Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Πως μια σχέση αγάπης μετατρέπεται σε σχέση «πιστωτή – οφειλέτη»!

Στην αγγλική γλώσσα η λέξη «please» αποτελεί συντόμευση του «if you please», «if it pleases you to do this» («αν σε ευχαριστεί να το κάνεις»). Το κυριολεκτικό νόημα του είναι: «δεν είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις». «Μου δίνεις το αλάτι; Δεν σου λέω ότι είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις». Αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχει όμως μια κοινωνική υποχρέωση και είναι σχεδόν αδύνατον να μην συμμορφωθείς με αυτήν. Όταν ζητάς από κάποιον το αλάτι του δίνεις ταυτόχρονα μια διαταγή. Με το να προσθέτεις την λέξη «σε παρακαλώ» είναι σαν να λες ότι δεν πρόκειται για διαταγή. Όμως, πράγματι είναι.

Στα αγγλικά το «thank you» προέρχεται από το «think», και σήμαινε αρχικά ότι «δεν θα ξεχάσω αυτό που έκανες για μένα». Ακολουθεί την μορφή του «much obliged» («σου είμαι υπόχρεος»). Το γαλλικό «merci» είναι ακόμα πιο γλαφυρό: προέρχεται από το «mercy», που χρησιμοποιείται όταν ικετεύει κανείς για έλεος. Ομολογώντας το τίθεσαι συμβολικά υπό την εξουσία του ευεργέτη σου, και όπως λέει και ο Αριστοτέλης «Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός σου από τον ευεργετηθέντα από εσέ…»[1]. Έτσι, το να συμπληρώνεις «you are welcome» ή « it is nothing» είναι ένας τρόπος να καθησυχάσεις αυτόν που του έδωσες το αλάτι ότι δεν καταχωρείς πραγματικά ένα χρέος στο φανταστικό ηθικό βιβλίο σου.  

Όλη αυτή η εισαγωγή για να εισάγω την λέξη κλειδί που είναι «το χρέος»: «Σου οφείλω, σου χρωστώ…», «όχι, δεν μου οφείλεις, δεν μου χρωστάς τίποτα». Αυτή η φράση μαρτυρά μια διαρκή ανατροφοδότηση του αυτόματου κλεισίματος μιας «συναλλαγής». Την στιγμή που ο ένας νιώθει μια υποχρέωση, ανοίγει έναν λογαριασμό χρέους. Την ίδια στιγμή ο άλλος τον απαλλάσσει από αυτήν, σβήνει το χρέος.  Αυτού του είδους η σχέση δεν είναι άλλη από την σχέση «πιστωτή – οφειλέτη». Πρόκειται για μια σχέση από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουμε. Ουσιαστικά, η ηθική μας συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό από αυτήν την σχέση. Όπως έλεγε και ο Αλτουσέρ «Η ιδεολογία λειτουργεί διαπλάθωντας, μετατρέποντας τα άτομα σε υποκείμενα». Η ιδεολογία μετατρέπει το ένα άτομο σε «πιστωτή» και το άλλο σε «οφειλέτη». Ο πρώτος έχει το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι έχει την γνώση σχετικά με το πως ο δεύτερος μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος του. Την στιγμή της συναλλαγής ο πιστωτής θέτει τους όρους οι οποίοι πρέπει να τηρηθούν για να επέλθει η ισορροπία, να ολοκληρωθεί δηλαδή η συναλλαγή. Όταν ο οφειλέτης λέει «ευχαριστώ» ουσιαστικά αναγνωρίζει τον πιστωτή ως το υποκείμενο που κατέχει την γνώση ώστε να τον απαλλάξει από το χρέος (ως Αφέντη – Βασιλιά), ενώ ταυτόχρονα ο πιστωτής αναγνωρίζει τον οφειλέτη ως αυτόν ο οποίος «οφείλει» να πληρώσει το χρέος σύμφωνα με τους όρους που θα καθορίσει (ως Δούλο – Υπήκοο).

Εκείνο που διαφεύγει είναι ότι η σχέση πιστωτή – οφειλέτη δεν διαμεσολαβείται από την γνώση αλλά από την εντολή: να αναλάβει την ευθύνη ως "επιχειρηματίας του εαυτού του να πληρώνει τα χρέη του". Το χυδαίο προσωπείο αυτής της αισχρής εντολής είναι η υποτιθέμενη «γνώση»: «Μόνο εγώ ξέρω πως θα ξεπληρώσεις το χρέος σου!» Ο οφειλέτης είναι υποχρεωμένος να υποταχθεί στην εντολή αυτή και να την αντιμετωπίσει «ως εάν» αυτή να έχει τη βάση της στην γνώση. Εκείνο που καλείται να απωθήσει ο οφειλέτης είναι ακριβώς αυτό: την εντολή ως τέτοια. Έτσι, η σχέση «πιστωτή – οφειλέτη» είναι μια σχέση εξουσίας που η α -νόητη λειτουργεία της εντολής παραγνωρίζεται κάτω από το προσωπείο της γνώσης. «Το χρέος» και η σχέση «πιστωτή – οφειλέτη» βρίσκεται τόσο βαθιά ριζωμένα στην καθημερινή μας πραγματικότητα - ή μάλλον στην ιδεολογική μας πραγματικότητα – που είναι αδύνατον να γίνουν αντιληπτά.

Το χρέος έχει ενσωματωμένο ως εκ-σωτερικό αντικείμενο εκείνο στο οποίο οφείλει το νόημα του. Αυτό το αντικείμενο είναι εκείνο που ακούει στο όνομα «εμπιστοσύνη». Το χρέος μαζί με το αντικείμενο του χαράσσεται στο σώμα του «οφειλέτη» ο οποίος τώρα από υποκείμενο μετατρέπεται σε «φερέγγυο υποκείμενο». Έτσι, «ο χρεωμένος άνθρωπος» είναι μια κατασκευή ώστε να είναι ικανός να ξεπληρώνει «τα χρέη του». Ως μαθηματική κατασκευή θα έχουμε λοιπόν τις παρακάτω εξισώσεις: Οφειλέτης = Υποκείμενο + Χ (όπου Χ = η εγγύηση αποπληρωμής του χρέους: φερεγγυότητα). Επίσης Χρέος = οφειλή + Χ (όπου Χ = εμπιστοσύνη). Πρέπει να θυμίσουμε εδώ ότι και τα δύο Χ είναι εκ-σωτερικά αντικείμενα στα οποία οφείλεται η υπόσταση των δύο σημαινόντων «Χρέους» και «Οφειλέτη» και τα οποία, με διαλεκτικό τρόπο, δίνουν υπόσταση και στο σημαίνον «Πιστωτής». Πρόκειται για δυο αντικείμενα που δομούν την φαντασίωση της σχέσης «Πιστωτής – Οφειλέτη». Η ψυχανάλυση τα ονομάζει «μικρά αντικείμενα α» (βλ. ανάρτηση Η «Κοπέλα Με τα Φίδια»).

Για να διαπιστώσουμε  πόσο η σχέση «πιστωτή – οφειλέτη» βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην καθημερινή μας πραγματικότητα που είναι αδύνατον να γίνει αντιληπτή, ας δούμε την παρακάτω κλινική περίπτωση παρμένη από την καθημερινή μας ζωή.

Ο Θ και η Ε είναι ένα νεαρό παντρεμένο ζευγάρι από εκείνα που η αγάπη διατηρείται μέσα στην σχέση τους. Το κοινό τους σπίτι είναι σε μια περιοχή της Αθήνας η οποία αποτελεί συνάμα την ίδια περιοχή όπου κατοικούν και οι γονείς του Θ. Η εν λόγω περιοχή πολύ απέχει από τον τόπο κατοικίας των γονιών της Ε. Αυτό το γεγονός υπήρξε αντικείμενο «διαμαρτυριών» της Ε προς τον σύζυγο της ότι συχνά, ο τελευταίος, έβγαινε για να δει τους φίλους του ή τους γονείς του και παραμελούσε την Ε. Αυτές οι «διαμαρτυρίες» έπαιρναν συχνά τον χαρακτήρα «σκηνών» από μέρους της Ε προς τον Θ σε τέτοιο βαθμό ώστε δημιουργούσαν ενοχές στον τελευταίο σχεδόν κάθε φορά που έβγαινε για να κάνει ανάλογες επισκέψεις. Έτσι, όταν δόθηκε η δυνατότητα να εργασθεί η Ε σε μια εργασία που βρίσκονταν στον τόπο όπου κατοικούσαν οι γονείς της, η Ε εισηγήθηκε στον σύζυγο της να μετακομίσουν στην περιοχή που ήταν η έδρα της εργασίας της – περιοχή που συνέπιπτε να είναι και η έδρα όπου κατοικούν οι γονείς της.

Ο Θ αποδέχτηκε την πρόταση με το λογικό επιχείρημα ότι «επρόκειτο για μια πολύ καλή εργασία και βεβαίως, ήταν προς όφελος της οικογένειας να γίνει η μετοικεσία». Στον αναλυτή, όμως, ο Θ παραδέχτηκε ότι αυτό το λογικό επιχείρημα αποτελούσε μόνο την αφορμή για να γίνει η μετακόμιση. Στην ουσία, επρόκειτο για ένα χατίρι που έκανε στο πάγιο αίτημα της συζύγου του. Βεβαίως, αυτό το «χατίρι» έγινε απόλυτα αντιληπτό και από την Ε. Η τελευταία ένιωσε ότι ο σύζυγος της πραγματοποιούσε την επιθυμία της και μάλιστα σε βάρος της δικής του, γεγονός που από την μία αποτελούσε απόδειξη της αγάπης του προς εκείνη αλλά από την άλλη την γέμιζε με ενοχή γιατί αυτή (η πραγματοποίηση) γίνονταν σε βάρος της δικής του. Η Ε ένιωθε έτσι «υποχρεωμένη» προς τον Θ για αυτό. Ήδη, «το χρέος» είχε μπει ανάμεσα τους και είχε «μετατρέψει» την σχέση τους σε σχέση «πιστωτή – οφειλέτη». Στα μάτια της Ε κάθε φορά που ο σύζυγος της δεν θα είχε καλή διάθεση, ερχόμενος σπίτι μετά το πέρας της εργασίας του, ας πούμε, η Ε θα ερμήνευε αυτήν την δυσφορία στην βάση της ενοχής της και αυτό θα την ωθούσε στο να μην διαμαρτυρηθεί πλέον καθόλου απέναντι του. Του «χρωστάει», βλέπετε, «οφείλει» στον «πιστωτή» της – τον Θ - και αυτό θα σημάδευε την ψυχή της από εδώ και στο εξής. Πρόκειται για ένα «χρέος» που μόνο ο «πιστωτής» γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί η Ε να το ξεπληρώσει. Βεβαίως, ο «πιστωτής Θ» γνώριζε πολύ καλά ότι «κατασκεύαζε» ένα «χρέος» για την Ε καθώς επίσης και ότι το σώμα της Ε παρείχε την «εμπιστοσύνη» για να εξασφαλιστεί η «φερεγγυότητα» του «οφειλέτη Ε».

Η αλήθεια βέβαια, ήταν διαφορετική από μέρους του Θ: αντίθετα από ότι πιστεύει η Ε, αποτελούσε και επιθυμία του Θ η εν λόγω μετακόμιση! Πρώτον, διότι με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζε την ανέμελη, και χωρίς ίχνος ενοχής πια, δυνατότητα του να βλέπει τους φίλους του και τους γονείς του με μόνο κόστος λίγα χιλιόμετρα παραπάνω με το αυτοκίνητο του, όποτε ήθελε, και δεύτερον, ότι θα «έκλεινε» το στόμα της συζύγου ότι την παραμελεί και δεν την υπολογίζει (!!!) αφού σε οποιαδήποτε τυχόν αυθόρμητη «διαμαρτυρία» της θα έκρουε πάνω από το κεφάλι την δαμόκλειο σπάθα του «χρέους» της προς εκείνον! «Με ένα σμπάρο, δύο τρυγόνια» όπως λέει και ο λαός μας!

Φυσικά, όλο αυτό ήταν ασυνείδητο για τον Θ. Ασυνείδητο σε τέτοιο βαθμό ώστε όταν συνειδητοποίησε ότι η πράξη της μετακόμισης έγινε εύκολα αποδεκτή από εκείνον εξαιτίας της ασυνείδητης επιθυμίας του, ενώ η εκλογίκευση που του παρείχε η συνείδηση αποτελούσε απλώς το προκάλυμμα της, η απορία, η αμηχανία και ο θαυμασμός «ζωγραφίστηκε» στο πρόσωπο του!   


[1] «Ένας άνθρωπος έχει έναν άλλον υπό την εξουσία του όταν τον κρατά αλυσοδεμένο• όταν τού έχει αφαίρεση τα όπλα του και τα μέσα για να αυτοαμυνθεί ή να δραπετεύσει όταν τού έχει εμφυσήσει φόβο• όταν τον έχει τόσο πολύ υποχρεώσει με κάποια ευεργεσία, ώστε ό ευεργετημένος να προτιμά να υποτάσσεται στις επιθυμίες τού ευεργέτη παρά στις δικές του, και να ζει όχι κατά την κρίση του αλλά κατά την κρίση τού ευεργέτη. Οποίος έχει έναν άλλον στην εξουσία του με τον πρώτο ή τον δεύτερο τρόπο, εξουσιάζει το σώμα του αλλά όχι την ψυχή του- με τον τρίτο όμως ή τον τέταρτο τρόπο, εξουσιάζει τόσο την ψυχή όσο και το σώμα του, τουλάχιστον για όσο διάστημα διαρκεί ό φόβος ή η ελπίδα: όντως, όταν το ένα ή το άλλο συναίσθημα εξαφανιστεί, ο εξουσιαζόμενος υπόκειται, στο έξης, στο δικό του δίκαιο.»
ΜΠΑΡΟΥΧ ΣΠΙΝΟΖΑ
«Πολιτική Πραγματεία»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου