» μικρό) και στον
Άλλο (με το «Α» κεφαλαίο). Ο «άλλος» αναφέρεται στους φαντασιακούς άλλους.
Αυτοί οι «άλλοι» είναι για όλους μας ολοκληρωμένα, ενοποιημένα ή συνεκτικά
«εγώ». Ως αντανακλάσεις του εαυτού μας μάς δίνουν την αίσθηση ότι είμαστε πλήρη
και ολοκληρωμένα όντα. Αυτός είναι ο «άλλος» του «σταδίου του καθρέφτη», που το
βρέφος πιστεύει ότι θα ικανοποιήσει απόλυτα την επιθυμία του. Πρόκειται,
επίσης, για τον «άλλο» της διαστροφής. Την ίδια στιγμή το βρέφος – όπως και ο
διεστραμμένος – αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως το μοναδικό αντικείμενο της
επιθυμίας του «άλλου».
Ο
μεγάλος «‘Άλλος», από την άλλη, είναι εκείνη η απόλυτη ετερότητα που δεν
μπορούμε να αφομοιώσουμε στην υποκειμενικότητα μας. Ο μεγάλος «Άλλος» είναι η
συμβολική τάξη. Είναι εκείνη η ξένη γλώσσα μέσα στην οποία έχουμε γεννηθεί και
την οποία πρέπει να μάθουμε να μιλάμε, αν θέλουμε να αρθρώσουμε την ίδια μας
την επιθυμία. Είναι επίσης ο λόγος και οι επιθυμίες εκείνων που βρίσκονται γύρω
μας, μέσω των οποίων εσωτερικεύουμε και σχηματοποιούμε την επιθυμία μας. Αυτό
σημαίνει ότι οι επιθυμίες μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις επιθυμίες των άλλων.
Η
ασυνείδητη επιθυμία μας εμφανίζεται σε σχέση με τον μεγάλο «Άλλο» - την
συμβολική τάξη. Αυτή η συμβολική τάξη – ο «Άλλος» - έχει τρία βασικά
χαρακτηριστικά:
·
- Η γλώσσα προηγείται της συνείδησης. Ως ομιλούντα υποκείμενα γεννιόμαστε μέσα στην γλώσσα.
- · Η γλώσσα δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Αντίθετα κατασκευάζουμε την εμπειρία μας εντός των περιορισμών του δεδομένου γλωσσικού συστήματος και αυτό το γλωσσικό σύστημα επηρεάζει την φύση της εμπειρίας μας.
- · Η γλώσσα δεν είναι ένα απόλυτα καθορισμένο σύστημα, στο οποίο εντοπίζεται ένα και μοναδικό νόημα. Αντίθετα, αποτελεί ένα σύστημα διαφορικών σχέσεων.
Για
παράδειγμα, ας δούμε την πρόταση «Εμείς
θα φύγουμε από το Παρίσι αύριο».
Κάθε
όρος αυτής της πρότασης αποκτά το νόημα του αφενός λόγω της διαφοροποίησης του
από τους άλλους πιθανούς όρους που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε στο ίδιο
πλαίσιο και αφετέρου μέσω της θέσης του στην συνολική δομή της πρότασης.
Α)
Έτσι, το «εμείς» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το «εγώ» ή το «εσύ» ή το
«αυτός» και αντίστοιχα το «αύριο» θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το
«σήμερα». Μετά την αντικατάσταση η πρόταση θα έχει και πάλι νόημα μόνο που θα ήταν
εντελώς διαφορετικό.
Β)
Το νόημα της πρότασης προκύπτει από ένα συγκεκριμένο συνδυασμό των όρων της
παρά από τα μεμονωμένα στοιχεία της. Έτσι, αν αναδιατάξουμε τους όρους της
μπορούμε ακόμα να τους κατανοήσουμε αλλά στο σύνολο της η πρόταση δεν έχει
κάποιο νόημα:
«Παρίσι φύγουμε από το θα αύριο εμείς».
Αυτές
οι δύο λειτουργίες είναι βασικές για τον τρόπο λειτουργίας της γλώσσας ή της
συμβολικής τάξης.
Είναι
σαφές λοιπόν, ότι το υποκείμενο υπάρχει μόνο ως υποκείμενο του «Άλλου». Όμως,
ενώ ο «άλλος» της διαστροφής είναι ολοκληρωμένος και πλήρης (όπως προανάφερα) δεν
ισχύει το ίδιο και για τον «Άλλο» - την συμβολική τάξη – της νεύρωσης. Η
συμβολική τάξη είναι ελλιπής. Υπάρχει κάτι ουσιαστικά ακατανόητο στην επιθυμία
του «Άλλου» για το υποκείμενο. Ο «Άλλος» της νεύρωσης είναι ελλιπής και ως προς
αυτό διαφέρει πάρα πολύ από τον «άλλο» της διαστροφής. Για να πειστούμε για την
μη – πληρότητα της συμβολικής τάξης ας παραπέμψουμε, σε αυτό το σημείο, στον
κατεξοχήν «εκπρόσωπο» του «Άλλου» που δεν είναι άλλος από την γλώσσα των
μαθηματικών.
Το
1951, ένας άγνωστος εικοσιπεντάχρονος μαθηματικός, ο Κουρτ Γκέντελ υποχρέωσε
τους μαθηματικούς να αποδεχτούν το
γεγονός ότι τα μαθηματικά δεν μπορούν ποτέ να είναι λογικά τέλεια. Ο Γκέντελ
είχε αποδείξει ότι η προσπάθεια δημιουργίας ενός πλήρους και συνεπούς
μαθηματικού συστήματος ήταν αδύνατη. Οι ιδέες του συμπυκνωνόντουσαν σε δύο
προτάσεις:
Πρώτο
θεώρημα της μη – πληρότητας
Εάν
το σύνολο της αξιωματικής θεωρίας είναι συνεπές, τότε υπάρχουν θεωρήματα που δεν
μπορούν ούτε να αποδειχθούν ούτε να ανασκευαστούν.
Δεύτερο
θεώρημα της μη – πληρότητας
Δεν
υπάρχει καμιά κατασκευαστική διαδικασία που να αποδεικνύει ότι η αξιωματική
θεωρία είναι συνεπής.
Στην
ουσία η πρώτη πρόταση του Γκέντελ εννοούσε ότι χωρίς να έχει σημασία ποιο
σύνολο αξιωμάτων χρησιμοποιείται, θα υπήρχαν ερωτήματα στα οποία τα μαθηματικά δεν
θα μπορούσαν να απαντήσουν – η πληρότητα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ακόμα
χειρότερα με την δεύτερη πρόταση ισχυριζόταν ότι οι μαθηματικοί δεν θα
μπορούσαν ποτέ να είναι σίγουροι ότι η επιλογή των αξιωμάτων δεν θα οδηγούσε σε
αντιφάσεις – η συνέπεια δηλαδή δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδειχθεί. Για να
κατανοήσουμε καλύτερα το πρώτο θεώρημα του Γκέντελ είναι πολύ χρήσιμο να
εξετάσουμε ένα, πολύ στενά συνδεδεμένο με αυτό, κομμάτι της αρχαίας λογικής,
γνωστό ως «Κρητικό Παράδοξο» ή «Παράδοξο του Ψεύτη», επινόηση του
Επιμενίδη από την Κρήτη στο οποίο είχε διακηρύξει:
«Είμαι ψεύτης!»
Το
παράδοξο αναδεικνύεται όταν προσπαθήσουμε να καθορίσουμε αν η δήλωση είναι
αληθής ή ψευδής. Ας δούμε πρώτα τι συμβαίνει αν υποθέσουμε ότι η δήλωση είναι
αληθής. Η αληθής δήλωση συνεπάγεται ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης, εμείς όμως
αρχικά έχουμε υποθέσει ότι έχει κάνει μια αληθή δήλωση, άρα ο Επιμενίδης δεν
είναι ψεύτης – υπάρχει δηλαδή ασυνέπεια. Από την άλλη, ας δούμε τι συμβαίνει αν
υποθέσομε ότι η δήλωση είναι ψευδής. Η ψευδής δήλωση συνεπάγεται ότι ο Επιμενίδης δεν είναι ψεύτης, εμείς όμως
αρχικά έχουμε υποθέσει ότι έχει κάνει μια ψευδή δήλωση και άρα ο Επιμενίδης
είναι ψεύτης – υπάρχει πάλι ασυνέπεια. Είτε υποθέσουμε ότι η δήλωση είναι
αληθής είτε ψευδής καταλήγουμε σε ασυνέπεια: η δήλωση δεν είναι ούτε αληθής
ούτε ψευδής.
Ο
Γκέντελ ερμήνευσε από την αρχή το «Παράδοξο του Ψεύτη» εισάγοντας την έννοια
της απόδειξης, με αποτέλεσμα την παρακάτω πρόταση:
Η
πρόταση αυτή δεν επιδέχεται καμιά απόδειξη.
Αν
η πρόταση ήταν ψευδής θα ήταν αποδείξιμη, πράγμα που θα έρχονταν σε αντίφαση με
αυτήν. Για να αποφευχθεί η αντίφαση η πρόταση πρέπει να είναι αληθής. Ωστόσο,
παρόλο που αληθεύει δεν μπορεί να αποδειχθεί, γιατί η ίδια η πρόταση (η οποία
γνωρίζουμε ότι αληθεύει) το λέει. Επειδή ο Γκέντελ μπορούσε να γράψει αυτήν την
πρόταση με μαθηματικά σύμβολα ήταν σε θέση να δείξει ότι στα μαθηματικά υπήρχαν
προτάσεις αληθείς, που όμως δεν μπορούσαν να αποδειχθούν, οι λεγόμενες μη
αποδείξιμες. Το έργο του Γκέντελ ήταν πολύ κοντά στις ανακαλύψεις της κβαντικής
φυσικής.
Μόλις
τέσσερα χρόνια πριν από την δημοσίευση της εργασίας του Γκέντελ περί μη –
πληρότητας, ο Γερμανός φυσικός Βέρνερ Χάιζεμπεργκ είχε ανακαλύψει την αρχή της
απροσδιοριστίας. Όπως ακριβώς υπήρχε ένα θεμελιώδες όριο για τα θεωρήματα που
θα μπορούσαν οι μαθηματικοί να αποδείξουν, ο Χάιζεμπεργκ είχε αποδείξει ότι
υπήρχε ένα θεμελιώδες όριο για τις ιδιότητες που θα μπορούσαν να μετρήσουν οι
φυσικοί. Για παράδειγμα, αν θέλουν να μετρήσουν την ακριβή θέση ενός
αντικειμένου, μπορούν να μετρήσουν την ταχύτητα του αντικειμένου μόνο με
σχετικά μικρή ακρίβεια. Αυτό συμβαίνει διότι για να μετρηθεί η θέση του
αντικειμένου απαιτείται ο φωτισμός του με φωτόνια. Για να εντοπισθεί όμως η
ακριβής θέση του, τα φωτόνια θα έπρεπε να έχουν τεράστια ενέργεια. Ωστόσο, αν
το αντικείμενο βομβαρδιστεί με φωτόνια μεγάλης ενέργειας, η ταχύτητα του θα
επηρεασθεί με αποτέλεσμα να γίνει εγγενώς αβέβαιη. Έτσι, απαιτώντας την γνώση
της θέσης του αντικειμένου, οι φυσικοί πρέπει να θυσιάσουν λίγη από την γνώση
της ταχύτητας του.
Είναι
σαφές λοιπόν: η συμβολική τάξη – ο Άλλος –
δεν είναι πλήρης, αντίθετα είναι εγγενώς ελλιπής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου