Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ο υποκειμενικός διχασμός θεμελιώνεται στο συναίσθημα της ενοχής και της ντροπής

Είναι κοινός τόπος, για την λακανική ψυχανάλυση, ότι το υποκείμενο είναι διχασμένο. Πως όμως συντελείται αυτός ο διχασμός;

Για να κατανοήσουμε αυτόν τον διχασμό πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο ερώτημα: «Ποιο είναι το καθεστώς ύπαρξης του υποκειμένου πριν την υποκειμενοποίηση;» Η απάντηση της ψυχανάλυσης είναι ότι πριν από την ταύτιση του, πριν από την ιδεολογική του έγκληση, πριν από την ανάληψη από μέρους του μιας ορισμένης υποκειμενικής θέσης, το υποκείμενο αποτελεί υποκείμενο ενός ερωτήματος. Ωστόσο, δεν είναι το υποκείμενο που θέτει το ερώτημα. Το ερώτημα το θέτει ο Άλλος, η συμβολική τάξη: «Τι θέλεις;» Πρόκειται για ένα ερώτημα που το υποκείμενο – όντας κενό, άδειο – αδυνατεί να απαντήσει. Το ερώτημα τίθενται από τον Άλλο προς το υποκείμενο – ένα ερώτημα εγγενώς αναπάντητο – με τέτοιο τρόπο σαν να μπορούσε να απαντήσει το άμοιρο το υποκείμενο. Για αυτό και το ερώτημα αυτό είναι αισχρό. Απευθύνεται σε ένα υποκείμενο που δεν είναι ακόμα «υποκείμενο του σημαίνοντος». Δεν έχει ακόμα γλώσσα για να συγκροτηθεί ως τέτοιο. Είναι ακόμα Πράγμα. Βρίσκεται ακόμα στο Πραγματικό. Υπάρχει ως αντικείμενο. Ένα αντικείμενο που δεν μπορεί να κατονομαστεί διότι το συμβολικό δεν έχει δώσει όνομα σε αυτό το πράγμα. Ωστόσο, ο αισχρός Άλλος θέτει το ερώτημα! Απαιτεί μια απάντηση στο ερώτημα του από ένα υποκείμενο που δεν μπορεί να μιλήσει! Δεν έχει τούτη την δυνατότητα. Δεν διαθέτει ακόμα σημαίνον για να κάνει εφικτή αυτή την απάντηση που του ζητείται. Αυτό το εκ-σωτερικό αντικείμενο που μπορεί να ναι η φωνή ή το βλέμμα του Άλλου – αυτό το αντικείμενο με το οποίο ταυτίζεται αναγκαστικά το υποκείμενο πριν κατασταθεί «υποκείμενο του σημαίνοντος» - γίνεται αποδέκτης του αισχρού ερωτήματος «τι θέλεις;» από τον Άλλο.

Το γεγονός ότι το ερώτημα του Άλλου στοχεύει σε αυτό που παραμένει ανείπωτο προκαλεί στο άμοιρο υποκείμενο ένα συναίσθημα ενοχής απέναντι στον Άλλο. Αυτό που εδώ ισχυρίζεται η ψυχανάλυση είναι ότι δεν υπάρχει υποκείμενο χωρίς ενοχή. Το τελευταίο μπορεί να συγκροτηθεί μόνο εφόσον ντρέπεται εξαιτίας του αντικειμένου που εσωτερικεύει. Είναι αυτό το εκ-σωτερικό αντικείμενο εκείνο έναντι του οποίου το κακόμοιρο το υποκείμενο νιώθει ντροπή και ενοχή. Το υστερικό υποκείμενο είναι εκείνο που ανταπαντά στο αισχρό ερώτημα του Άλλου: «Γιατί είμαι αυτό που οφείλω να είμαι; Γιατί με φορτώνεις με αυτή την εντολή να μαι δάσκαλος, παππάς, κύριος, βασιλιάς; Γιατί, με άλλα λόγια, είμαι αυτός που εσύ – ο Μεγάλος Άλλος – λες ότι είμαι; Ποιο είναι εκείνο το αντικείμενο μέσα μου που σε οδήγησε να με εγκαλέσεις ως Βασιλιά, Κύριο, Σύζυγο, Περιφερειάρχη, Δάσκαλο, Πρωθυπουργό;» Το υστερικό αυτό ερώτημα προκαλεί το χάσμα ανάμεσα στο εκ-σωτερικό αντικείμενο και στο υποκείμενο, το Πραγματικό εμπόδιο της πλήρους επιτυχίας της υποκειμενικής έγκλησης, της υποκειμενικής ταύτισης, με λίγα λόγια τον εγγενή διχασμό του υποκειμένου.

Μου έρχεται τώρα στο νου η τρίχρονη τότε Σοφούλα η οποία σηκωμένη όρθια στην κούνια της φώναζε: «Μαμά, θέλω σοκολάτα … θέλω την κούκλα μου … θέλω το μαξιλάρι μου … θέλω το ντόνατ που μου υποσχέθηκες … θέλω την Μίνι μου και τον Ντόναλτ μαζί … θέλω να έλθω μαζί σας … θέλω … Τί θέλω; (!!!)» Προσπαθούσε, βλέπετε η άμοιρη, να απαντήσει στο αισχρό ερώτημα «τι θέλεις» του Άλλου και κατέληγε τελικά στο αίνιγμα «Τί θέλω;». Την ίδια την σκέφτομαι και σήμερα – τόσα χρόνια μετά - όταν την ρωτάει η μητέρα της: «Έκανες τα μαθήματα σου;». Και είναι εκείνη η στιγμή που μπορεί να παρατηρήσει κανείς το συναίσθημα ενοχής να την κυριεύει ακόμα και όταν έχει κάνει τα μαθήματα της. Εκείνο το στιγμιαίο άγχος που της δημιουργείται από το βλέμμα της μητέρας της αντιγυρίζοντας ένα ερώτημα του τύπου: «Μα γιατί το ρωτάς αυτό με αυτό το ύφος σου; Τι θέλεις από μένα;»
Ο Θεός θα ήταν άδικος αν δεν ήμασταν ένοχοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου