Ο
Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι «αν δεν
δαμάσει κανείς τα εσωτερικά του Εξάρχεια, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα
πραγματικά Εξάρχεια της κοινωνικής ζωής»[1].
Παρόμοια, ο Χίτλερ είχε δηλώσει σε έναν από τους λεγόμενους πύρινους λόγους
του: «Πρέπει να σκοτώσουμε τον Εβραίο
μέσα μας». Ακούστε τώρα και την Ζωή Κωνσταντοπούλου, πρώην βουλευτή του
Σύριζα και πρώην πρόεδρο της Βουλής να μιλάει από το βήμα της Βουλής και να
λέει: «Σας μιλώ ως πρόεδρος της Χρυσής Αυγής…»
θέλοντας βεβαίως να πει «ως πρόεδρος της Βουλής»[2]. Για την
συνέχεια ας ακούσουμε τον Σωκράτη Κόκκαλη ο οποίος, παλιότερα, είχε πει: «…θα συνεχίσω να μαι κοντά στον Παναθηναϊκό»[3], θέλοντας,
βεβαίως, να πει «κοντά στον Ολυμπιακό».
Λοιπόν,
στα δύο πρώτα παραδείγματα, τα ανάλογα υποκείμενα, παραδέχονται – πλήρως συνειδητά
– ότι υπάρχει ένα «εξωτερικό» αντικείμενο (στον μεν Κυριάκο Μητσοτάκη αυτό είναι
«τα Εξάρχεια», στον δε Αδόλφο «ο Εβραίος») που όμως είναι, ταυτόχρονα, και «εσωτερικό»
τους. Το ίδιο ισχύει και στα δύο επόμενα παραδείγματα με μόνη την διαφορά ότι
τα δύο αντικείμενα ( «Χρυσή Αυγή», και «Παναθηναϊκός») εκφέρονται από τα ανάλογα
υποκείμενα υπό μορφή παραπραξίας[4]. Το κρίσιμο
ερώτημα είναι: τα τέσσερα αντικείμενα («τα Εξάρχεια», « Εβραίος», «Χρυσή Αυγή»,
και «Παναθηναϊκός») αποτελούν, τελικά, «εσωτερικά» ή «εξωτερικά» αντικείμενα
για τα ανάλογα υποκείμενα που τα εκφέρουν στον λόγο τους; Η απάντηση είναι
προφανής: Σαφώς αποτελούν ταυτόχρονα και τα δύο! Είναι τόσο «εξωτερικά» όσο και
«εσωτερικά». Είναι εξωτερικά με την έννοια ότι αποτελούν κομμάτι του
Πραγματικού των υποκειμένων. Είναι όμως, και «εσωτερικά» με την έννοια ότι
αποτελούν κομμάτι του Φαντασιακού των υποκειμένων. Έτσι λοιπόν, και επειδή η
ελληνική γλώσσα μου δίνει, μου επιτρέπει την δυνατότητα ενός παιχνιδίσματος θα
μπορούσα, θα ήμουν νόμιμος αν πρόφερα το «ξ» του «εξωτερικού» με «κσ» έτσι ώστε
να ονόμαζα και τα 4 αυτά αντικείμενα «εκ-σωτερικά»!
Γιατί,
όμως, όλη αυτή η φασαρία; Γιατί τόση σημασία σε τέτοιου είδους αντικείμενα;
Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι η εξής: το
υποκείμενο είναι ανύπαρκτο. Είναι κενό αναφορικό. Μπορεί να υπάρξει μόνο ως
δομή. Δομείται γύρω από ένα σημαίνον της γλώσσας του Άλλου. Ένα σημαίνον που ως
αντικείμενο επικαλύπτει το κενό του υποκειμένου και πάνω σε αυτό «φτιάχνεται» μέσω
της αλυσίδας των σημαινόντων το σκηνικό της φαντασίωσης του. Μέσα σε αυτό το
σκηνικό το υποκείμενο διαδραματίζει τον κεντρικό του ρόλο. Αυτός ο κεντρικός
ρόλος δεν είναι άλλος από την επιθυμία του. Αυτό – το πρωταρχικό, θα έλεγα –
αντικείμενο αποτελεί και το αίτιο της επιθυμίας του υποκειμένου. Γίνεται
αντιληπτό λοιπόν, ότι χωρίς την ύπαρξη αυτού του αντικειμένου δεν υπάρχει παρά
το κενό, το άδειο του υποκειμένου. Αυτό το αντικείμενο δίνει υπόσταση στο
υποκείμενο. Δίνει αξία στην ύπαρξη του. Το όνομα του προέρχεται από την γλώσσα.
Από τον Άλλο δηλαδή. Υπό αυτήν την έννοια είναι «εξωτερικό» του υποκειμένου. Όμως,
εσωτερικεύεται από το τελευταίο. Έτσι, το υποκείμενο καθίσταται «υποκείμενο του
σημαίνοντος του Άλλου» και μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει. Έτσι, το υποκείμενο
αποκτά την ταυτότητα του Είναι του και υπάρχει στην ζωή ως τέτοιο. Αυτό το
πρωταρχικό αντικείμενο απωθείται ως αισχρό, ως βρώμικο, ως δυσάρεστο. Μέσω της μετάθεσης
(μετά – θέση) δομείται ο συνειδητός λόγος του υποκειμένου. Ως καθαρός, ως
φιλικός, ως αρεστός λόγος. Ένας λόγος που αποτελεί τον λόγο του μεγάλου Άλλου
του υποκειμένου. Σε αυτό τον λόγο αναγνωρίζει το υποκείμενο τον εαυτό του συνειδητά.
Αυτή είναι η συνειδητή του ταυτότητα. Πρόκειται για την ταυτότητα που «επιτρέπει»
- που δεν «απαγορεύει» - ο μεγάλος Άλλος. Η ταυτότητα, όμως, που του παρέχει,
που σηματοδοτεί στο υποκείμενο το απωθημένο αντικείμενο είναι και αυτή
απωθημένη στο ασυνείδητο. Αποτελεί την ταυτότητα του Κυρίου του υποκειμένου.
Ανήκει στο πραγματικό του και όχι στο φαντασιακό του. Είναι ταυτότητα της «άλλης
σκηνής»[5] του και
όχι της «σκηνής της συνείδησης του». Μιλώ, έτσι, για τον διχασμό του
υποκειμένου. Είναι βεβαίως ταυτότητα δική του όσο και η συνειδητή του. Ασύμβατη
με την τελευταία αλλά υπαρκτή όσο και αυτή. Δομημένη με μια συνεκτικότητα όση
και εκείνη της συνείδησης. Ταυτότητα όμως, αντίθετα από ότι η συνειδητή, μη
αναγνωρισμένη από το υποκείμενο. Αυτή η ταυτότητα – που ζητά, που επιδιώκει –
αναγνώριση επιστρέφει στο σώμα του (ας μην ξεχνάμε ότι το στόμα είναι κομμάτι
του σώματος) υπό μορφή παραπραξίας ή αλλιώς αποτελεί το σύμπτωμα του
υποκειμένου. Αυτό το εκσωτερικό αντικείμενο το ονομάζει η ψυχανάλυση «μικρό
αντικείμενο α». Ο τόπος του είναι στις παρυφές του πραγματικού και του
φαντασιακού του υποκειμένου. Έχει συμβολικό όνομα: «Εξάρχεια», « Εβραίος», «Χρυσή Αυγή», «Παναθηναϊκός»
και άλλα. Δεν έχει υλική υπόσταση. Έχει λογική συνεκτικότητα – εκείνη που του
δίνει η αλυσίδα της γλώσσας. Δεν έχει στιγμιαία διάρκεια, όπως το αριστοτελικό «τώρα».
Αντίθετα έχει ανθεκτικότητα στον χρόνο. Είναι εκείνο που τον επιταχύνει ή τον
συντομεύει. Έτσι, «ευθύνεται» για την παράταση του παροντικού και στιγμιαίου «τώρα»
του υποκειμένου. Προσδιορίζει την εκ διαμέτρου αντίθετη – συνειδητή ταυτότητα
του υποκειμένου. Καθορίζει δηλαδή το σκηνικό της φαντασίωσης και το πεδίο δράσης
της επιθυμίας του υποκειμένου[6].
Ας
πάμε όμως, σε αυτό το σημείο, σε ένα κλινικό παράδειγμα προκειμένου να
διαπιστώσουμε την σημασία του «μικρού αντικειμένου α» για το υποκείμενο του
σημαίνοντος.
Η
«κοπέλα με τα φίδια» είναι η ψυχαναλυτική ταυτότητα μιας αναλυόμενης που τα
φίδια αποτελούν το φοβικό της αντικείμενο και άρα το σύμπτωμα της. Η εν λόγω
κοπέλα εργάζονταν ως γραμματέας και υπήρξε πολύ αφοσιωμένη στην εργασία της.
Ήταν πολύ συγκεντρωμένη και συγκεντρωτική σε αυτήν. Έθετε τον εαυτό της στην
υπηρεσία του προϊστάμενου της με έναν τρόπο τόσο συγκεντρωτικό και αφοσιωμένο
που συχνά εγκαλούσε τον προϊστάμενο της στα καθήκοντα της εργασίας τα οποία
εκείνος συχνά παραμελούσε. Ο τελευταίος, κατόπιν και δήλωσης του,
χρησιμοποιούσε την θέση του στην εργασία προκειμένου να προσελκύει ερωτικές
συντρόφους. Αυτό ανάγκαζε αρκετές φορές την κοπέλα να τον «επαναφέρει» - μέσω διαμαρτυριών – στην τάξη της εργασίας.
Κάποια στιγμή ο προϊστάμενος μπήκε στο γραφείο και αφού κλείδωσε την πόρτα του
γραφείου, βέβαιος ότι ήταν μόνος μαζί της στο χώρο, πλησίασε την κοπέλα και
βγάζοντας το πέος του από το παντελόνι είπε στην κοπέλα γεμάτος από το πάθος της
σεξουαλικής φαντασίωσης του: «έλα τώρα,
πάρτον και εσύ!» Και με παθιασμένη βία προσπάθησε να αναγκάσει την κοπέλα
σε βίαιο πεο-θηλασμό. Η κοπέλα μέσα από το σοκ και τον αιφνιδιασμό της βρήκε
την δύναμη να αντισταθεί με πάλη και να βγει έξω από τον χώρο του γραφείου. Τις
επόμενες μέρες το σοκ και η οδύνη έθεσαν την κοπέλα στην θέση του απόλυτου
κενού. Στο σπίτι της ζούσε σαν να ήταν ζόμπι. Αυτή η κατάσταση την οδήγησε στο
να προσπαθήσει να βρει βοήθεια από τον αναλυτή της. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε
μια από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί του είχε πλησιάσει στην άκρη μιας
ταράτσας και ενώ του μιλούσε ήταν ένα βήμα πριν να κάνει το πέρασμα στην πράξη[7], όπως ονομάζουμε
στην ψυχανάλυση την αυτοκτονική πράξη. Για να διαπιστώσει κανείς το κενό που
είχε αναδυθεί στην ψυχή του υποκειμένου αναφέρω μόνο τούτο. Σε μια από τις επαφές
με τον αναλυτή της η κοπέλα είχε πει: «Το
μόνο που δύναμαι να κάνω, τούτες τις μέρες, είναι να κάθομαι ξαπλωμένη στον
καναπέ και να κοιτώ το νταβάνι!» Η προτροπή του αναλυτή ήταν: «Εντάξει, δεν υπάρχει τίποτε άσχημο σε αυτό.
Κοίτα το νταβάνι!» Επρόκειτο για μια προτροπή που η αναλυόμενη την βρήκε
όχι μόνο ευεργετική αλλά και σωτήρια για την ζωή της.
Τι
είχε συμβεί; Μα φυσικά η φωνή του
προϊστάμενου της σε συνδυασμό με το σημαινόμενο της αρθρωμένης φράσης
τοποθέτησαν την κοπέλα από το επίπεδο του φαλλού, που στην φαντασίωση της αποτελούσε
η ίδια για τον προϊστάμενο της, στο επίπεδο του απορρίμματος του «μικρού
αντικειμένου α» του. Από το «είμαι ο Φαλλός του» πέρασε στο «είμαι το σκουπίδι
του». Από την άλλη, έχουμε την αντινομία ανάμεσα στον Νόμο και την Επιθυμία. Ο
νόμος που μεταφράζεται «υπηρετώ την εργασία» και η επιθυμία «γίνομαι η απόλαυση
του Άλλου». Δημιουργούνται λοιπόν, όλες οι προϋποθέσεις για να εκπέσει το
υποκείμενο του σημαίνοντος και να αναδυθεί το άδειο του υποκειμένου που θα το
οδηγήσει στην αυτοκτονική πράξη από την οποία γλυτώνει μόνο με την παρέμβαση της
φράσης του αναλυτή: «Κοίτα το νταβάνι».
Συνοψίζοντας, η φωνή του προϊστάμενου λειτουργεί
εδώ ως αντικείμενο α, αντικείμενο με το οποίο ταυτίζεται η κοπέλα. Η κοπέλα
δηλαδή γίνεται, είναι η φωνή του προϊστάμενου της, η φωνή του απορρίμματος του.
Αντικείμενο α ως υπόλοιπο: Η σχέση του
υποκειμένου με το αντικείμενο α είναι μείζονος σημασίας. Υπάρχει ένα δομικό
χαρακτηριστικό σε αυτή την σχέση: Ο Άλλος προϋπάρχει, είναι ήδη εκεί. Το υποκείμενο
έτσι είναι εξαρτημένο απ’ τον Άλλο. Το διχασμένο υποκείμενο,$ , συγκροτείται
στον τόπο του Άλλου ως σημάδι του σημαίνοντος. Αντιστρόφως, όλη η ύπαρξη του
Άλλου ‘κρέμεται’ από μια εγγύηση που λείπει, εξ ου ο διχασμένος Άλλος. Δηλαδή,
δεν υπάρχει εγγύηση του Άλλου. Απ’ όλη αυτήν την διαδικασία, της λειτουργίας
του Άλλου πάνω στο υποκείμενο, προκύπτει ως υπόλοιπο το αντικείμενο α.
Ιδού
και μια δεύτερη κλινική περίπτωση:
Μια
αναλυόμενη, μια νεαρή ομοφυλόφιλη, η οποία είχε προβεί σε μια απόπειρα
αυτοκτονίας.
Η
κοπέλα είχε συνάψει σχέση με μια κυρία ‘όχι καλής φήμης’. Μια μέρα που
περπατούσαν μαζί, συναντήθηκαν με τον πατέρα της (της αναλυόμενης) στον δρόμο
που έπαιρνε για την δουλειά του. Ο πατέρας της έριξε ένα βλέμμα αποδοκιμασίας.
Η γυναίκα – ερωμένη λόγω αυτού που συνέβη βάζει ένα τέλος σ’ αυτή την σχέση
λέγοντας στην κοπέλα να σταματήσουν κάθε επαφή. Ακολούθως, η κοπέλα προβαίνει
σε απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας, ρίχνοντας τον εαυτό της απ’ την γέφυρα. Στο
σημείο αυτό, η κοπέλα εγκατέλειψε την σκηνή (se laisser tomber).
Τι
έχει προηγηθεί; Η κοπέλα είχε βιώσει την απογοήτευση απέναντι στον πατέρα της
λόγω της γέννησης του μικρότερου αδερφού της όταν εκείνη ήταν δεκαέξι ετών.
Απογοητευμένη λοιπόν απ’ την σχέση με τον πατέρα της μη μπορώντας να είναι ούτε
η γυναίκα ούτε το αντικείμενο επιθυμίας του, τότε η άλλη γυναίκα – ερωμένη θα
γίνει το ταίρι – αντικείμενό της. Η ίδια γίνεται έτσι το στήριγμα μιας
εξιδανικευμένης σχέσης. Μάλιστα, η κοπέλα άφησε την ‘κοκεταρία’ της ως γυναίκα
και έγινε ‘ιππότης’ για την ‘κυρία’ της.
Αυτή
η σκηνή είναι που γίνεται αντιληπτή απ’ τον πατέρα. Αυτή η σκηνή, που είχε
κερδίσει την συναίνεση της κοπέλας, χάνει τώρα όλη της την αξία λόγω της
αποδοκιμασίας που έλαβε απ’ το βλέμμα
του πατέρα. Εδώ, έχουμε την πρώτη δυσκολία, αμηχανία, το πρώτο εμπόδιο
(embarras) ως μία πρώτη συντεταγμένη του άγχους. Έπειτα, ακολουθεί η ταραχή
(émotion), ως μία ακόμη συντεταγμένη του άγχους.
Στην
σκηνή αυτή πραγματώνονται οι δύο σημαντικές συνθήκες του περάσματος στην πράξη:
Πρώτον,
υπάρχει η ταύτιση του υποκειμένου με το αντικείμενο α. Στο σημείο αυτό, το
υποκείμενο εκμηδενίζεται και παίρνει θέση αντικειμένου α. Στο παράδειγμα, είναι
η στιγμή της συνάντησης.
Δεύτερον,
η επιθυμία έρχεται αντιμέτωπη με το νόμο. Στο παράδειγμα, αυτό αφορά την
αντιπαραβολή της επιθυμίας του πατέρα με το νόμο που παρουσιάζεται στο βλέμμα
του. Η κοπέλα έτσι είναι ταυτισμένη με το αντικείμενο α και ταυτόχρονα
απορριμμένη, ριγμένη έξω απ’ την σκηνή. Αυτό το πραγματώνει το laisser tomber,
δηλαδή ‘παρατώ’, ‘εγκαταλείπω’.
Η
επιθυμία του πατέρα έχει να κάνει με το νόμο, με τον συμβολικό φαλλό, Φ, δηλαδή
με τον ευνουχισμό. Εδώ, η μνησικακία και η εκδίκηση είναι κρίσιμα στοιχεία στην
σχέση της κοπέλας με τον πατέρα της. Η δική του μνησικακία και η δική της
εκδίκηση συνιστούν αυτόν το νόμο, αυτόν τον φαλλό. Ο φαλλός προωθείται έπειτα
στην θέση αντικειμένου α.
Συνοψίζοντας,
το βλέμμα του πατέρα λειτουργεί εδώ
ως αντικείμενο α, αντικείμενο με το οποίο ταυτίζεται η κοπέλα. Η κοπέλα δηλαδή
γίνεται, είναι το βλέμμα του πατέρα της, το
βλέμμα αποδοκιμασίας, ριγμένη απ’ την σκηνή, ριγμένη απ’ την γέφυρα.
[4] Παραπραξία: Η παραπραξία είναι ένα από
τα μορφώματα του ασυνειδήτου. Θεωρείται η πράξη που έχει αστοχήσει. Έχει όμως
αστοχήσει ως προς τις συνειδητές προθέσεις του υποκειμένου. Υπάρχουν όμως και
οι ασυνείδητες προθέσεις, οι οποίες βρίσκουν τον δρόμο τους στην παραπραξία.
Πίσω δηλαδή από αυτό που φαίνεται, υπάρχει μια ασυνείδητη επιθυμία. Μια λοιπόν
τέτοια ξαστοχημένη πράξη είναι μια πράξη μερικώς επιτυχής όσον αφορά το
ασυνείδητο.
[5] Κόσμος – Σκηνή: Ο Λακάν κάνει την εξής
διάκριση: Απ’ την μια μεριά, υπάρχει ο κόσμος, ο τόπος όπου υπάρχει το
πραγματικό και απ’ την άλλη μεριά, υπάρχει η σκηνή του Άλλου, όπου ο άνθρωπος
ως υποκείμενο έχει να συγκροτηθεί, ως αυτός που μιλάει, αλλά που δεν θα
μπορούσε να έχει αυτή την θέση παρά μέσα σε μια δομή φαντασίας.
[6] Συμπεριφορά και πράξη: Ο Λακάν
διακρίνει την συμπεριφορά από την πράξη. Η συμπεριφορά αφορά όλα τα ζώα ενώ η
πράξη είναι συμβολική και αφορά τον άνθρωπο. Η έννοια της πράξης είναι μια
έννοια ηθική, καθώς ο άνθρωπος που προβαίνει σε μια πράξη είναι υπεύθυνος γι’
αυτήν, έχει δηλαδή την ευθύνη της πράξης του.
[7] Πέρασμα στην πράξη: Το πέρασμα στην
πράξη διαφέρει καθώς αφορά την ολοκληρωτική έξοδο του υποκειμένου απ’ την
σκηνή. Είναι μια απόδραση απ’ τον Άλλο, μια έξοδος απ’ το συμβολικό, ένα
πέρασμα απ’ το συμβολικό στο πραγματικό. Στο σημείο αυτό, το υποκείμενο
διαλύεται και καθίσταται αντικείμενο. Δηλαδή, το υποκείμενο ακυρώνεται και
παίρνει καθεστώς αντικειμένου α.
Κατά το πέρασμα στην πράξη το υποκείμενο αποσύρεται
απ’ τα διφορούμενα της ομιλίας, διαγράφει τον Άλλο, «κατά το πέρασμα στην
πράξη, δεν υπάρχει πλέον θεατής. Υπάρχει εξαφάνιση της σκηνής», χωρίζει δηλαδή
απ’ τον Άλλο. (Miller, «Παρατηρήσεις για την έννοια του περάσματος στην πράξη
στη διδασκαλία του Ζακ Λακάν», σελ. 157).
Για το διχασμένο υποκείμενο, μέσα στην σκηνή της
φαντασίωσής του, η στιγμή του περάσματος στην πράξη είναι αυτή μιας έντονης
ενόχλησης, δυσκολίας μαζί με ταραχή, συγκίνηση. Το υποκείμενο λοιπόν «από εκεί
που βρίσκεται – δηλαδή από τον τόπο της σκηνής όπου ως υποκείμενο θεμελιωδώς
υποκειμενικοποιημένο, μπορεί να παραμείνει σ’ αυτό το καθεστώς μόνο ως
υποκειμένου – ρίχνεται, πέφτει έξω απ’ την σκηνή» (Λακάν, «Το άγχος», σελ.
136), se laisser tomber, δηλαδή ‘παρατώ’, ‘εγκαταλείπω’.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου